Ο έντονος κίνδυνος μυοκαρδίτιδας στα παιδιά εξαιτίας των εμβολίων του covid παρουσιάζεται σε μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Cardiology. Η μελέτη έρχεται καθώς τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) παραδέχτηκαν ότι έλαβαν σχεδόν 400 αναφορές παιδιών ηλικίας 12 έως 17 ετών που εμφάνισαν φλεγμονή της καρδιάς μετά τη λήψη του covid εμβολίου Pfizer / BioNTech. Η μελέτη περιλαμβάνει επίσης αναφορές για 14 θανάτους εφήβων μετά από εμβολιασμό. Αξίζει να επαναλάβουμε ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για αυτήν τη μελέτη από το VAERS αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό κλάσμα ανεπιθύμητων ενεργειών, πολλά από τα οποία δεν αναφέρονται ποτέ. Το ερώτημα παραμένει: τελικά, ο κίνδυνος μακροχρόνιας βλάβης στην υγεία ενός νέου ατόμου από τα εμβόλια για τον covid αξίζει τον κόπο όταν διατρέχουν τόσο μικρό κίνδυνο να αρρωστήσουν σοβαρά από τον covid;

Πηγή: Jama network, CDC

Κατηγορία Info

Από τον τομέα δημόσιας υγείας του Οντάριο δημοσιεύτηκε μία έκθεση που περιγράφει αναλυτικά περιπτώσεις νεαρών ατόμων που εμφάνισαν περι- και μυοκαρδίτιδα μετά από το εμβόλιο του covid. Η πλειονότητα των περιπτώσεων συνέβη σε νεαρά αγόρια μετά τη δεύτερη ένεση. Περισσότερα από τα μισά από τα περιστατικά που αναφέρθηκαν συνέβησαν σε νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να προχωρούν με τα σχέδια να εμβολιάσουν και άλλα εκατομμύρια υγιείς κάτω των 17 ετών, θέτοντας δυνητικά σε κίνδυνο τη μελλοντική τους υγεία.

Πηγή: Public Health Ontario

Κατηγορία Info

Σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό JAMA Pediatrics, ο υπερβολικός χρόνος που ξοδεύουν τα μικρά παιδιά μπροστά σε οθόνες, θα μπορούσε να συνδέεται με την αργή ανάπτυξη του εγκεφάλου.

Ο επικεφαλής της μελέτης Dr. John Hutton (παιδίατρος και κλινικός ερευνητής στο Παιδικό νοσοκομείο του Cincinnati), λέει ότι αυτή η μελέτη είναι η πρώτη γνωστή μελέτη που εξετάζει πώς ο χρόνος ανάλωσης μπροστά σε οθόνες επιδρά στη δομή του εγκεφάλου των παιδιών.

Στη μελέτη, ο Hutton και η ομάδα του σκάναραν τους εγκεφάλους παιδιών στην ευαίσθητη ηλικιακή ομάδα μεταξύ 3 και 5 ετών. Διαπίστωσαν ότι η λευκή ουσία στον εγκέφαλο ήταν λιγότερο αναπτυγμένη σε παιδιά που περνούσαν περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες. Η λευκή ουσία είναι σημαντική για την επεξεργασία της σκέψης και την ανάπτυξη του λόγου και δεξιοτήτων όπως η γραφή και η ανάγνωση.

Ο Hutton λέει ότι τα πρώτα πέντε χρόνια ανάπτυξης του εγκεφάλου είναι εξαιρετικά σημαντικά.

"…Ο εγκέφαλος αναπτύσσεται ταχύτερα τα πρώτα πέντε χρόνια. Τότε οι εγκέφαλοι είναι πολύ πλαστικοί και απορροφούν τα πάντα, σχηματίζοντας αυτές τις ισχυρές συνδέσεις που διαρκούν για τη υπόλοιπη ζωή μας", δήλωσε στο CNN.

Ο Hutton δήλωσε ότι τα παιδιά που περνούν περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες δαπανούν λιγότερο χρόνο αλληλεπίδρασης με πραγματικούς ανθρώπους, γεγονός που αποτελεί ουσιαστικό μέρος της δημιουργίας των οδών στον εγκέφαλο που θα διευκολύνουν την ανάπτυξη κοινωνικών και γνωστικών δεξιοτήτων.

"Είναι γνωστό ότι τα παιδιά που περνούν περισσότερο χρόνο μπροστά στην οθόνη τείνουν να μεγαλώνουν σε οικογένειες που περνούν περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες. Τα παιδιά που αναφέρουν ότι περνούν πέντε ώρες μπροστά σε μια οθόνη θα μπορούσαν να έχουν γονείς που περνούν 10 ώρες μπροστά σε μια οθόνη. Αυτά τα δυο βάλτε τα μαζί και θα δείτε ότι δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου χρόνος για να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ", δήλωσε ο Hutton.

