Οι μέρες αποτελεσματικότητας των αντιβιοτικών φαίνεται να τελειώνουν. Η αντίσταση σε ένα από τα φάρμακα πρώτης γραμμής έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία δύο χρόνια και έχει ξεκινήσει αγώνας για να βρεθεί άλλη θεραπεία για τις κοινές λοιμώξεις.

Δεκαέξι από τις 19 ευρωπαϊκές χώρες, λένε ότι η αντίσταση στην σιπροφλοξασίνη, δηλαδή σε ένα από τα ισχυρότερα αντιβιοτικά στον κόσμο, είναι τώρα υψηλή ή πολύ υψηλή.

Η σιπροφλοξασίνη είναι η θεραπεία επιλογής για τροφική δηλητηρίαση που προκαλείται από λοιμώξεις όπως η σαλμονέλλα (Salmonella) και το καμπυλοβακτήριο (Campylobacter) και τα βακτήρια της σαλμονέλλας είναι τώρα πολυανθεκτικά σε φάρμακα, πράγμα που σημαίνει ότι τρία ή περισσότερα αντιμικροβιακά είναι πλέον αναποτελεσματικά.

Τα βακτήρια Salmonella και E coli από τα πουλερικά γίνονται επίσης ανθεκτικά στην σιπροφλοξασίνη, σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων.

Η συνολική αντίσταση σε υψηλή δόση σιπροφλοξασίνης αυξήθηκε από 1,7% το 2016 σε 4,6% το 2018.

Όπως αναφέρει η έκθεση, θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία αν η σιπροφλοξασίνη και τα υπόλοιπα της οικογένειας των αντιβιοτικών φθοριοκινολόνης χάσουν την αποτελεσματικότητά τους, αλλά οι προοπτικές θα μπορούσαν να είναι ακόμα πιο άσχημες εάν αυξηθεί η συνδυασμένη αντίσταση σε δύο ή περισσότερα αντιβιοτικά.

(Πηγή: European Union Summary Report on Antimicrobial Resistance, released March 3, 2020).

 

Κατηγορία Υγεία

Είμαστε κατακλυσμένοι από βακτήρια, ιούς, παράσιτα και μύκητες που μπορούν να μας κάνουν να αρρωστήσουμε. Και το μοναδικό πράγμα που στέκεται ανάμεσα σε αυτά και τον αφανισμό μας είναι το ανοσοποιητικό μας σύστημα.

Το ανοσοποιητικό σύστημα κάνει τόσο καλή δουλειά τις περισσότερες φορές που το σκεφτόμαστε μόνο όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Αλλά για να παρέχεται τέτοια εξαιρετική προστασία εναντίον πλήθους παθογόνων, το ανοσοποιητικό σύστημα πρέπει να μαθαίνει συνεχώς.

Μέρη του συνόλου

Το ανοσοποιητικό σύστημα αποτελείται από δύο εξίσου σημαντικά μέρη: την έμφυτη (φυσική) ανοσία και την επίκτητη (προσαρμοστική) ανοσία.

Η έμφυτη ανοσία ανταποκρίνεται γρήγορα στους εισβολείς: τα κύτταρα φυσικής ανοσίας αντιμετωπίζουν πάνω από το 90% των μολύνσεων και τις εξαφανίζουν μέσα σε ώρες ή ημέρες. Αυτά τα κύτταρα αναγνωρίζουν τους εισβολείς αναζητώντας ευρέως κοινά μοτίβα, όπως συνήθη μόρια στην επιφάνεια των περισσότερων βακτηρίων. Για παράδειγμα, μπορούν να αναζητήσουν λιποπολυσακχαρίτες, ένα μόριο που βρίσκεται σε πολλά βακτηριακά κυτταρικά τοιχώματα.

Όταν η φυσική ανοσολογική απάντηση αποτυγχάνει να αποτρέψει μια εισβολή, οι εισβολείς αντιμετωπίζονται με την προσαρμοστική ανοσία. Αντί για γενικά πρότυπα, κάθε προσαρμοστικό κύτταρο βλέπει ένα πολύ συγκεκριμένο μοτίβο. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια συγκεκριμένη πρωτεΐνη στην επιφάνεια ενός ιού ή βακτηρίου.

Αλλά επειδή το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα δεν γνωρίζει τι εισβολείς μπορεί να συναντήσει, φτιάχνει εκατομμύρια διαφορετικά κύτταρα, κάθε ένα από τα οποία δημιουργείται για να αναγνωρίσει ένα τυχαίο διαφορετικό μοτίβο. Ένα προσαρμοστικό κύτταρο μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τον ιό της γρίπης, για παράδειγμα, ενώ ένα άλλο μπορεί να αναγνωρίσει μόνο έναν τύπο βακτηρίων.

