Codex Alimentarious και ο υφέρπων διατροφικός ολοκληρωτισμός

Κατηγορία Θέματα
Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012 20:41 Διαβάστηκε 1398 φορές
Issue 50


Γράφει ο Πέτρος Αργυρίου (agriazwa.blogspot.com)

Το τέλος του B’ Παγκοσμίου πολέμου οδήγησε στην ίδρυση διεθνών οργανισμών με ενισχυμένους σε σχέση με το παρελθόν ρόλους: Το 1944 δημιουργείται το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF-ΔΝΤ), το 1945 ο Οργανισμός Ηνωμενών Εθνών (ΟΗΕ-UN) και το 1948 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ-WHO).

Οι εν λόγω οργανισμοί παρά τις όποιες διακηρυγμένες προθέσεις τους, χρησιμοποιήθηκαν άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο ως όργανα επιρροής και επικύρωσης των πολιτικών, των προθέσεων, των επιδιώξεων και των πρακτικών των ισχυρών της εποχής, κυρίως των ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο και ειδικότερα στα πλαίσια του ΟΗΕ και του Οργανισμού για τα Τρόφιμα και τη Γεωργία (FAO) διαμορφώθηκε το 1968 ο Codex Alimentarious, ο «διατροφικός κώδικας» ή αλλιώς το Βιβλίο της τροφής.

Διακηρυγμένη του μέριμνα και στόχος ήταν η ασφάλεια των τροφίμων και για να επιτευχθεί αυτό διαμόρφωσε και συνεχίζει να αναπτύσσει κριτήρια σε σχέση με την παραγωγή, τη συσκευασία, τη διακίνηση και την κατανάλωση τροφίμων, ενώ αποτελεί κριτήριο στο οποίο καταφεύγει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου για την επίλυση διαφωνιών σε σχέση με τα τρόφιμα. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι ο Κώδικας προτυποποιεί την τροφή και προωθεί την τυποποίησή της και για αυτόν ακριβώς το λόγο αποτέλεσε εξαρχής εξαγωγικό όπλο για τις χώρες που είχαν αναπτυγμένη βιομηχανία τροφίμων σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου η παραγωγή και η διανομή τροφίμων δεν ήταν τυποποιημένη, ευνοώντας με αυτό τον τρόπο την εξαγωγή τυποποιημένων τροφίμων από τις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες προς τις λιγότερο αναπτυγμένες.

Η αντίληψη του τροφίμου ως βιομηχανικού προϊόντος σε συνδυασμό με την υπερφιλόδοξη προτυποποίηση των τροφίμων και την ανέφικτη πλήρη παραμετροποίηση της τροφής έχει ως αποτέλεσμα μια τρομακτική σύγχυση και αναστάτωση που επιφέρει ο Κώδικας στην διατροφική συμπεριφορά των διαφόρων πληθυσμών και στην αντίληψή τους για αυτή.

Στην επιδίωξη του για σαφήνεια και παραμετροποίηση της τροφής και των θεμάτων γύρω από αυτή, ο κώδικας, ως απόπειρα ολοκληρωμένου ορισμού για την καταλληλότητα της τροφής, δημιουργεί πολλές φορές περισσότερα προβλήματα από όσο επιδιώκει να επιλύσει: Έτσι σήμερα στον δυτικό κόσμο, ο Κώδικας σφυρίζει αδιάφορα στον κατακλυσμό της αγοράς τροφίμου από τυποποιημένα δε αλλά χαμηλής διατροφικής αξίας «βιομηχανικά» τρόφιμα όπως χάμπουργκερς, αναψυκτικά, κατεψυγμένα, κονσέρβες, σνακς κλπ κλπ ενώ λειτουργεί εξόχως περιοριστικά στην παραγωγή, διακίνηση και κατανάλωση υψηλής διατροφικής αξίας τροφίμων που δεν έχουν τυποποιηθεί.

Με αυτή την έννοια και με πρόφαση την ασφάλεια των τροφίμων, ο Κώδικας αποτελεί άτυπα τον φρουρό των βιομηχανικών συμφερόντων και τον τιμωρό της τροφικής ελευθερίας.