Ο Hutton τόνισε ότι δεν είναι οι ίδιες οι οθόνες που προκαλούν τη ζημιά, αλλά μάλλον ότι οι οθόνες λειτουργούν ως αναπλήρωση ή αντικατάσταση της ζωτικής ανθρώπινης αλληλεπίδρασης.

"Δεν είναι ο χρόνος ανάλωσης μπροστά σε μια οθόνη που καταστρέφει την λευκή ουσία. Ίσως ο χρόνος αυτός να παρεμποδίζει άλλες εμπειρίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τα παιδιά να ενισχύσουν αυτά τα δίκτυα του εγκεφάλου", πρόσθεσε.

Η χρήση οθόνης έχει γίνει πανταχού παρούσα στην κοινωνία μας, ακόμη και μεταξύ των παιδιών. Η έρευνα του Hutton υποδηλώνει ότι περίπου το 90% των παιδιών στις μελέτες του, είχαν χρησιμοποιήσει οθόνες από τη στιγμή που έκλεισαν το ένα έτος, με μερικά από αυτά να τις έχουν χρησιμοποιήσει μόλις 2 ή 3 μήνες μετά τη γέννησή τους.

Στην μελέτη, στην οποία τα παιδιά υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία, έδειξε διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης λευκής ουσίας μεταξύ των παιδιών που χρησιμοποίησαν οθόνες για διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Άλλες έρευνες έχουν επίσης διαπιστώσει χαμηλότερα ποσοστά ακαδημαϊκών επιδόσεων σε παιδιά που εκτιθόνταν σε οθόνες πιο συχνά.

Πηγή: Jama Pediatrics, CNN Health


Πρόταση ανάγνωσης:

Περισσότερα για το πρόβλημα των ψηφιακών πολυμέσων, για το πώς επιδρούν στα παιδιά, καθώς και προτάσεις για την επίλυση σχετικών προβλημάτων, σας προτείνουμε να διαβάσετε το βιβλίο με τίτλο: «Μεγαλώνοντας με Υγεία σε έναν κόσμο Ψηφιακών Πολυμέσων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Etra.

Διαφημιση FB digital media

Κατηγορία Υγεία

Η αντίσταση στα αντιβιοτικά προκαλείται όταν τα βακτήρια αλλάζουν προκειμένου να προστατευτούν από αυτά.

Οι οικογενειακοί ιατροί στο Ηνωμένο Βασίλειο δέχονται σε ετήσια βάση περισσότερα από 300 εκατομμύρια επισκέψεις ασθενών και τουλάχιστον το ένα τέταρτο από αυτές αφορούν παιδιά. Σχεδόν τα δύο τρίτα αυτών των επισκέψεων έχουν σαν κύρια αιτία τους το βήχα, το πονόλαιμο ή ωταλγίες - ασθένειες που συνήθως εκδηλώνονται σε μικρά παιδιά.

Οι γιατροί και οι νοσηλευτές ομαδοποιούν αυτούς τους τύπους ασθενειών ως «οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος». Θεωρούνται ότι είναι «αυτό-περιοριζόμενες», που σημαίνει ότι τα αντιβιοτικά έχουν ελάχιστο ή καθόλου όφελος και ότι η ασθένεια θα εξαλειφθεί εγκαίρως. Ωστόσο, στο 30% αυτών των ιατρικών επισκέψεων συνταγογραφούνται αντιβιοτικά, χωρίς ουσιαστικό λόγο. Αυτό κατ’ εκτίμηση ισοδυναμεί με 13 εκατομμύρια περιττές συνταγογραφήσεις αντιβιοτικών! Το φαινόμενο αυτό δεν χαρακτηρίζει μόνο τη σπατάλη που γίνεται, αλλά έχει και τις ανεπιθύμητες συνέπειες για την υγεία του παιδιού.

Πράγματι, σε μια νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε πάνω από 250.000 παιδιά στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας που είχαν πάρει δύο ή περισσότερους κύκλους αντιβιοτικών για οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος κατά το προηγούμενο έτος, είχαν περίπου 30% περισσότερες πιθανότητες να μην ανταποκριθούν στη μετέπειτα θεραπεία (συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για παραπομπή και εισαγωγή στο νοσοκομείο) σε σύγκριση με τα παιδιά που δεν είχαν πάρει αντιβιοτικά. Η μελέτη αυτή αποκλείει ειδικά τα παιδιά με μακροχρόνια προβλήματα υγείας, πράγμα που θα τα καθιστούσε πιο επιρρεπή σε λοιμώξεις.