Όταν τα προσαρμοστικά ανοσοκύτταρα αναγνωρίσουν έναν εισβολέα, αναπαράγονται έτσι ώστε να σχηματίσουν έναν στρατό για να τον σκοτώσει. Αυτή η πολύ εξειδικευμένη διαδικασία μπορεί να πάρει μια εβδομάδα την πρώτη φορά που μολυνθήκαμε από έναν νέο εισβολέα. Εάν είμαστε εκτεθειμένοι σε έναν ιό της γρίπης, για παράδειγμα, ενεργοποιείται μόνο ο μικρός αριθμός προσαρμοστικών κυττάρων που μπορούν να αναγνωρίσουν τυχαία τους ιούς της γρίπης, έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η λοίμωξη, γι’ αυτό και χρειάζεται αρκετός χρόνος για να τον αντιμετωπίσει.

Αφού αφαιρεθεί ο εισβολέας, διατηρούνται τα προσαρμοστικά κύτταρα που τον αναγνωρίζουν, ως εξειδικευμένα "κύτταρα μνήμης". Αν ο οργανισμός έρθει σε επαφή ξανά με τον ίδιο εισβολέα, αυτά τα κύτταρα μπορούν να ανταποκριθούν πριν αρρωστήσουμε. Με αυτό τον τρόπο μαθαίνει το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα.

 

Συνεχής εκπαίδευση

Η παραδοσιακή κατανόηση του ανοσοποιητικού συστήματος θεωρούσε ότι τα κύτταρα φυσικής ανοσολογικής απάντησης δεν μπορούσαν να μάθουν και ότι ασχολούνταν με κάθε εισβολέα με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά. Όμως νέα στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι έμφυτες (φυσικές) αντιδράσεις μεταβάλλονται από προηγούμενες λοιμώξεις ή εμβολιασμούς, μέσω της "έμφυτης εκμάθησης" ή "εκπαιδευμένης ανοσίας".

Επειδή η έμφυτη εκμάθηση αλλάζει τα έμφυτα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, έχει ευρείες συνέπειες για το πώς το ανοσοποιητικό σύστημα ασχολείται με τις λοιμώξεις. Αυτό σημαίνει ότι η μόλυνση από έναν εισβολέα μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζει έναν εντελώς διαφορετικό εισβολέα. Αντίθετα, η προσαρμοστική μάθηση οδηγεί σε πολύ ειδική προστασία από την επαναλαμβανόμενη μόλυνση από τον ίδιο εισβολέα.

Η έμφυτη μάθηση μπορεί να έχει απροσδόκητες επιπτώσεις στο πώς το ανοσοποιητικό μας σύστημα ασχολείται με δευτερογενείς λοιμώξεις (λοιμώξεις που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια ή μετά από μια διαφορετική μόλυνση). Ακολουθεί ένα παράδειγμα: το εμβόλιο "Bacillus Calmette-Guerin" (BCG) έχει σχεδιαστεί για να προστατεύει από τη φυματίωση και κάνει καλή δουλειά στην προστασία από τη φυματίωση, όπως αναμενόταν. Επίσης προστατεύει από τη μόλυνση από έναν εντελώς ανεξάρτητο εισβολέα, τον μύκητα Candida albicans.

Η λοίμωξη από Candida albicans προκαλεί «καντιντίαση», πιο γνωστή ως λοίμωξη από μύκητες. Μελέτες εμβολιασμένων ασθενών με BCG είχαν προηγουμένως υποδείξει ότι ο εμβολιασμός προστατεύει από άλλες λοιμώξεις εκτός από τη φυματίωση. Αλλά το πώς συνέβη αυτό δεν ήταν κατανοητό.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές έδειξαν ότι η προστασία από τον μύκητα συνέβη μέσα από μια βελτιωμένη έμφυτη ανοσοαπόκριση. Τα έμφυτα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος «μαθαίνουν» από το εμβόλιο και προστατεύουν από τη μόλυνση από κάντιντα για έως και τρεις μήνες μετά. Και αυτό είναι μόνο μία από τον αυξανόμενο αριθμό μελετών που δείχνουν ότι τα έμφυτα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να μάθουν.

