Η μείωση του πυρετού είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που προσπαθεί να πετύχει συνήθως ο μέσος γιατρός. Όμως, η αυξημένη θερμοκρασία του σώματος μάς προστατεύει φυσικά από τη μόλυνση και ακόμη και από τους όγκους, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Όσο υψηλότερα ανεβαίνει η θερμοκρασία πέρα του 'φυσιολογικού' ορίου των 37 βαθμών Κελσίου, τόσο περισσότερο το σώμα επιταχύνει τις φυσικές άμυνές του ενάντια στους όγκους, τις πληγές και τις μολύνσεις.

Αντίθετα, η χαμηλή θερμοκρασία σώματος, περίπου 34 βαθμών Κελσίου, η οποία συμβαίνει συνήθως όταν κοιμόμαστε, μπορεί να προκαλέσει φλεγμονώδεις διεργασίες όπως οι καρδιακές παθήσεις, γεγονός που θα εξηγούσε γιατί οι εργαζόμενοι σε βάρδιες ή άτομα που πάσχουν από συχνή στέρηση ύπνου ή αϋπνία είναι πιο επιρρεπή σε φλεγμονώδεις νόσους. Το 24ωρο ρολόι στο σώμα μας μπορεί να αντιμετωπίσει τη φυσική πτώση της θερμοκρασίας όταν κοιμόμαστε, αλλά ο κίνδυνος φλεγμονώδους νόσου και καρκίνου αυξάνεται όταν είναι χαμηλή για μεγαλύτερες περιόδους.

Οι επιπτώσεις της θερμοκρασίας του σώματος στην υγεία θα μπορούσαν επίσης να εξηγήσουν γιατί οι επιδημίες κρυολογημάτων και γρίπης επικρατούν στους χειμερινούς μήνες στο βόρειο ημισφαίριο, λένε ερευνητές των Πανεπιστημίων του Warwick και του Manchester.

Η αυξημένη θερμοκρασία σώματος ξεκινά την απελευθέρωση μιας πρωτεΐνης, της A20, η οποία βοηθά στην προστασία του σώματος από φλεγμονώδεις ασθένειες και καρκίνο. Ακόμη και μικρές αυξήσεις στη θερμοκρασία του σώματος βοηθούν τα αμυντικά συστήματα του οργανισμού, διαπίστωσαν οι ερευνητές.

Η έρευνα επιβεβαιώνει μια ανακάλυψη που έγινε μερικά χρόνια πριν, η οποία διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που είχαν υψηλό πυρετό τα προηγούμενα πέντε χρόνια ήταν λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν καρκίνο.

Πηγή: Proceedings of the National Academy of Sciences, 2018; 201803609; doi: 10.1073/pnas.1803609115

Κατηγορία Υγεία

Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από γιατρούς που ασκούν την ανθρωποσοφική ιατρική κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εμπύρετες μολυσματικές παιδικές ασθένειες ίσως μας προστατεύουν από τον καρκίνο αργότερα στη ζωή. Η μελέτη σχεδιάστηκε για να διερευνήσει την υπόθεση ότι οι εμπύρετες μολυσματικές παιδικές ασθένειες σχετίζονται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου κατά την ενηλικίωση, καθώς τέτοιες πληροφορίες από το ιστορικό των ασθενών έχουν μεγάλη σημασία στην ανθρωποσοφική ιατρική. Στη μελέτη συμμετείχε ομάδα ασθενών με καρκίνο και ομάδα ασθενών ελέγχου από 35 ανθρωποσοφικά γενικά ιατρεία στην Ελβετία που κατηγοριοποιήθηκαν σε σχέση με το φύλο, την ηλικία και το γιατρό. Όλοι οι ασθενείς συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με τις εμπύρετες μολυσματικές παιδικές ασθένειες. Συλλέχθηκαν 424 περιπτώσεις, από αυτές μπόρεσαν να αναλυθούν 379 αντιστοιχισμένα ζεύγη. Η μελέτη έδειξε σταθερά χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνο σε ασθενείς με ιστορικό εμπύρετων μολυσματικών παιδικών ασθενειών. Οι ισχυρότερες συσχετίσεις βρέθηκαν μεταξύ ασθενών με μη μαστικούς καρκίνους και ερυθράς σε σχέση με την ανεμοβλογιά. Επίσης, διαπιστώθηκε έντονη συσχέτιση με τον συνολικό αριθμό των εμπύρετων μολυσματικών παιδικών ασθενειών τόσο των «κλασσικών» (ιλαρά, παρωτίτιδα, ερυθρά, κοκίτης, οστρακιά και ανεμοβλογιά) όσο και των «άλλων». Καμία από αυτές τις συνδέσεις δεν ήταν εμφανής για ασθενείς με καρκίνο του μαστού.

Aναδρομική μελέτη έδειξε σημαντική σχέση μεταξύ εμπύρετων μολυσματικών παιδικών ασθενειών και κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου. Ο αριθμός των εμπύρετων μολυσματικών παιδικών ασθενειών μειώνει τον κίνδυνο για καρκίνο, ιδίως για καρκίνους που δεν αφορούν το μαστό. Η σχέση με την περιοχή του όγκου φαίνεται επίσης σημαντική, αλλά μπορεί να διερευνηθεί μόνο σε μια πιο εκτεταμένη μελέτη.

Βιβλιογραφική αναφορά:

Albonico HU, Bräker HU, Hüsler J., Med Hypotheses. 1998 Oct;51(4):315-20.

 Περισσότερα για την Ανθρωποσοφική ιατρική μπορείτε να βρείτε εδώ: Ανθρωποσοφική ιατρική

Κατηγορία Έρευνα