Οφείλουμε να τονίσουμε ότι το αντίθετο άκρο, η διακίνηση τροφών χωρίς κριτήρια, αποτελεί μεγαλύτερο ίσως κίνδυνο από την αστυνόμευση των τροφίμων. Όπως συνήθως, η ελευθερία βρίσκεται στη μέση. Ούτε διατροφική αναρχία, τουλάχιστον σε θέματα εμπορίας τροφών, αλλά ούτε διατροφικός ολοκληρωτισμό. Και δυστυχώς είναι η κατεύθυνση του διατροφικού ολοκληρωτισμού στην οποία ο Codex κινείται.

Αν συνδυάσουμε αυτή την ολοκληρωτική τάση που ενυπάρχει στη φύση του Κώδικα με τα λόμπυ και τις ομάδες κρούσεις των βιομηχανικών συμφερόντων που πιέζουν πάντα προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, ο Κώδικας από ανεπαρκής και επομένως περιοριστικός μπορεί να αποκτήσει το χαρακτήρα του καταναγκαστικού, του διατροφικού δικτάτορα.

Αυτή η τάση είναι πρόδηλη στα συμπληρώματα διατροφής, τις βιταμίνες, τα ανόργανα στοιχεία και τα βότανα σε σχέση με τα οποία ο Codex, αδυνατώντας να δώσει πλήρεις ορισμούς και να διαμορφώσει ολοκληρωμένα κριτήρια, άλλοτε τα αφήνει σε μια νομοθετική νιρβάνα και άλλοτε τα περιορίζει.

Ενώ για παράδειγμα η φαρμακευτική λίστα (δεν αναφέρομαι στον Codex καθώς τα φάρμακα δεν είναι καθόλου αρμοδιότητα του) περιλαμβάνει χιλιάδες ονομασίες προϊόντων, η λίστα με τα περιγραφόμενα και επομένως επιτρεπτά συμπληρώματα και βότανα δεν ξεπερνά τις μερικές εκατοντάδες ονομασίες. Και αυτό είναι προφανώς οξύμωρο.

H αμηχανία και η ανεπάρκεια του Codex σε σχέση με τα συμπληρώματα είναι χαρακτηριστική: Ο Codex δεν έχει ακόμη αποφασίσει τι από τα δύο είναι τα συμπληρώματα: τρόφιμα ή φάρμακα. Γιατί σαν μαθητευόμενος δικηγορίσκος χρειάζεται τον μπούσουλα σαφών ορισμών και σαφείς ορισμούς δεν βρίσκει καθώς είναι αυτός (ο Codex) που είναι επιφορτισμένος με τη διατύπωση των ορισμών.

Διεπόμενος από μια στενή «τεχνοκρατική» και μονοσήμαντη αντίληψη, ο Codex αδυνατεί να καταλάβει την Ιπποκρατική αντίληψη του «η τροφή να είναι το φάρμακο σου και το φάρμακο σου η τροφή σου».

Για αυτό το λόγο στον Codex οι δύο αυτές τάσεις (συμπλήρωμα φάρμακο- συμπλήρωμα τρόφιμο) συγκρούονται. Χαρακτηριστική ήταν η απόπειρα της γερμανικής αντιπροσωπείας το 1996 να οριστούν τα συμπληρώματα ως φάρμακα και ως τούτο να αποκλειστούν από τον Codex και να υπαχθούν σε όλες τις διαδικασίες ελέγχου ασφάλειας και αποτελεσματικότητας των φαρμάκων, μια πρόταση η οποία πέρασε αλλά η ενσωμάτωσή της στον Codex αποτράπηκε από διαδηλώσεις και αντιδράσεις του κόσμου.

