Συγκερασμός Ομοιοπαθητικής και Κλασικής Ιατρικής

Κατηγορία Ομοιοπαθητική
Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013 13:52 Διαβάστηκε 1400 φορές
Issue 55


Γράφει ο Νικόλαος Ι. Ρωτσιάμης, Iατρός, M.Sc. στην Κλασσική Ομοιοπαθητική, Κέντρο Κλασσικής Ομοιοπαθητικής OMIASIS, www.omiasis.gr, e-mail: nikosrotsiamis@omiasis.gr

Η κλασική ιατρική από τη μία αλλά και η Ομοιοπαθητική από την άλλη αποτελούν όπλα στη φαρέτρα του γιατρού, προκειμένου να επιτελέσει το υπέρτατο λειτούργημά του, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εξασφάλιση της υγείας του ανθρώπου. Ο γιατρός σπουδάζει μέσω ενός αναλυτικού – αναγωγιστικού μοντέλου το «πώς» γεννιέται και εκδηλώνεται η αρρώστια, μαθαίνοντας ανατομία, φυσιολογία, παθολογία, αλλά από την άλλη γίνεται κοινωνός και ενός σύνθετου, ολιστικού μοντέλου «ερμηνείας» της αρρώστιας.

Ας δούμε λοιπόν πως μπορούν να συνυπάρξουν στην καθημερινή κλινική πράξη η Ομοιοπαθητική με την κλασική ιατρική:

  1. Η ιατρική είναι μία και πρέπει να επιλέγεται η καλύτερη κάθε φορά θεραπευτική μέθοδος για τον κάθε άρρωστο χωριστά.
  2. Η αντικειμενική εξέταση (επίκρουση, ακρόαση, ψηλάφηση) και ο παρακλινικός – εργαστηριακός έλεγχος ακολουθούν τους κανόνες της κλασικής ιατρικής. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τι νόσημα έχει ο ασθενής, ώστε εφαρμόζοντας την Ομοιοπαθητική και ξέροντας την παθοφυσιολογία και φυσική πορεία της νόσου, να μπορούμε να κρίνουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης και να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματα της θεραπείας.
  3. Δεν αλλάζουμε ποτέ θεραπείες με τις οποίες ο άρρωστος νοιώθει καλά.
  4. Είναι σύνηθες φαινόμενο για έναν άρρωστο που προσέρχεται για Ομοιοπαθητική θεραπεία, η ταυτόχρονη χρόνια λήψη χημικών φαρμάκων. Ο στόχος με την έναρξη μιας ομοιοπαθητικής αγωγής δεν είναι πάντοτε η διακοπή των φαρμάκων της κλασικής ιατρικής, αλλά η βελτίωση του επιπέδου υγείας του αρρώστου. Έτσι, αντιυπερτασικά, υπολιπιδαιμικά ή αντιαρρυθμικά φάρμακα ιδίως σε ασθενείς με παθολογοανατομικές βλάβες δεν διακόπτονται, χωρίς όμως να αποκλείεται ενδεχόμενη τροποποίηση τους ως αποτέλεσμα μιας συνολικής καλύτερης απάντησης του οργανισμού στο υποκείμενο νόσημα μετά τη θεραπεία.
  5. Η χορήγηση συμβατικών φαρμάκων δεν επηρεάζει το ίδιο όλους τους οργανισμούς, γι’ αυτό δεν πρέπει να αποτελεί τροχοπέδη στην εφαρμογή της Ομοιοπαθητικής θεραπείας. Η κληρονομική προδιάθεση, το επίπεδο του ανοσοποιητικού συστήματος και ο τρόπος ζωής καθορίζουν τη δυνατότητα της θεραπείας. Βασικός κανόνας της Ομοιοπαθητικής είναι ότι θεραπεύει «ασθενείς» και όχι «ασθένειες». Επομένως, αν μετά τη λήψη του ομοιοπαθητικού ιστορικού ο άρρωστος έχει «καθαρή» εικόνα φαρμάκου (που σημαίνει ισχυρό αμυντικό μηχανισμό) τότε, άσχετα με τη νόσο, έχει καλή πρόγνωση.
  6. Ο γιατρός πρέπει να μπορεί να αξιολογήσει τη σοβαρότητα και το επείγον της νόσου, γι’ αυτό η καλή γνώση της ιατρικής και η κλινική εξέταση είναι απαραίτητες προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, μία οξεία μικροβιακή μηνιγγίτιδα χρήζει άμεσα χορήγηση αντιβίωσης, διότι η καθυστέρηση έστω και λεπτών μπορεί να αποβεί μοιραία, ενώ ο καρκίνος του μαστού σε αρχικά στάδια θεραπεύεται χειρουργικά. Στόχος λοιπόν πρέπει να είναι η επιλογή κάθε στιγμή της καλύτερης δυνατής θεραπευτικής προσέγγισης για την εξασφάλιση της υγείας του αρρώστου.
  7. Η εφαρμογή Ομοιοπαθητικής στα παιδιά μπορεί να μειώσει την ανάγκη χρήσης αντιβιοτικών για κοινές παθήσεις όπως ωτίτιδες, αμυγδαλίτιδες κ.α., θέτοντας τις βάσεις για ένα καλύτερο επίπεδο υγείας.
  8. Σε ασθενείς τελικού σταδίου η Ομοιοπαθητική εξασφαλίζει τον ελάχιστο δυνατό πόνο σε συνδυασμό με το μεγαλύτερο βαθμό εγρήγορσης, ώστε ο ασθενής να κάνει τη μετάβαση από τη ζωή στο θάνατο με αξιοπρέπεια και γαλήνη.