Η Ομοιοπαθητική ως εναλλακτική λύση για τον καρκίνο

Κατηγορία Ομοιοπαθητική
Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012 20:41 Διαβάστηκε 1904 φορές
Issue 49

Η Ομοιοπαθητική ως εναλλακτική λύση για τον καρκίνο
Γράφει ο Bryan Hubbard

Αν και κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν είναι καλύτερη από ένα εικονικό φάρμακο, ωστόσο η θεραπευτική της Ομοιοπαθητικής αντιστρέφει την πορεία χιλιάδων περιστατικών καρκίνου στην Ινδία. Πολλοί γιατροί την χλευάζουν θεωρώντας την αναποτελεσματική, ωστόσο μελέτες που έχουν χρηματοδοτηθεί από την αμερικανική κυβέρνηση δείχνουν ότι η Ομοιοπαθητική ίσως αποτελεί μία από τις καλύτερες άμυνές μας ενάντια στον καρκίνο. Κάποιες ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι εξίσου αποτελεσματικές όσο και οι ισχυρές χημειοθεραπείες, σύμφωνα με κλινικές δοκιμές, και χιλιάδες περιπτώσεις καρκίνου αναστράφηκαν μόνο με Ομοιοπαθητική.

Η εκπληκτική επιτυχία των ομοιοπαθητικών φαρμάκων ενάντια στις πιο επίφοβες ασθένειες έχει αποδειχθεί καθημερινά σε διάφορες κλινικές ομοιοπαθητικής στην Καλκούτα της Ινδίας. Σε μία αξιολόγηση του έργου του ερευνητικού ιδρύματος Prasanta Banerji (Prasanta Banerji Homeopathic Research Foundation), 21.888 περιστατικά ασθενών με κακοήθεις όγκους αντιμετωπίστηκαν μόνο με ομοιοπαθητική θεραπεία – δεν υποβλήθηκαν ούτε σε χημειοθεραπεία ούτε σε ακτινοβολίες – στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1990 και 2005. Κλινικές αναφορές αποκαλύπτουν ότι οι όγκοι υποχώρησαν εντελώς στο 19% των περιπτώσεων (δηλαδή σε 4158 ασθενείς) και σταθεροποιήθηκαν ή βελτιώθηκαν σε επιπλέον 21% των περιπτώσεων (4596 ασθενείς). Εκείνοι των οποίων οι όγκοι είχαν σταθεροποιηθεί, παρακολουθούνταν για τα επόμενα 2-10 έτη για να καταγραφεί η βελτίωση (Banerji, 2008). Αυτό δείχνει ότι η ομοιοπαθητική θεραπεία αντιστρέφει την πορεία ή σταθεροποιεί το 40% όλων των καρκίνων, ένα ποσοστό επιτυχίας αντίστοιχο με τα καλύτερα αποτελέσματα της συμβατικής ιατρικής, και χωρίς τις παρενέργειες της χημειοθεραπείας ή της θεραπείας με ακτινοβολίες. Το πρωτόκολλο Banerji - οι ομοιοπαθητικές θεραπείες που χρησιμοποιήθηκαν στο ερευνητικό ίδρυμα - εξετάστηκαν ανεξάρτητα, σε εργαστηριακές συνθήκες και κάποια από τα φάρμακα που χρησιμοποιούνταν, φάνηκαν να είναι το ίδιο αποτελεσματικά ενάντια στα καρκινικά κύτταρα του μαστού όσο και το φάρμακο χημειοθεραπείας Taxol (Int J Oncol, 2010; 36: 395-403). Τα φάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν από το ερευνητικό ίδρυμα είναι κοινά ομοιοπαθητικά φάρμακα που είναι διαθέσιμα στην αγορά. Μία άλλη κλινική στην Καλκούτα, το Advanced Homeopathic Healthcare Centre, υποστηρίζει ότι έχει παρόμοια επίπεδα επιτυχίας στους ασθενείς με καρκίνο αλλά, αν και είναι καλά τεκμηριωμένα, δεν έχουν υποβληθεί στο ίδιο επίπεδο επιστημονικής επικύρωσης όπως το ίδρυμα Prasanta Banerji.