Μετά από αυτό το «πραξικόπημα» που επιχειρήθηκε κατά των συμπληρωμάτων, ο Codex δίνει για αυτά μέγιστες και ελάχιστες, όχι επιτρεπόμενες αλλά επιβαλλόμενες ποσολογίες. Και κάπου εκεί χάνει πάλι την αξιοπιστία του και την ευστοχία του: Γιατί στην προσπάθειά του να «παγκοσμιοποίησει» τα μέγιστα και τα ελάχιστα επιτρεπτά όρια, παραγνωρίζει ότι διαφορετικοί πληθυσμοί κάτω από διαφορετικές συνθήκες και διατροφικές συνήθειες μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικές ανάγκες σε συμπληρώματα: Οι Βορειοευρωπαίοι, για παράδειγμα, έχουν εντελώς διαφορετικές ανάγκες σε βιταμίνη D από τους Μεσόγειους που για μερικούς μήνες λούζονται στον Ήλιο.

Με αυτή την έννοια των εξατομικευμένων αναγκών ο Codex είναι καταδικασμένος να αποτύχει και την αποτυχία του καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής και ο παραγωγός συμπληρωμάτων…

Καθώς ο Codex διαμορφώνεται από τους ισχυρούς, θα δούμε ποιες είναι οι τάσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσια των νομοθεσιών των ΗΠΑ και της ΕΕ (για όσο ακόμη υπάρχει ΕΕ). Αλλά πριν φτάσουμε στις τάσεις ας δούμε λίγο τις αντιφάσεις που ήδη υπάρχουν στον Codex σε σχέση με τα συμπληρώματα.



Ο Κώδικας για τα συμπληρώματα σήμερα

Το 2005 εκδίδονται οι κατευθυντήριες γραμμές του Κώδικα για συμπληρώματα διατροφής: βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία. Ευθείς αμέσως θα δούμε πως στην εμμονή του για σαφείς ορισμούς, ο βασιλιάς Codex καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο: σε ασάφειες, αυθαίρετους ορισμούς και εν τέλει σε σύγχυση και πολυερμηνεία:

Ο Κώδικας προτρέπει σε λήψη συμπληρωμάτων μόνο όταν η διατροφή δεν είναι ισορροπημένη και υπάρχει ανεπαρκής πρόσληψη θρεπτικών συστατικών: Ανεπαρκής πρόσληψη μπορεί να υπάρχει ως αποτέλεσμα μειωμένης προσβασιμότητας στο πλήρες διατροφικό φάσμα που συνιστά μια ισορροπημένη διατροφή. Αυτό μπορεί με τη σειρά του να οφείλεται σε: 1) μειωμένη προσβασιμότητα στην τροφή γενικώς (γνωστό και ως πείνα). Άνθρωποι που συνήθως έχουν μειωμένη προσβασιμότητα στην τροφή είναι μάλλον απίθανο να έχουν αυξημένη προσβασιμότητα σε συμπληρώματα διατροφής (είναι εκείνη η γνωστή κατηγορία ανθρώπων που χαρακτηρίζουμε φτωχούς ή/και λιμοκτονούντες).

2) Κακή διατροφική παιδεία και συνεπάγεται και την ανάπτυξη κακών διατροφικών συνηθειών: Τα παιδιά των hot-dogs και των burgers που λιμοκτονούν τρώγοντας του σκασμού χρειάζονται συμπλήρωση και ο Codex δεν κάνει καμία νύξη σε αυτό. 3) Κακή διατροφική ενημέρωση και άρα άγνοια για το αν μια διατροφή, ακόμη και αν είναι φιλότιμη μπορεί τελικά να είναι όχι μόνο ισορροπημένη αλλά και ολοκληρωμένη.

4) Μειωμένη προσβασιμότητα λόγω εμπορικών πρακτικών όπως ολιγοπωλίων και αποκλεισμών από την εμπορική αλυσίδα ειδών τροφίμων. Μπορεί π.χ. αναγκαίες τροφές να μην υπάρχουν στα τρόφιμα ενός σούπερ μάρκετ ή το είδος της επεξεργασίας της να της έχει στερήσει κάποια από τη θρεπτική της αξία. Και ο Codex συντελεί σε διπλό διατροφικό αποκλεισμό: από τη μία δεν αποτρέπει τον θρεπτικό εκφυλισμό των τροφίμων και από την άλλη δυσκολεύει την προσβασιμότητα σε θρεπτικά στοιχεία μέσω των συμπληρωμάτων.