Αυτές οι μελέτες επεκτείνονται σε πρωτόγονα ασπόνδυλα, συμπεριλαμβανομένων των μυγών και των κουνουπιών. Τα ασπόνδυλα στερούνται εντελώς προσαρμοστικών κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, οπότε οποιεσδήποτε αποκρίσεις ανοσοποιητικής μνήμης έχουν, προέρχονται από την έμφυτη μάθηση.

Σε ποντικούς, οι λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα μπορούν να προστατέψουν από εντελώς διαφορετικές βακτηριακές λοιμώξεις. Αντί να αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο σε κάθε εισβολέα, η έμφυτη μάθηση αλλάζει τις ανοσολογικές μας απαντήσεις βάσει προηγούμενων εμπειριών.

Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι η εκμάθηση του ανοσοποιητικού επηρεάζεται έντονα από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η διατροφή, ο τρόπος ζωής, το περιβάλλον και οι προηγούμενες λοιμώξεις.

Οι ανοσολογικές αντιδράσεις στο ετήσιο εμβόλιο της γρίπης, για παράδειγμα, επηρεάζονται περισσότερο από περιβαλλοντικούς παράγοντες από ότι από τις γενετικές διαφορές. Αυτό υποδηλώνει ότι μπορούμε να βελτιώσουμε τις ανοσολογικές μας απαντήσεις μεταβάλλοντας τις εμπειρίες ζωής μας.

Αντί να παραμείνουμε κολλημένοι στο ανοσοποιητικό σύστημα που κληρονομούμε γενετικά, η έρευνα δείχνει ότι οι ανοσολογικές αντιδράσεις διαμορφώνονται από τις εμπειρίες της ζωής. Αυτό μας δίνει την ελπίδα ότι μπορούμε να βελτιώσουμε την ανοσία μας και να μειώσουμε την ασθένεια μέσω των αλλαγών στον τρόπο ζωής μας και στο περιβάλλον μας.


Steven Maltby, Μετα-διδακτορικός συνεργάτης Ανοσολογίας & Γενετικής, Πανεπιστήμιο του Newcastle.
Πηγή: The Conversation 

Κατηγορία Υγεία

Όπως αναφέρει μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Cell Reports, τα αντιβιοτικά που είναι αρκετά ισχυρά για να εξαλείψουν τα βακτήρια του εντέρου μπορούν επίσης να σταματήσουν την ανάπτυξη νέων εγκεφαλικών κυττάρων στον ιππόκαμπο, ένα τμήμα του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη. Οι ερευνητές αποκάλυψαν επίσης μια ένδειξη για το γιατί ένας τύπος λευκών αιμοσφαιρίων φαίνεται να δρα ως επικοινωνιακός παράγοντας μεταξύ του εγκεφάλου, του ανοσοποιητικού συστήματος και του εντέρου.

«Βρήκαμε ότι η παρατεταμένη θεραπεία με αντιβιοτικά μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του εγκεφάλου», αναφέρει η επικεφαλής της μελέτης, Susanne Asu Wolf από το Κέντρο Μοριακής Ιατρικής Max-Delbrueck στο Βερολίνο της Γερμανίας. «Όμως τα προβιοτικά και η άσκηση μπορούν να εξισορροπήσουν την πλαστικότητα του εγκεφάλου και πρέπει να θεωρηθούν ως μια πραγματική επιλογή θεραπείας.»

Η Wolf αρχικά είδε στοιχεία ότι το ανοσοποιητικό σύστημα θα μπορούσε να επηρεάσει την υγεία και την ανάπτυξη των εγκεφαλικών κυττάρων μέσω της έρευνας σε κύτταρα Τα, σχεδόν πριν από 10 χρόνια. Αλλά υπήρξαν λίγες μελέτες που έβρισκαν σύνδεση από τον εγκέφαλο στο ανοσοποιητικό σύστημα και πίσω στο έντερο.

Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές έδωσαν σε μια ομάδα ποντικών αρκετά αντιβιοτικά για να απαλλαγούν σχεδόν από εντερικά μικρόβια. Σε σύγκριση με τα ποντίκια που δεν είχαν πάρει αντιβιοτική αγωγή, τα ποντίκια που έχασαν τα φιλικά βακτήρια του εντέρου τους παρουσίασαν χειρότερα τεστ μνήμης και έδειξαν απώλεια νευρογένεσης (νέα εγκεφαλικά κύτταρα) σε ένα τμήμα του ιππόκαμπού τους που τυπικά παράγει νέα εγκεφαλικά κύτταρα καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής ενός ατόμου. Την ίδια στιγμή που οι ποντικοί παρουσίαζαν απώλεια μνήμης και νευρογένεσης, η ερευνητική ομάδα ανίχνευσε χαμηλότερο επίπεδο λευκών αιμοσφαιρίων (ειδικά μονοκύτταρα) που επισημάνθηκαν με Ly6Chi μακροφάγα στον εγκέφαλο, στο αίμα και στο μυελό των οστών. Έτσι, οι ερευνητές εξέτασαν αν ήταν πράγματι τα μονοκύτταρα Ly6Chi πίσω από τις αλλαγές στην νευρογένεση και τη μνήμη.

