NDIs: Το προσχέδιο του FDA για τα συμπληρώματα διατροφής

Κατηγορία Safe
Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012 20:41 Διαβάστηκε 1356 φορές
Issue 51


Γράφει ο Πέτρος Αργυρίου

Σε προηγούμενο άρθρο είδαμε για το αμερικάνικο νομοσχέδιο S501 το οποίο οδηγεί σε μία κατεύθυνση απαγόρευσης της αποθήκευσης μεγάλης ποσότητας τροφίμων από ιδιώτες καλλιεργητές-παραγωγούς για μη εμπορική χρήση και την «ποινικοποίηση» του ανταλλακτικού εμπορίου τροφίμων. Το S501 παραδίδει επίσης το θέμα της ασφάλειας τροφίμων στον ενίοτε αμαρτωλό FDA (Food and Drugs Association).

Είδαμε τη σκανδαλώδη εύνοια του CODEX και της αντίστοιχης Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας υπέρ των βιομηχανικών «τυποποιημένων» τροφίμων έναντι των φυσικών, τροφίμων, συμπληρωμάτων, βοτάνων κλπ.

Παράλληλα με αυτές τις κατευθύνσεις έρχεται ένα ακόμη χτύπημα κάτω από τη ζώνη. To προσχέδιο οδηγίας του FDA για τα διατροφικά συμπληρώματα, το οποίο εκπρόσωποι της βιομηχανίας χαρακτήρισαν ως τερατώδους ασάφειας, αντι-καινοτόμο έως και καταστροφικό.

Πριν μπούμε στην ουσία του προσχεδίου της οδηγίας του FDA, σκόπιμο είναι να εστιάσουμε σε μια συνέπειά του που σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες εξελίξεις δρομολογεί μια πολύ ανησυχητική τάση: Το προσχέδιο όπως θα δούμε στη συνέχεια οδηγεί αναπόφευκτα σε μια αλματώδη αύξηση της γραφειοκρατίας γύρω από τα συμπληρώματα διατροφής, γραφειοκρατία για την οποία υπάρχουν ισχυρισμοί ότι οι υπάρχουσες δομές του FDA δε θα μπορούν να ικανοποιήσουν.

Συνδυαστικά λοιπόν, πιθανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια μετεξέλιξη του FDA που επιβάλλεται από τις αυξημένες αρμοδιότητες και ευθύνες που του έχουν αποδοθεί, σε έναν υπεροργανισμό που θα εποπτεύει και θα ελέγχει φάρμακα, τρόφιμα και συμπληρώματα, σε έναν τσάρο της δημόσιας υγείας.

Ας επιστρέψουμε όμως στο ίδιο το προσχέδιο της οδηγίας. To ακρωνύμιο κλειδί σε αυτό είναι το NDI, τα Νέα Διατροφικά Συστατικά (New Dietary Ingredients). Τι είναι αυτά όμως; Η απάντηση είναι πως ούτε το FDA φαίνεται να ξέρει και για αυτό το λόγο τα ορίζει όχι μόνο σε σχέση με το τι πιθανώς είναι αλλά και το τι δεν είναι σε μια επίδειξη αποφατικής διατροφολογίας.

Για να γίνουμε περισσότερο κατανοητοί, θα τολμήσουμε να δώσουμε εμείς τον ορισμό εκ μέρους του FDA: Αυθαίρετα λοιπόν θα ορίσουμε τα NDI ως θρεπτικά συστατικά που λαμβάνονται μέσω συμπληρωμάτων και των οποίων η χρήση σε τρόφιμα και συμπληρώματα δεν ήταν διαδεδομένη. Αντί αυτού του ορισμού, μέσα στην αδυναμία του διατύπωσης ορισμών, το προσχέδιο καταφεύγει χρησιμοποιεί ένα νομικίστικο τέχνασμα και καταφεύγει σε μια ημερομηνία την οποία αναβαθμίζει σε ορόσημο και σημείο αναφοράς, ένα εφεύρημα παρόμοιο με αυτό που η ΕΕ χρησιμοποιεί για την έγκριση για ιατρική χρήση βοτάνων: Για το προσχέδιο η ημερομηνία αυτή είναι το 1994, η ημερομηνία που εφαρμόστηκε η μέχρι σήμερα ισχύουσα νομοθεσία, το DSHEA (Dietary Supplements Health and Education Act).