Ο Codex παραλείπει επίσης να αναφέρει ότι η συμπλήρωση μπορεί να είναι όχι μόνο χρήσιμη αλλά και απαραίτητη σε ορισμένες περιπτώσεις ασθένειας. Αφενός γιατί η ίδια η ασθένεια μπορεί να συνεπάγεται μειωμένη ικανότητα πρόσληψης θρεπτικών συστατικών και αφετέρου γιατί η λήψη φαρμάκων μπορεί να «αδειάζει» αποθήκες θρεπτικών συστατικών στον οργανισμό. Αποτυχαίνει επίσης να συνδυάσει την συμπλήρωση σε περιπτώσεις καταχρηστικών συνηθειών όπως ο αλκοολισμός, το κάπνισμα και η «ναρκομανία» όπου επίσης μπορούμε να έχουμε εξάντληση αποθηκών θρεπτικών στοιχείων. Με αυτή τη διατύπωση περί συμπλήρωσης σε περίπτωση μόνο διατροφικού ελλείμματος ο Codex κάνει σαφές ότι θεωρεί τα συμπληρώματα αναγκαία μόνο σε περίπτωση ελλείμματος. Αναγκαία αλλά όχι ωφέλιμα; Στη συνέχεια ο Codex υποπίπτει στην παγίδα του ορισμού των ελάχιστων και μέγιστων ποσολογιών τις οποίες επιχειρεί να τις παρουσιάσει ως «παγκόσμιες σταθερές» κάτι που βλάπτει την αντίληψη για εξατομικευμένες ανάγκες και χρήση συμπληρωμάτων. Η αναφορά του Codex στη συνέχεια για τη μέγιστη λήψη βιταμινών και ανόργανων μέσω συμπληρωμάτων με κριτήριο την ημερήσια πρόσληψη τους μέσω άλλων διατροφικών πηγών (CAC/GL 55 – 2005, 3.2 b), είναι μια αοριστολογία με καμία πρακτική αξία καθώς η πρόσληψη βιταμινών και ανοργάνων στοιχείων μέσω της τροφής στην συντριπτική πλειονότητα κάθε πληθυσμού δεν καταμετράται. Αν δεν ξέρεις πόση βιταμίνη C έχεις πάρει μέσω τροφών σήμερα, πως μπορείς να ξέρεις πόση παραπάνω μπορεί να χρειάζεσαι μέσω συμπληρωμάτων; Η ίδια περιοριστική λογική του Codex μπορεί να εφαρμοστεί και στα ίδια τα τρόφιμα. Επιτρέπεται π.χ. να φας μόνο ας πούμε 5 πορτοκάλια την ημέρα ενώ αν πιεις και χυμό φραγκοστάφυλου ή μια άλλη διατροφική πηγή βιταμίνης C μπορεί να υπερβείς τα μέγιστα επιτρεπτά καθημερινά όρια; Ο Codex σε αυτό το πεδίο είναι ένα εξόχως περιοριστικό «βασιλικό διάταγμα» περιορισμένου εύρους αντίληψης της πραγματικότητας που μπορεί να έχει απεριόριστες καταστροφικές επεκτάσεις.

Στη συνέχεια ο Codex αναφέρεται στις αγαπημένες του πρακτικές ετικετοποίησης και συσκευασίας που είναι απαγορευτικές για όποιες χώρες δεν έχουν αναπτυγμένη βιομηχανία τροφίμων και για όσο άτομα δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε βιομηχανοποιημένα τρόφιμα.

Σε σχέση με την ετικετοποίηση ο Codex «διατάζει» ότι τα συμπληρώματα πρέπει να φέρουν ταμπέλα ότι πρέπει να αποθηκεύονται σε μέρος μακριά από παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο ο Codex υποδηλώνει ότι τα συμπληρώματα όχι μόνο δεν είναι ωφέλιμα αλλά και επικίνδυνα ωσάν χημικά φάρμακα. Περίεργο που ο Codex δεν απαιτεί από τους κατασκευαστές σνακς να βάζουν μια τέτοια ταμπέλα στα προϊόντα τους αλλά τους επιτρέπει ελεύθερα να στοχεύουν στην αγορά παιδικών τροφίμων.