Τραβώντας την προσοχή

Το έργο στο ίδρυμα Banerji τράβηξε για πρώτη φορά την προσοχή της Δύσης το 1995, όταν ο Dr Prasanta Banerji και ο γιος του, Dr Pratip Banerji, παρουσίασαν στο 5ο Διεθνές Συνέδριο Αντικαρκινικής Έρευνας μία μελέτη 16 περιστατικών όγκων στον εγκέφαλο που είχαν θεραπευτεί μόνο με τη χρήση ομοιοπαθητικής θεραπείας. Χρησιμοποιούσαν ομοιοπαθητικά φάρμακα σε ασθενείς με καρκίνο στο ίδρυμά τους από το 1992, και υποστήριζαν ότι φροντίζουν περίπου 120 καρκινοπαθείς την ημέρα. Ο Dr Sen Pathak, καθηγητής κυτταρικής βιολογίας και γενετικής στο πανεπιστήμιο του Τέξας στο ιατρικό κέντρο καρκίνου (MD Anderson Cancer Center - MDACC) στο Χιούστον, προσέγγισε τους Banerjis και μαζί, έκαναν μία δοκιμασία για να ελέγξουν ομοιοπαθητικά φάρμακα, σε 15 ασθενείς με όγκο στον εγκέφαλο. Σε 6 από τους 7 ασθενείς με γλοίωμα (ένα είδος καρκίνου στον εγκέφαλο) υπήρξε πλήρης αντιστροφή της εξέλιξης του όγκου. Σε μία συνοδευτική εργαστηριακή μελέτη, επιστήμονες παρατήρησαν ότι τα φάρμακα οδηγούσαν τα καρκινικά κύτταρα σε πορεία καταστροφής (Int J Oncol, 2003; 23: 975-82). Το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Τα γλοιώματα θεωρούνται μη θεραπεύσιμα˙ από τους 10.000 ασθενείς στους οποίους γίνεται διάγνωση για κακοήθες γλοίωμα κάθε χρόνο μόνο στις ΗΠΑ, μόνο το 50% αυτών επιβιώνουν ένα χρόνο μετά και μόνο το 25% δύο χρόνια μετά (The Washington Post, 20 May 2008). Οι επιστήμονες στο MDACC εντυπωσιάστηκαν τόσο από τα αποτελέσματα, που ξεκίνησαν να προσφέρουν ομοιοπαθητική θεραπεία ως μία από τις θεραπευτικές επιλογές για τη θεραπεία του καρκίνου. Το 1999, το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου της κυβέρνησης των ΗΠΑ (ΝCI) αξιολόγησε ανεξάρτητα το πρωτόκολλο Banerji σε 10 ασθενείς με διαφορετικά είδη καρκίνου. Σε τέσσερις περιπτώσεις με καρκίνο του πνεύμονα και του οισοφάγου, οι ερευνητές του ΝCI επιβεβαίωσαν ότι υπήρχε μερική ανταπόκριση στην ομοιοπαθητική θεραπεία. Κανένας από τους ασθενείς δεν είχε λάβει προηγουμένως κάποια συμβατική θεραπεία για τον καρκίνο. Το ΝCI κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν σαφή στοιχεία αποτελεσματικότητας ώστε να υποστηριχθεί επιπλέον έρευνα για την ομοιοπαθητική στον καρκίνο, μία ιστορική απόφαση καθώς σηματοδότησε την πρώτη φορά που κάποιο κρατικό ινστιτούτο υγείας στις ΗΠΑ ασχολήθηκε με μία εναλλακτική θεραπεία για τον καρκίνο (Oncol Rep, 2008; 20: 69-74).

