Η «κακή» χοληστερόλη LDL – στην οποία στοχεύουν τα φάρμακα στατίνης - είναι ωφέλιμη όσο μεγαλώνουμε. Στην πραγματικότητα, τα υψηλότερα επίπεδα LDL βοηθούν στη μακροζωία όταν περνάμε την ηλικία των 60 ετών, ανακάλυψε μια νέα μελέτη.

Οι άνω των 60 ετών που έχουν υψηλότερα επίπεδα χοληστερόλης LDL είναι λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν θανατηφόρες ασθένειες όπως καρκίνο, αναπνευστικά και γαστρεντερικά προβλήματα και καρδιακές παθήσεις, αυτό δηλαδή που υποτίθεται ότι προκαλεί η υψηλή κακή χοληστερόλη.

Αυτό συμβαίνει επειδή η στατίνη, το φάρμακο για τη χοληστερόλη, παρανοεί εντελώς τη λειτουργία της LDL (χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη) χοληστερόλης. Αντί να είναι το λίπος που φράζει την αρτηρία, φαίνεται να αντιμετωπίζει μικροοργανισμούς που μπορούν να προκαλέσουν αυτές τις θανατηφόρες ασθένειες, λέει μια ομάδα 17 επιστημόνων από ένα πλήθος ιατρικών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ.

Αξιολόγησαν τα επίπεδα θνησιμότητας και αυτά της LDL χοληστερόλης σε 68.096 άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών, και ανακάλυψαν ότι το 80 τοις εκατό αυτών που ζούσαν περισσότερο είχαν επίσης τα υψηλότερα επίπεδα χοληστερόλης LDL. Αντίθετα, εκείνοι με τα χαμηλότερα επίπεδα ήταν πολύ πιο πιθανό να πεθάνουν πρόωρα.

Υπάρχει συσχέτιση μεταξύ των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης και των καρδιακών παθήσεων στους νεότερους ανθρώπους, παραδέχονται οι ερευνητές, αλλά η ισορροπία γέρνει προς το αντίθετο όταν κάποιος φτάσει στην ηλικία των 60 ετών, την ίδια στιγμή που η πολιτική δημόσιας υγείας υπαγορεύει ότι οι στατίνες πρέπει να λαμβάνονται ως ρουτίνα προστασίας από καρδιακές παθήσεις.

Πηγή: BMJ Open, 2016; 6: e010401

Κατηγορία Διατροφή

Μια ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο Northwestern πραγματοποίησε μια στατιστική ανάλυση δεδομένων που συλλέχθηκαν από νοσοκομεία και κλινικές σε διάφορες χώρες όπως η Κίνα, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, το Ιράν, η Νότια Κορέα, η Ισπανία, η Ελβετία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Vadim Backman, καθηγητής Βιοϊατρικής Μηχανικής στο Northwestern University‘s McCormick, σχολή Μηχανικών και Εφαρμοσμένων Επιστημών, ο οποίος ηγήθηκε της ερευνητικής ομάδας, δήλωσε ότι εμπνεύστηκαν να εξετάσουν τα επίπεδα της βιταμίνης D μετά από παρατηρήσεις ανεξήγητων διαφορών στα ποσοστά θνησιμότητας COVID-19 από χώρα σε χώρα .

Σύμφωνα με τον Backman, ενώ υπήρχαν ορισμένοι που υπέθεσαν ότι παράγοντες όπως οι διαφορές στην ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης, οι κατανομές ηλικίας στον πληθυσμό και τα ποσοστά δοκιμών ενδέχεται ευθύνονται, η ερευνητική τους ομάδα δεν πείστηκε.

«Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο», δήλωσε ο Backman, ο οποίος είναι επίσης διευθυντής του Northwestern’s Center for Physical Genomics and Engineering. Τόνισε ότι το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης της Ιταλίας είναι ένα από τα καλύτερα στον κόσμο και ότι υπάρχουν διαφορές στα ποσοστά θνησιμότητας στις ίδιες ηλικιακές ομάδες, καθώς και σε χώρες που έχουν παρόμοια ποσοστά δοκιμών.

Όταν οι ερευνητές εξέτασαν προσεκτικά τα δεδομένα από ασθενείς που προέρχονταν από χώρες με υψηλά ποσοστά θνησιμότητας COVID-19, δηλαδή την Ιταλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, παρατήρησαν έναν κοινό παρονομαστή: είχαν γενικά χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D σε σύγκριση με ασθενείς από χώρες που είχαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας.

Επιπλέον, μετά από περαιτέρω εξέταση των δεδομένων των ασθενών, οι ερευνητές βρήκαν μια σχέση μεταξύ των χαμηλών επιπέδων βιταμίνης D και των «cytokine storms», μιας υπερφλεγμονώδους κατάστασης που προκαλείται από ένα υπερδραστήριο ανοσοποιητικό σύστημα.

πηγή: MedRXIVFoxNews, ncbi

Κατηγορία Έρευνα