Σε ένα άλλο πείραμα, η ερευνητική ομάδα συνέκρινε τα ποντίκια που δεν είχαν πάρει αγωγή με ποντίκια που είχαν υγιή επίπεδα βακτηρίων εντέρου αλλά χαμηλά επίπεδα Ly6Chi είτε λόγω γενετικής είτε λόγω θεραπείας με αντισώματα που στοχεύουν κύτταρα Ly6Chi. Και στις δύο περιπτώσεις, τα ποντίκια με χαμηλά επίπεδα Ly6Chi εμφάνισαν τα ίδια προβλήματα μνήμης και νευρογένεσης όπως τα ποντίκια στο άλλο πείραμα που είχαν χάσει τα βακτήρια του εντέρου. Επιπλέον, όταν οι ερευνητές υποκατέστησαν τα επίπεδα Ly6Chi σε ποντίκια που έλαβαν αντιβιοτικά, τότε η μνήμη και η νευρογένεση βελτιώθηκαν.

«Για μας ήταν εντυπωσιακό ότι βρήκαμε αυτά τα κύτταρα Ly6Chi που ταξιδεύουν από την περιφέρεια στον εγκέφαλο και αν υπάρχει κάτι κακό στο μικροβίωμα, τα Ly6Chi λειτουργούν ως κύτταρα επικοινωνίας», λέει η Wolf.

Ευτυχώς, οι δυσμενείς παρενέργειες των αντιβιοτικών θα μπορούσαν να διορθωθούν. Τα ποντίκια που έλαβαν προβιοτικά ή που ασκούνταν σε τροχό μετά τη λήψη αντιβιοτικών ανέκτησαν μνήμη και νευρογένεση. «Το μέγεθος της δράσης των προβιοτικών στα κύτταρα Ly6Chi, τη νευρογένεση και τη γνωστική ικανότητα με εντυπωσίασαν», λέει.

Όμως ένα αποτέλεσμα στο πείραμα έθεσε περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τα βακτήρια του εντέρου και τη σχέση μεταξύ Ly6Chi και εγκεφάλου. Ενώ τα προβιοτικά βοήθησαν τα ποντίκια να ανακτήσουν τη μνήμη, οι μεταμοσχεύσεις κοπράνων για την αποκατάσταση ενός υγιούς μικροβιώματος του εντέρου δεν είχαν αποτέλεσμα.

«Ήταν έκπληξη το γεγονός ότι το φυσιολογικό μόσχευμα κοπράνων αποκαθιστούσε ευρέως τα βακτήρια του εντέρου, αλλά δεν ανακτούσε τη δυνατότητα νευρογένεσης», λέει η Wolf. «Αυτό μπορεί να είναι υπαινιγμός για την άμεση επίδραση των αντιβιοτικών στη νευρογένεση χωρίς να χρησιμοποιηθεί η παράκαμψη μέσω του εντέρου. Για να το αποκρυπτογραφήσουμε αυτό μπορούμε να δώσουμε αντιβιοτικά σε απαλλαγμένα από βακτήρια ποντίκια χωρίς χλωρίδα του εντέρου και να δούμε τι είναι διαφορετικό».

Στο μέλλον, οι ερευνητές ελπίζουν επίσης να δουν περισσότερες κλινικές δοκιμές που θα διερευνήσουν εάν οι προβιοτικές θεραπείες βελτιώνουν τα συμπτώματα σε ασθενείς με νευροεκφυλιστικές και ψυχιατρικές διαταραχές. «Θα μπορούσαμε να μετρήσουμε το αποτέλεσμα στη διάθεση, τα ψυχιατρικά συμπτώματα, τη σύνθεση του μικροβιώματος και τη λειτουργία των ανοσοκυττάρων πριν και μετά την προβιοτική θεραπεία», αναφέρει η Wolf.