Στο εργαστήριο

Για να κατανοήσουν το μηχανισμό των ομοιοπαθητικών φαρμάκων στα καρκινικά κύτταρα, οκτώ επιστήμονες από το MDACC εξέτασαν κάποια ομοιοπαθητικά φάρμακα σε δύο είδη καρκινικών κυττάρων μαστού. Περίπου 5.000 κύτταρα εκτέθηκαν στα ομοιοπαθητικά φάρμακα και σε ένα εικονικό φάρμακο (placebo) για περιόδους από μία έως και τέσσερις μέρες. Το πείραμα επαναλήφθηκε τρεις φορές. Σε κάποια από τα φάρμακα αυτά, υπήρξε 80% ανταπόκριση, υποδεικνύοντας ότι προκάλεσαν απόπτωση ή και θάνατο των κυττάρων. Συγκριτικά, στο εικονικό φάρμακο υπήρξε μόνο 30% μείωση, αποδεικνύοντας έτσι ότι η δράση των ομοιοπαθητικών φαρμάκων ήταν πάνω από δύο φορές μεγαλύτερη από αυτή του placebo. Επίσης, η δράση ήταν ισχυρότερη στη μεγαλύτερη αραίωση (αυτό στην ομοιοπαθητική σημαίνει πιο ισχυρή δόση) και για μεγαλύτερες περιόδους έκθεσης. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα φάρμακα ενεργοποίησαν έναν «αποπτωτικό χείμαρρο» που παρέμβαινε στον κανονικό κύκλο ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων, ενώ τα υγιή κύτταρα που περιβάλλονταν παρέμεναν ανεπηρέαστα. Με άλλα λόγια, στόχευαν μόνο στα καρκινικά κύτταρα, σε αντίθεση με τη χημειοθεραπεία που επιτίθεται σε όλα τα αναπτυσσόμενα κύτταρα. Επιπλέον, η δράση των ομοιοπαθητικών φαρμάκων ήταν το ίδιο ισχυρή όσο και του Taxol (paclitaxel), του πιο κοινά συνταγογραφημένου φαρμάκου χημειοθεραπείας για τον καρκίνο του μαστού (Ιnt J Oncol, 2010q 36Q 395-403).

Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα που ελέχθησαν έδειξαν πολύ καλά αποτελέσματα στο εργαστήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ερευνητές χρησιμοποίησαν συγκεκριμένα φάρμακα στο εργαστήριο, μελετώντας την επίδρασή τους στα καρκινικά κύτταρα. Ωστόσο σύμφωνα με τις αρχές της κλασικής ομοιοπαθητικής, η ομοιοπαθητική θεραπεία υποστηρίζεται από τη χρήση ενός μόνο συγκεκριμένου φαρμάκου που ταιριάζει στο ψυχοσωματικό προφίλ κάθε ασθενούς και επομένως το φάρμακο αυτό μπορεί να είναι διαφορετικό για κάθε ασθενή. Το ομοιοπαθητικό φάρμακο δεν επιλέγεται με βάση την ασθένεια ή κάποιο συγκεκριμένο σύμπτωμα, αλλά με βάση τη γενική εικόνα και το σύνολο των συμπτωμάτων του ασθενούς και επομένως εξατομικεύεται σε κάθε περίπτωση. Έτσι, πολλοί ασθενείς του ινστιτούτου λάμβαναν διαφορετικό ομοιοπαθητικό φάρμακο από αυτά που μελετήθηκαν στο εργαστήριο, με εξαιρετικά μεγάλη επιτυχία, σύμφωνα με μία έρευνα σε 127 Αμερικανούς ασθενείς με όγκο στον εγκέφαλο, οι μισοί από τους οποίους ήταν στο στάδιο IV, το τελευταίο στάδιο πριν το θάνατο. Σύμφωνα με τις μαγνητικές τομογραφίες, οι όγκοι είχαν εξαφανιστεί εντελώς σε 18 από του 127 ασθενείς που λάμβαναν μόνο ομοιοπαθητικό φάρμακο και καμία συμβατική θεραπεία. Άλλοι 9 ασθενείς είχαν σημαντική μείωση του όγκου. Οι όγκοι ήταν σταθεροί περίπου στους μισούς ασθενείς, ενώ είχαν αυξηθεί σε 27 ασθενείς. Συνολικά, περίπου το 79% των ασθενών με όγκους στον εγκέφαλο επιβίωσε, έδειξε μεγάλη ή μικρή ωφέλεια από το ομοιοπαθητικό φάρμακο. Σε μία μελέτη του ιδρύματος μεταξύ ασθενών που λάμβαναν ομοιοπαθητική θεραπεία παράλληλα με συμβατική χημειοθεραπεία για όγκο στον εγκέφαλο, το 72% άντλησε λίγα ή πολλά οφέλη από την ομοιοπαθητική θεραπεία σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, δείχνοντας ότι το ομοιοπαθητικό φάρμακο από μόνο του είναι πιο αποτελεσματικό – ή σίγουρα το ίδιο αποτελεσματικό – όσο τα φάρμακα της συμβατικής θεραπείας και μάλιστα χωρίς τις παρενέργειές τους (http://health.groups.yahoo.com/group/Ruta6). Σε μία ξεχωριστή μελέτη σε περιστατικά όγκου του εγκεφάλου – 148 ασθενείς με κακοήθη γλοιώματα και 144 ασθενείς με μηνιγγιώματα – που έλαβαν θεραπεία στο ίδρυμα μεταξύ 1996 και 2001, οι 91 ασθενείς στους οποίους είχε δοθεί αποκλειστικά ομοιοπαθητική θεραπεία είχαν κατά μέσο όρο χρόνο επιβίωσης τους 92 μήνες, ενώ 11 ασθενείς που είχαν συμβατική θεραπεία και χρησιμοποιούσαν την ομοιοπαθητική συμπληρωματικά επιβίωσαν για 20 μήνες. Ακόμα, 7% των ασθενών που αντιμετώπιζαν τον καρκίνο μόνο με ομοιοπαθητική, θεραπεύτηκαν πλήρως, 60% βελτιώθηκε η κατάστασή τους, 22% ήταν σε σταθερή κατάσταση (με τον καρκίνο ούτε να βελτιώνεται, ούτε να επιδεινώνεται) και 11% των ασθενών είχε επιδείνωση ή πέθανε (Prasanta Benerji Homeopathic Research Foundation, www.pbhrfindia.org).