Οι τάσεις στην ΕΕ

Οι ασάφειες και οι σαφώς υπαινικτικές αντιφάσεις υπάρχουν φυσικά και στην αντίστοιχη νομοθεσία της ΕΕ. Ας δούμε το πώς και το γιατί:

Η οδηγία 2002/46/ΕΚ αναφέρεται σε «θετική λίστα» συμπληρωμάτων. Όσα συμπληρώματα δεν περιέχονται για όποιο λόγο στη λίστα ουσιαστικά «απαγορεύονται» εκτός και αν το κράτος μέλος αποφασίσει αυτόνομα. Ακόμη και έτσι, δημιουργείται θέμα στην διακρατική εμπορία τους.

Η ίδια η οδηγία αναγνωρίζει πως υπάρχει μεγάλος αριθμός συμπληρωμάτων που δεν έχουν αξιολογηθεί από την αρμόδια επιτροπή της ΕΕ και για αυτά επιβάλλεται η ενίοτε χρονοβόρα κα επίπονη διαδικασία της υποβολής πλήρους φακέλου. Στο άρθρο 1 τις οδηγίας συναντάμε ξανά το παράδοξο «συμπληρώματα: φάρμακα ή τρόφιμα». Στα πλαίσια αυτού του παραδόξου μπορεί να απαιτηθεί διαφορετική διαδικασία και προδιαγραφές για το ίδιο συμπλήρωμα όταν αυτό προορίζεται για θεραπευτική χρήση και άλλη όταν πρόκειται για συμπλήρωση διατροφής… Και όλο αυτό το αξεδιάλυτο κουβάρι εμπεριέχεται σπερματικά στον ορισμό του φαρμάκου όπως αυτός δύναται από την Ε.Ε: φάρμακο είναι «κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών που χαρακτηρίζεται ως έχουσα θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες έναντι ασθενειών ανθρώπων», ορισμός τα κριτήρια του οποίου πληρούν συνήθως τα συμπληρώματα διατροφής. Αντί λοιπόν η ΕΕ να κάνει τον πολυπόθητο και εύχρηστο διαχωρισμό ανάμεσα σε θεραπευτικές ουσίες φυσικής προέλευσης και χημικά φαρμακευτικά, η ΕΕ σπεύδει αντιθέτως να υπερτονίσει πως τα συμπληρώματα μπορεί να είναι αναγκαία σε περίπτωση έλλειψης αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ωφέλιμα και δημιουργεί συνειρμούς για πιθανή επικινδυνότητα τους με τους εξής τρόπους:

Άρθρο 6

2. Η επισήμανση, παρουσίαση και διαφήμιση των συμπληρωμάτων διατροφής δεν αποδίδουν στα προϊόντα αυτά ιδιότητες πρόληψης, αγωγής ή θεραπείας ανθρώπινης νόσου, ούτε αναφέρουν τέτοιες ιδιότητες.