Το θέμα της αντίστασης

Είναι γνωστό ότι η άσκοπη χρήση αντιβιοτικών κάνει τα βακτήρια να αλλάζουν και μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη αντοχής στα αντιβιοτικά. Αλλά οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν ότι η αντίσταση εμφανίζεται μόνο σε όσους χρησιμοποιούν αντιβιοτικά πολύ συχνά, για πάρα πολύ καιρό, ή σε εκείνους τους ασθενείς που πάσχουν από άλλες παθήσεις που τους κάνουν να είναι πιο επιρρεπείς. Αυτό όμως δεν ισχύει.

Η λήψη οποιουδήποτε αντιβιοτικού (είτε είναι κατάλληλο είτε όχι) καθιστά πιθανότερη την ανάπτυξη αντοχής στα αντιβιοτικά. Όπως δείχνει η έρευνα, ακόμη και η σχετικά χαμηλή χρήση αντιβιοτικών έχει πιθανές επιπτώσεις στην υγεία και μεταφέρει στο σπίτι την επίδραση της περιττής χρήσης αντιβιοτικών στα παιδιά. Όταν πολλά παιδιά προσχολικής ηλικίας παρουσιάζουν συχνά αρκετά επεισόδια ασθένειας που ενδεχομένως θα οδηγήσουν στη λήψη αντιβιοτικών, καθιστά τα ευρήματα ακόμα πιο σημαντικά.

Σε αυτό το στάδιο, είναι αδύνατο να πούμε με βεβαιότητα ποιοι είναι οι βασικοί λόγοι που οδηγούν τα παιδιά που έχουν πάρει περισσότερα αντιβιοτικά να έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να μην ανταποκριθούν σε μεταγενέστερες θεραπείες.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να οφείλεται στην εμφάνιση ανθεκτικών βακτηρίων. Θα μπορούσε επίσης να οφείλεται στην αποδιοργάνωση του εύθραυστου μικροβιώματος του εντέρου στα μικρά παιδιά. Μπορεί επίσης να σχετίζεται με τις προσδοκίες των γονέων για περαιτέρω αγωγή και με το γεγονός ότι δεν γνωρίζουν τον περιορισμένο ρόλο που έχουν τα αντιβιοτικά στις περισσότερες παιδικές ασθένειες. Πράγματι, είναι φυσιολογικό ο «παιδικός» βήχας να διαρκεί περισσότερο από όσο νομίζουμε – (τα μισά παιδιά είχαν βήχα για 10 ημέρες και ένα στα δέκα για 25 ημέρες).

Μακροπρόθεσμες αλλαγές

Φυσικά, οι θεράποντες ιατροί θέλουν να παρέχουν την καλύτερη δυνατή φροντίδα για τους ασθενείς τους. Όμως έρχονται αντιμέτωποι με την απόφαση αν θα πρέπει να συνταγογραφήσουν ένα αντιβιοτικό – προσπαθώντας έτσι να μειώσουν τον άμεσο κίνδυνο για ένα άτομο – ή να μην συνταγογραφήσουν αντιβιοτικά προκειμένου να μειώσουν τον γενικό κίνδυνο.

Η απόφαση αυτή δεν είναι πάντα τόσο απλή υπόθεση. Ειδικά όταν οι κλινικοί ιατροί συχνά σφάλουν, συνταγογραφώντας με αβεβαιότητα. Αλλά η μελέτη δείχνει ότι τα παιδιά που λαμβάνουν μεγαλύτερο αριθμό αντιβιοτικών, είναι πιο πιθανό να επισκεφτούν ξανά το γιατρό μέσα σε μια περίοδο 14 ημερών – πράγμα που από αβλεψία θα αυξήσει το φόρτο εργασίας των γιατρών και των νοσηλευτών.

Δεδομένου ότι τα συμπεράσματα δείχνουν ότι ακόμη και η ελάχιστη χρήση αντιβιοτικών έχει βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών, είναι σαφές ότι όσο λιγότεροι ιατροί συνταγογραφούν αντιβιοτικά σε τέτοιες περιπτώσεις, τόσο το καλύτερο. Αλλά αυτό δεν ισχύει μόνο για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, ισχύει επίσης και για τους γονείς που πρέπει να γίνουν ρεαλιστές σε ό,τι αφορά την διάρκεια της ασθένειας του παιδιού τους.

Πηγές: The Lancet, Oxford Academic, British Journal of General Practice, The bmj, The Conversation.

Κατηγορία Έρευνα
Σελίδα 1 από 2