Για οποιαδήποτε ουσία μπορεί να αποδειχτεί ότι χρησιμοποιούνταν ως ασφαλές συστατικό συμπληρωμάτων διατροφής ή σε κάποιες περιπτώσεις τροφίμων πριν το 1994 δεν χρειάζεται κάποια μέριμνα για την εναρμόνιση με την οδηγία.

Ακόμη και αυτό το κομμάτι του προσχεδίου, παρότι είναι μάλλον από τα πιο σαφή κομμάτια της οδηγίας προκαλεί προβλήματα: γιατί οι εταιρίες μπορεί να κληθούν να καβαλήσουν τη χρονομηχανή τους και να βρουν έγγραφες αποδείξεις ότι η εν λόγω ουσία βρισκόταν στο εμπόριο των συμπληρωμάτων πριν το 1994 και μάλιστα στις ΗΠΑ… Για τα συστατικά που δεν πληρούν αυτή την προδιαγραφή, αυτά υπάγονται στις απαιτήσεις για την τεκμηρίωση ότι αποτελούν NDIs: Σε αυτοί την περίπτωση οι παραγωγοί τους καλούνται να αντιμετωπίσουν το ίδιο το χάος: Οι προδιαγραφές που ορίζει το FDA κάνουν τον έλεγχο για τον ασφάλεια των συμπληρωμάτων τόσο δρακόντειο όσο είναι οι αντίστοιχες απαιτήσεις για την έγκριση προσθετικών τροφής όπως χρωστικές, συντηρητικά και ενισχυτικά γεύσεις.

Πολλαπλές δοκιμές ασφαλείας, σαφείς δοσολογίες όταν δεν υπάρχει το αντίστοιχο πλαίσιο, ανυπόφορα κόστη και όγκος γραφειοκρατίας που δυσχεραίνει σε μεγάλο βαθμό τις εταιρίες, πόσο μάλλον τον αρμόδιο ελεγκτικό φορέα το FDA.

Κάποιος μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί: Μα δεν είναι η ασφάλεια των καταναλωτών το πρώτο μέλημα μιας τέτοιας οδηγίας; Δεν είναι λογικό το FDA να είναι εξόχως σχολαστικό σε αυτό το θέμα ακόμη και αν κάνει τη ζωή και την επιχειρηματικότητα των εταιριών συμπληρωμάτων δύσκολη. Η απάντηση είναι σαφέστατα: Το πρόβλημα είναι ότι η οδηγία δεν κάνει τη ζωή των εταιριών δύσκολη: τους κάνει το βίο αβίωτο και παραλύει την αγορά συμπληρωμάτων και επομένως και την πρόσβαση των καταναλωτών σε αυτά…

Ακόμη και έτσι, ίσως να ήμασταν πιο δεκτικοί στην επιβολή τέτοιων δραματικών μέτρων αν δεν υπήρχε το θέμα των διπλών κριτηρίων: Αν το FDA επέμενε στην σχολαστική τήρηση των αντιστοίχων κριτηρίων σε προσθετικά τροφίμων αλλά και ευρύτερα στην ανωφελή έως επικίνδυνη βιομηχανία των αναψυκτικών και των «πλαστικών» τροφίμων (κατεψυγμένα, κονσέρβες, ταχυφαγητά και άλλου τύπου βιομηχανικά τρόφιμα), η βιομηχανία στο σύνολο της και με λίγες λαμπρές εξαιρέσεις θα είχε κλείσει μέσα σε μια μέρα.