Πηγή: Cell Press

Βιβλιογραφία μελέτης:

Möhle, Mattei, and Heimesaat et al. Ly6Chi Monocytes Provide a Link between Antibiotic-Induced Changes in Gut Microbiota and Adult Hippocampal NeurogenesisCell Reports, 2016 DOI: 10.1016/j.celrep.2016.04.074

Κατηγορία Υγεία

Η κακή χρήση των αντιβιοτικών έχει ήδη οδηγήσει στην εμφάνιση ενός τεράστιου αριθμού ανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηρίων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να απειλήσουν τη μελλοντική υγεία του ανθρώπινου είδους. Και αν αυτό δεν ήταν αρκετά κακό, μια νέα μελέτη στο περιοδικό Cell Reports αποκαλύπτει ότι η λανθασμένη χρήση αντιβιοτικών για τη θεραπεία της γρίπης θα μπορούσε να κάνει την ασθένεια έως και τρεις φορές πιο θανατηφόρα, απενεργοποιώντας την πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού έναντι του ιού.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα βακτήρια στο έντερό μας είναι στην πραγματικότητα τα πρώτα που ανταποκρίνονται σε έναν εισβάλλοντα ιό της γρίπης και προσπαθούν να καταστρέψουν τα ανεπιθύμητα παθογόνα πολύ καιρό πριν κινητοποιηθούν τα ανοσιακά μας κύτταρα. Παρόλα αυτά, καθώς τα αντιβιοτικά διαταράζουν τις μικροβιοκοινότητες του εντέρου, αυτοί οι μικροσκοπικοί υπερασπιστές μας δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ιό.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, χρειάζονται δύο ημέρες ώστε το ανοσοποιητικό σύστημα να ανιχνεύσει την παρουσία του ιού της γρίπης και να αρχίσει να επιστρατεύει λευκά αιμοσφαίρια για να καταδιώξουν και να τα καταστρέψουν τον ιό. Κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, ο ιός κρύβεται στους πνεύμονες, όπου πολλαπλασιάζεται.

Ωστόσο, τα βακτήρια στο έντερο χρησιμοποιούν έναν τύπο σηματοδότησης που ονομάζεται σηματοδότηση ιντερφερόνης τύπου 1 για να ενεργοποιήσουν ένα αντιικό γονίδιο στα κύτταρα που καλύπτουν τους πνεύμονες, προκαλώντας τους να απελευθερώσουν μια πρωτεΐνη που σταματάει τον ιό της γρίπης από το να μπορεί να πολλαπλασιαστεί τόσο γρήγορα. Αυτό εξασφαλίζει ότι ο ιός της γρίπης παραμένει σε ένα διαχειρίσιμο μέγεθος ώστε τα ανοσιακά κύτταρα του σώματος να τον νικήσουν όταν τελικά ενταχθούν στον αγώνα δύο ημέρες αργότερα.

Οι ερευνητές, από το Ινστιτούτο Francis Crick στο Λονδίνο, έδωσαν σε ποντίκια μια σειρά αντιβιοτικών πριν τα μολύνουν με τον ιό της γρίπης. Μετά από δύο ημέρες, αυτά τα ποντίκια βρέθηκαν να έχουν πέντε φορές περισσότερους ιούς στους πνεύμονές τους από μια άλλη ομάδα ποντικών που δεν είχαν λάβει αντιβιοτικά, εξαιτίας της διαφοράς στην υγεία των βακτηρίων του εντέρου τους. Ως συνέπεια, μόνο το ένα τρίτο των ποντικών που έλαβαν αντιβιοτικό επέζησαν από τη γρίπη, σε σύγκριση με το 80% αυτών που δεν είχαν υποβληθεί σε θεραπεία.

Όταν οι ερευνητές αποκατέστησαν αργότερα τα βακτήρια του εντέρου των ποντικών που είχαν λάβει αντιβιοτικά, διαπίστωσαν ότι αυτό αποκατέστησε την ικανότητά τους να σταματούν τον πολλαπλασιασμό του ιού στους πνεύμονες κατά τις δύο πρώτες ημέρες της μόλυνσης και να ενισχύουν τις πιθανότητες ανάκαμψης από την ασθένεια.

Σχολιάζοντας αυτά τα ευρήματα, ο συγγραφέας της μελέτης Andreas Wack δήλωσε σε συνέντευξή του ότι «τα αντιβιοτικά μπορούν να εξαλείψουν την αρχική αντίδραση στη γρίπη προσθέτοντας περαιτέρω στοιχεία ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται ή να συνταγογραφούνται χωρίς σοβαρό λόγο».

Πηγή: Cell Reports, Independent, Medical news today, RTE

Κατηγορία Έρευνα
Σελίδα 1 από 2