Παρά το μεγάλο όγκο σχετικά συγκαλυμμένων ερευνητικών δεδομένων για θεραπευτική δράση των συμπληρωμάτων, η ΕΕ θέλει τους παραγωγούς τους «δηλωσίες»: Η επισήμανση, παρουσίαση και διαφήμιση των συμπληρωμάτων διατροφής δεν αποδίδουν στα προϊόντα αυτά ιδιότητες πρόληψης, αγωγής ή θεραπείας ανθρώπινης νόσου, ούτε αναφέρουν τέτοιες ιδιότητες. Εντούτοις, η ΕΕ δεν κρατά ούτε τη μισή της αυστηρότητα όταν πρόκειται για διαφημίσεις βιομηχανικών τροφίμων όπου καθημερινά προβαίνουν άμεσα ή έμμεσα σε εξωφρενικούς ισχυρισμούς υγείας και σεξουαλικότητας, όπως συμβαίνει με μαργαρίνες κατά της χοληστερίνης ή και αναψυκτικά που σε κάνουν σέξι και άλλα τέτοια καθημερινά ευτράπελα. Στο χώρο τώρα των συμπληρωμάτων, πέραν των βιταμινών και των ανοργάνων όπως τα βότανα, φύκη, μύκητες, άλγες και εκχυλίσματα ή παράγωγά τους, τα πράγματα είναι ακόμη περισσότερο ομιχλώδη και δυστυχώς ακόμη περισσότερο περιοριστικά. Γιατί σε αυτό το χώρο, ό,τι ο Codex και η ΕΕ ορίζει, το περιορίζει. Ό,τι δεν ορίζει, σχεδόν το απαγορεύει. Στο χώρο των βοτάνων για φαρμακευτική χρήση, τα πράγματα είναι ακόμη πιο άσχημα και οι περιορισμοί ασφυκτικοί. Στην τροπολογία οδηγίας 2004/24/EC για παράδειγμα, η ΕΕ αφήνει ένα παραθυράκι για τη χρήση παραδοσιακών βοτάνων αλλά στενεύει τρομακτικά το παραθυράκι μέσω ανελαστικών κριτηρίων: Ανάμεσα σε άλλα κριτήρια, θεσπίζει αυθαίρετα πως για να κατοχυρωθεί και να καταχωρηθεί ένα βότανο ως προς την ιατρική του χρήση, το βότανο αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως τέτοιο για τουλάχιστον 30 χρόνια στη χώρα μέλος της ΕΕ και για 15 χρόνια μέσα στην ΕΕ πριν την κατάθεση της αίτησης. Με τη θέσπιση αυτών των εξαιρετικά κοντόφθαλμων και αυτάρεσκων κριτηρίων δημιουργούνται τρομακτικές δυσχέρειες στην κατοχύρωση ιατρικής χρησιμότητας σε βότανα π.χ. εκτός ΕΕ. Η μακραίωνη, για παράδειγμα, χρήση βοτάνων στην Ασία για ιατρικούς σκοπούς συναντά νομοθετικούς σκοπέλους στην ΕΕ, ενώ τα ντόπια βότανα κάθε νέας ή υπό ένταξη χώρας αποκλείονται από τον ορισμό της χρήσης για ιατρικούς σκοπούς καθώς είναι αδύνατο τα ίδια βότανα μιας χώρας να χρησιμοποιούνται εδώ και 15 χρόνια στην ΕΕ.

Μάθαμε λοιπόν ότι η μακραίωνη βοτανική παράδοση ξεκινά με την Ευρωπαϊκή Ένωση! Οτιδήποτε εκτός αυτής, αποκλείεται. Για να ξαναγυρίσουμε στα βότανα και τη θετική λίστα: Σε μια έκθεση του 2008 για την προοπτική και τα χαρακτηριστικά της αγοράς τροφίμων όσον αφορά συμπληρώματα εκτός βιταμινών και ανοργάνων, στην κατηγορία των πιο συχνά χρησιμοποιούμενων «βοτάνων» δεν περιέχονται κάποια ελληνικά όπως το ιπποφαές ή ο κρόκος. Παρότι δεν ξέρω ποιο είναι σήμερα το νομοθετικό καθεστώς για τα ελληνικής καταγωγής συμπληρώματα, καλό θα είναι οι Έλληνες παραγωγοί να υποβάλλουν τους φακέλους τους, αν δεν το έχουν κάνει ακόμη.

Η Ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη για την παραδοσιακή βοτανική ιατρική. Παρότι οι λαοί της Ευρώπης έχουν πολύ διαφορετικές συνήθειες λήψης και χρήσης συμπληρωμάτων, στο όνομα της «εναρμόνισης» η ΕΕ παράγει ένα νομοθετικό χυλό που κάποιος υπερβολικός θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ως διατροφική δικτατορία.

Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τα πράγματα γίνονται εν δυνάμει πολύ χειρότερα. Όπως έχω περιγράψει σε παλαιότερο άρθρο μου τον Ιανουάριο του 2011 ψηφίστηκε από τον πρόεδρο Ομπάμα το S501, το νομοσχέδιο για τον εκσυγχρονισμό της ασφάλειας των τροφίμων που επιβάλει την επί πληρωμής εγγραφή για «οποιονδήποτε (με την εξαίρεση αγροκτημάτων και εστιατορίων) που παράγει, επεξεργάζεται, πακετάρει, διανέμει, κρατεί ή εισάγει ένα «τεμάχιο» τροφής».