Άλλες έρευνες

Έξω από την Ινδία, η έρευνα για τη δράση της ομοιοπαθητικής στον καρκίνο είναι πολύ περιορισμένη, κυρίως επειδή δεν θεωρείται καλύτερη από ένα placebo. Εξαιτίας αυτού, οι περισσότερες μελέτες στη Δύση αξιολογούν την Ομοιοπαθητική ως μία καταπραϋντική θεραπεία που βοηθά τους ασθενείς να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της χημειοθεραπείας και της ακτινοθεραπείας. Σε μία μελέτη, 100 γυναίκες με καρκίνο του μαστού είχαν μία ωριαία συνάντηση με έναν ομοιοπαθητικό από τον οποίο ζητήθηκε να βοηθήσει σε συμπτώματα που εμφανίστηκαν ως παρενέργειες της συμβατικής θεραπείας. Οι 67 ασθενείς που ολοκλήρωσαν την ομοιοπαθητική θεραπεία και τις δύο συμπληρωματικές συναντήσεις με τον ομοιοπαθητικό, όλες ανάφεραν «σημαντικές βελτιώσεις» στις εξάψεις, το αίσθημα κόπωσης, την ανησυχία και την κατάθλιψη, αν και τα φάρμακα δεν λιγόστεψαν τον πόνο (Palliative Med, 2002; 16: 227-33). Σε μία άλλη μελέτη γυναικών με καρκίνο του μαστού, το ομοιοπαθητικό φάρμακο ελέγχθηκε σε σύγκριση με placebo για την αντιμετώπιση των εξάψεων μετά τη χορήγηση του φαρμάκου tamoxifen. Σε αυτό το πείραμα, σε 26 γυναίκες δόθηκε ομοιοπαθητικό φάρμακο, σε 30 γυναίκες δόθηκε ομοιοπαθητικό φάρμακο αλλά και ένα placebo (εικονικό φάρμακο) και σε 27 δόθηκε μόνο placebo. Τόσο η ομάδα των γυναικών πού πήρε συνδυασμό ομοιοπαθητικού και placebo, όσο και η ομάδα που πήρε ομοιοπαθητικό φάρμακο, ανάφεραν βελτίωση των συμπτωμάτων, σε σύγκριση με την ομάδα που πήρε μόνο το εικονικό φάρμακο (J Altern Complement Med, 2005; 11:21-7). Η Ομοιοπαθητική βοήθησε επίσης στην ανακούφιση των συμπτωμάτων από την ακτινοθεραπεία σε μία ομάδα 32 γυναικών με καρκίνο του μαστού. Η υπέρχρωση του δέρματος μετά την ακτινοθεραπεία μειώθηκε στην ομάδα που έκανε ομοιοπαθητική θεραπεία σε σχέση με την ομάδα ελέγχου που δεν έλαβε ομοιοπαθητικό φάρμακο, και γενικά οι παρενέργειες της ακτινοθεραπείας στην πρώτη ομάδα ήταν επίσης μειωμένες (Br Homeopath J, 2000; 89: 8-12). Η ομοιοπαθητική θεραπεία έχει επίσης ελεγχθεί αποτελεσματικά σε διάφορες δοκιμές. Σε μία, δόθηκε ομοιοπαθητικό φάρμακο σε 15 ασθενείς (ηλικίας από 3 έως 15 ετών) που είχαν υποβληθεί σε μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων για τον καρκίνου τους, με σκοπό να αντιμετωπίσει τις στοματίτιδες (στοματικά έλκη). Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo) που δόθηκε σε άλλους 15 ασθενείς, η ομοιοπαθητική θεραπεία μείωσε σημαντικά τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της στοματίτιδας (Cancer, 2001; 92: 684-90). Σε μία άλλη μελέτη, ελέγχθηκε ένα ομοιοπαθητικό φάρμακο σε 20 ασθενείς με διάφορους καρκίνους, πάλι για την αντιμετώπιση της στοματίτιδας. Μείωσε τη διάρκεια των συμπτωμάτων σε μόλις έξι ημέρες, σε σύγκριση με τις 13 ημέρες στην ομάδα που δεν έλαβε ομοιοπαθητική θεραπεία (Biomed Ther, 1998; 16: 261-5). Επίσης, εξατομικευμένα ομοιοπαθητικά φάρμακα βοήθησαν μία ομάδα 45 γυναικών που λάμβανε θεραπεία για καρκίνο του μαστού. Η ομοιοπαθητική χρησιμοποιήθηκε για να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα που ακολουθούσαν την πτώση των οιστρογόνων. Η σοβαρότητα των εξάψεων καθώς και άλλα συμπτώματα – εκτός από τον πόνο στις αρθρώσεις – μειώθηκαν, ενώ γενικά η ποιότητα της ζωής τους και η ευεξία τους βελτιώθηκαν σημαντικά (Homeopathy, 2003; 92: 131-4). Μία άλλη ομάδα γυναικών που ανάρρωναν από θεραπεία για τον καρκίνο του μαστού, που περιλάμβανε tamoxifen, επίσης ανέφερε βελτίωση στη σοβαρότητα και τη συχνότητα των εξάψεων (Homeopathy, 2002; 91: 75-9).