Για μια ακόμη φορά ο ορισμός είναι τόσο πλατύς και ασαφής που παρέχει τη δυνατότητα ο νόμος να μπορεί να εφαρμοστεί κατά την κρίση της όποιας αρχής μέχρις ακόμη και του σαφώς υπερβολικού σημείου η καλλιέργεια και η κατοχή φαγητού να ακολουθεί την λογική της κατοχής ναρκωτικών: αν καλλιεργείς ή κρατείς μικρές ποσότητες φαγητού ο νόμος δεν σε πιάνει: για ποιο λόγο όμως να καλλιεργείς μεγάλες ποσότητες ντομάτας ή πατάτας και να τις κρατάς όταν αυτές υπερκαλύπτουν τις άμεσες ανάγκες σου; Τότε ίσως να θεωρηθείς λαθρέμπορας τροφής. Και τι σου συμβαίνει τότε; «Ιδιώτες που συμμετέχουν σε χειρισμό τροφής χωρίς επίσημη εγγραφή είναι υποκείμενοι σε ένα μέγιστο 10 ετών ποινής φυλάκισης!»

Δεν ισχυριζόμαστε ότι αυτή είναι η κατεύθυνση που υποχρεωτικά θα πάρουν τα πράματα, αλλά συνήθως όταν δημιουργείται το πλαίσιο και αυτό είναι ασαφές, οι εφαρμογές παίρνουν συχνά την πιο αλλόκοτη τροπή και απομακρύνονται από την έννοια του δημοσίου συμφέροντας, πλευρίζοντας ή καθοδηγούμενες από τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. Οι εταιρίες και οι υπεραγορές μπορούν να αποθηκεύουν και να διακινούν τρόφιμα. Εμείς όχι.

Η ανταλλαγή τροφίμων σαφώς απαγορεύεται από το νόμο και αν η λογική της αμερικανικής νομοθεσίας διαχυθεί και σε άλλες χώρες όπως συχνά συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας, μπορεί να δούμε στον τόπο μας ένα ειδικό σώμα τροφόμπατσων που θα κυνηγούν την ανταλλακτική οικονομία τροφίμων, η οποία είναι μια από τις λίγες απαντήσεις που έχουμε απέναντι στην κρίση.

Μια άλλη πρωτοτυπία του νομοσχεδίου είναι ότι η εποπτεία στο τρόφιμα περνάει κεντρικά στο αμερικάνικο αμαρτωλό FDA (Food and Drugs administration), διάτρητο από βιομηχανικά συμφέροντα. Και εδώ για μια ακόμη φορά συναντάμε το δίλλημα: φάρμακο ή τρόφιμο, εταιρικά κέρδη ή δημόσιο καλό. Είναι σαφές ότι στις μέρες μας υπάρχει μια σαφής στροφή προς τη συγκέντρωση εξουσιών και τον απολυταρχισμό, μια στροφή που σαφώς αποτυπώνεται στη νομοθεσία και πως η κατάργηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων μας γίνονται συχνά στο όνομα της ασφάλειας.

Όπως τόνισε και ο Benjamin Franklin τον μακρινό 18ο αιώνα, «αυτός που παραδίδει την ελευθερία για την ασφάλεια δεν αξίζει τίποτε από τα δύο».

Και όμως, αν είμαστε φιλαλήθεις και φιλοπερίεργοι, μπορούμε να έχουμε και τα δύο.

(Ο Πέτρος Αργυρίου είναι συγγραφέας-αναλυτής με ένα μεγάλο αριθμό επιτυχημένων εκτιμήσεων και προβλέψεων στον ελληνικό αλλά και διεθνή εναλλακτικό τύπο. Βιβλία του μπορείτε να βρείτε από τις εκδόσεις ETRA και κείμενά του μπορείτε να διαβάσετε στο agriazwa.blogspot.com).