Η μαύρη τρύπα

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) πρόσφατα προσχώρησε στην άποψη της Δύσης που υποστηρίζει ότι η Ομοιοπαθητική δεν είναι τίποτα άλλο από το φαινόμενο του placebo. Απαντώντας στην εκστρατεία της ομάδας ‘Voice of Young Science Network’, που απευθύνει έκκληση για απαγόρευση της προώθησης της Ομοιοπαθητικής στις αναπτυσσόμενες χώρες, ο Π.Ο.Υ. υποστηρίζει ότι η Ομοιοπαθητική δεν αποτελεί θεραπεία για τον ιό HIV, την φυματίωση ή την ελονοσία. Χαιρετίζοντας την δήλωση του Π.Ο.Υ., ο Dr Robert Hagan, μέλος του Voice of Young Science Network, σχολίασε: «Πρέπει οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο να αναγνωρίσουν τους κινδύνους της προώθησης της ομοιοπαθητικής για ασθένειες που απειλούν τη ζωή.» (BBC News, 20 August 2009; http://news.bbc.co.uk/2/hi/ 8211925.stm) Ωστόσο, η ομοιοπαθητική χρησιμοποιείται με πολύ καλά αποτελέσματα στην Ινδία. Σε εκείνη την κουλτούρα, η ομοιοπαθητική γίνεται αποδεκτή ως μια πραγματική ιατρική θεραπεία, και διέπεται από νόμους που εξασφαλίζουν ότι οι ομοιοπαθητικοί είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι και είναι πιστοποιημένοι με άδεια εξάσκησης. Είναι παράξενο γιατί καλές ιατρικές μελέτες, οι οποίες υποστηρίζονται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και από σημαντικούς Αμερικανούς ακαδημαϊκούς, δεν είναι αναγνωρισμένες, πόσο μάλλον συζητούνται στη Δύση. Σίγουρα, ο καρκίνος είναι μία σοβαρή απειλή όπου πρέπει να διερευνηθεί κάθε διέξοδος με ανοιχτό μυαλό, και όχι να αφήνεται σε φαρμακευτικές και ακαδημαϊκές φατρίες. Η συμβατική ιατρική δεν προσφέρει πραγματικά αποτελεσματικές λύσεις και μπλοκάρει οτιδήποτε θα μπορούσε να βοηθήσει, ειδικά ό,τι θεωρείται "αδύνατο" και "παράλογο" από την επιστήμη της, όπως η Ομοιοπαθητική. Bryan Hubbard

ΕΝΘΕΤΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ
Η Ομοιοπαθητική στην Ινδία

Ο Mahatma Gandhi, ο πατέρας της σύγχρονης Ινδίας, περίγραφε την Ομοιοπαθητική ως εξής: “Η Ομοιοπαθητική είναι μία εξευγενισμένη μέθοδος που θεραπεύει τους ασθενείς χωρίς πολλά χρήματα και χωρίς βία. Η κυβέρνηση θα πρέπει να την ενθαρρύνει και να την υποστηρίζει στη χώρα μας.” Και έτσι έκαναν. Το 1960, η νομοθεσία Maharashtra εγκαθίδρυσε μία επιτροπή εξεταστών, σχετικά με τη διδασκαλία της Ομοιοπαθητικής και τη δημιουργία νέων κολλεγίων Ομοιοπαθητικής, που θα καθόριζε τις ρυθμίσεις και θα έδινε άδεια σε θεραπευτές. Εννέα χρόνια αργότερα, πέρασε μία νέα νομοθεσία που δημιούργησε ένα κεντρικό συμβούλιο για να ελέγχει την Ομοιοπαθητική και την Αγιουρβέδα, το παραδοσιακό θεραπευτικό σύστημα της Ινδίας. Το 1973, ψηφίστηκε η νομοθεσία του Κεντρικού Ομοιοπαθητικού Συμβουλίου, που καθόρισε τα κριτήρια για την ομοιοπαθητική εκπαίδευση και επέτρεψε σε ομοιοπαθητικούς να δουλεύουν σε διαφορετικές πολιτείες στη χώρα. Η νομοθεσία επισημοποίησε μία μεγάλη παράδοση στην Ινδία που ξεκίνησε το 1839, όταν ο Ρουμάνος γιατρός John Martin Honigberger θεράπευσε αποτελεσματικά την παράλυση στις φωνητικές χορδές του Μαχαραγιά του Πουντζάμπ. Ο Honigberger είχε διδαχτεί την Ομοιοπαθητική από τον ιδρυτή της, τον Dr Samuel Hahnemann, και πείστηκε για την αποτελεσματικότητά της όταν θεραπεύτηκε ο ίδιος από ελονοσία. Ο Honigberger μετακόμισε στην Καλκούτα, όπου ήταν γνωστός ως ο «γιατρός της χολέρας» γιατί θεράπευε αποτελεσματικά την ασθένεια χρησιμοποιώντας ομοιοπαθητική θεραπεία. Το 1867, ο Dr Salzar από τη Βιέννη άρχισε να διδάσκει Ομοιοπαθητική στην Ινδία και δύο από τους μαθητές του συνέχισαν δημιουργώντας το πρώτο κολλέγιο Ομοιοπαθητικής στην Ινδία, το 1878. Ωστόσο, οι Βρετανοί κυβερνήτες δεν έδειχναν συμπάθεια στην Ομοιοπαθητική η οποία άρχισε να αναπτύσσεται μόνο μετά την ανεξαρτησία της χώρας το 1947.

Όχι μόνο νερό Πολλοί επιστήμονες και γιατροί υποστηρίζουν ότι η ομοιοπαθητική είναι μία ανοησία εξαιτίας της μεγάλης αραίωσης των ενεργών συστατικών. Τα φάρμακα είναι διαλυμένα πέρα από τον αριθμό του Avogadro, που είναι η τελευταία συγκέντρωση στην οποία υπάρχουν μόρια της αρχικής ουσίας. Κάθε ομοιοπαθητικό φάρμακο σε δυναμοποίηση από 12C ή μεγαλύτερη– με άλλα λόγια διαλυμένο 1200 φορές και πάνω– είναι πέρα από τον αριθμό Avogadro, που δείχνει ότι έχει μείνει μόνο νερό. Αυτό σημαίνει, λένε οι σκεπτικιστές, ότι κάθε δράση της ομοιοπαθητικής οφείλεται στο φαινόμενο του placebo. Όμως η Ομοιοπαθητική υποστηρίζει ότι όσο μεγαλύτερες είναι οι αραιώσεις τόσο μεγαλύτερη είναι η δυναμοποίηση του φαρμάκου και έτσι με μεγαλύτερες αραιώσεις έχουμε ισχυρότερα ομοιοπαθητικά φάρμακα. Η συμβατική επιστήμη δεν διαθέτει ένα μοντέλο που να εξηγεί πώς δρα η ομοιοπαθητική. Μία μετα-ανάλυση 75 μελετών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 67 από αυτές έδειξαν δράσεις πολύ πέρα από εκείνη του placebo (Complement Ther Med, 2007; 15: 128-38). Τα αποτελέσματα φάνηκαν επίσης με τη χρήση υψηλά εξελιγμένης τεχνολογίας όπως:

  • Θερμιδομετρία, που μετρά το ποσό της θερμότητας που εκπέμπεται από ένα δείγμα (J Therm Anal Calorim, 2004; 75: 815-36).
  • Φασματοσκοπία, που μετρά πώς μία ουσία απορροφά ή εκπέμπει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία (Homeopathy, 2007; 96: 175-82) και
  • Θερμοφωταύγεια, που μετρά το ποσό του φωτός που παράγεται από ένα δείγμα όταν αυτό θερμαίνεται (Physica A, 2003; 323: 67-74).

H δόνηση – ή έντονη ανατάραξη – είναι το ίδιο σημαντική με τις υψηλές αραιώσεις στη δημιουργία των ομοιοπαθητικών φαρμάκων. Μία μελέτη μέτρησε την αποτελεσματικότητα δύο θεραπειών με υψηλή αραίωση, όπου στη μία χρησιμοποιήθηκε δόνηση ενώ στην άλλη όχι, και υπήρχε διαφορά μεταξύ των δύο (Biochim Biophys Acta, 2003; 1621: 253-60).

H νέα επιστήμη του νερού

Απτόητος από τη δημόσια γελιοποίηση του συμπατριώτη του Jacques Benveniste και της θεωρίας του ότι το νερό έχει μνήμη, ο βραβευμένος με Νόμπελ ιολόγος Luc Montagnier επιβεβαίωσε ότι το νερό όντως διατηρεί συχνότητες, ακόμα και σε επίπεδα αραίωσης όπως αυτά που χρησιμοποιούνται στην ομοιοπαθητική. Ο Montagnier, που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ για την ανακάλυψή του ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ HIV και AIDS, ανακάλυψε ότι διαλύματα που περιέχουν DNA ιών και βακτηρίων “θα μπορούσαν να εκπέμπουν ραδιοκύματα χαμηλών συχνοτήτων”. Τα κύματα αυτά επηρεάζουν τα μόρια γύρω τους, μετατρέποντάς τα σε οργανωμένες δομές. Με τη σειρά τους, αυτά τα οργανωμένα μόρια εκπέμπουν επίσης κύματα. Επιβεβαιώνοντας αυτό που οι ομοιοπαθητικοί έλεγαν εδώ και αιώνες, ο Montagnier ανακάλυψε ότι αυτά τα κύματα που εκπέμπουν πληροφορία παραμένουν στο νερό ακόμα και μετά από μεγάλη αραίωση, συχνά σε επίπεδα όπως αυτά στα ομοιοπαθητικά φάρμακα (Interdiscip Sci, 2009; 1: 81-90). Οι ανακαλύψεις του Montagnier αντικατοπτρίζουν εκείνες του γάλλου ιολόγου Jacques Benveniste, που πέρασε τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του ερευνώντας το νερό και την ικανότητά του να «θυμάται» ουσίες, ακόμα και αυτές έχουν υποστεί μεγάλη αραίωση. Ωστόσο, μετά από τη δημοσίευση της αρχικής του εργασίας στο περιοδικό κύρους Nature (Nature, 1988: 333: 816-8), ο Benveniste δέχτηκε επίσκεψη στο εργαστήριό του από τον συντάκτη του περιοδικού John Maddox και τον σκεπτικιστή μάγο James Randi. Είπαν ότι ο Benveniste ήταν ανίκανος να αναπαράγει τα ευρήματά που ενέπνευσαν την αρχική του εργασία, κατηγορώντας τον ως «τσαρλατάνο» και καταστρέφοντας τη φήμη του.