Παράλληλα, όταν στη βιομηχανία συμπληρωμάτων έχει παρατηρηθεί ένα και μόνο επικίνδυνο σκεύασμα και στη χημική βιομηχανία φαρμάκων μετράμε εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους από δεκάδες φάρμακα που είχαν αρχικά τις «ευλογίες» του FDA και αποσύρθηκαν αφότου και παρά τους ελέγχους είχαν φτάσει στο αποκορύφωμα της δολοφονικής τους καριέρας (περισσότερα για το θέμα στο βιβλίο μου Τι δεν σας λένε οι Γιατροί, εκδ. ETRA) η τάση είναι να επισπεύδονται και να διευκολύνονται οι διαδικασίες για την έγκριση φαρμάκων και εμβολίων υπό το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης, fast tracking δηλαδή, για τα συμπληρώματα η τάση είναι ακριβώς αντίστροφη: χρονοτριβές και τρομακτικά κόστη. Ας ανατρέξουμε στα στοιχεία για να δούμε το τι μπορεί να σηματοδοτεί το προσχέδιο της οδηγίας για τους παραγωγούς και καταναλωτές των συμπληρωμάτων: Μέχρι το 1994, είχαμε 700 αιτήσεις για ειδοποιήσεις για Νέα Διατροφικά Συστατικά (NDI). Έκτοτε εμφανίζονται γύρω στα 1000 NDI’s κάθε χρόνο.

Γίνεται σαφές λοιπόν ότι το προσχέδιο της οδηγίας αφορά στις πολλές χιλιάδες συστατικά συμπληρωμάτων, πολλά από τα οποία θα οδηγηθούν σε απόσυρση, καταστρέφοντας κάποιους από τους παραγωγούς και ελαττώνοντας και δυσχεραίνοντας τις επιλογές των καταναλωτών.

Ας επιμείνουμε λίγο στα στοιχεία και σε μια εκτίμηση του τι μπορεί να σημαίνει η νέα οδηγία αν εφαρμοστεί: To FDA αναμένει ότι η οδηγία θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάθεση 55 νέων αιτήσεων και η κάθε αίτηση θα απαιτεί 20 ώρες για την ολοκλήρωσή της, νούμερα απολύτως αποδεκτά. Σύμφωνα όμως με την Joanna Shepherd Bailey, καθηγήτρια Νομικών και Οικονομικών, τα νούμερα του FDA είναι εξόχως υποτιμημένα: Οι εκτιμήσεις της αφορούν νούμερα καταστροφικά για την βιομηχανία συμπληρωμάτων:

Σύμφωνα με τη Bailey, ο αριθμός των αιτήσεων για NDI, αν εφαρμοστεί η οδηγία, θα κυμαίνεται από 22,240 μέχρι 125,000. Η συμπλήρωσή τους θα απαιτεί από 100 έως 350 ώρες για την κάθε μία. Το κόστος αυτού του χρόνου υπολογίζεται σε 845 εκατομμύρια έως 6,1 δις δολάρια. Από 22,240 ως 41,700 συμπληρώματα θα αποσυρθούν από την αγορά και η ζημία από την απόσυρση θα ανέρχεται από 5.6 ως 10.5 δισεκατομμύρια δολάρια. Το κόστος για μελέτες για την ασφάλεια σε ζώα και ανθρώπους υπολογίζεται συνολικά από 2 μέχρι 165 δις δολάρια.

Η οικονομική επίπτωση θα είναι η συρρίκνωση της αγοράς συμπληρωμάτων κατά 28 έως 52,5 % και το ετήσιο κόστος για τη βιομηχανία θα κυμαίνεται από 7,84 ως 14,7 δις δολάρια ενώ οι απώλειες θέσεων εργασίας στη βιομηχανία θα είναι από 55,720 έως 104,475. Συνολικά για την αμερικάνικη οικονομία, η εφαρμογή της οδηγίας μπορεί να σημαίνει οικονομικές απώλειες από 21,2 έως 39,8 δις ετησίως και απώλειες από 127.598 έως 239.347 θέσεων εργασίας .

Αν και φυσικά τα νούμερα αυτά δεν αποτελούν τίποτε παραπάνω από μία εκτίμηση με την περιορισμένη ισχύ μιας εκτίμησης που βασίζεται πάνω στην ασάφεια μιας οδηγίας, δίνει παρά ταύτα μια εικόνα για το πόσο δραματικά μπορούν να γίνουν τα πράγματα εξαιτίας ακριβώς αυτής της ασάφειας μιας οδηγίας που δημιουργεί πολλά περισσότερα ζητήματα από όσα λύνει. Οι ασάφειες της οδηγίας και οι συνέπειές τους δεν τελειώνουν εδώ. Ζητείται π.χ. από τους παραγωγούς συμπληρωμάτων να υποβάλουν ξεχωριστές αιτήσεις ακόμη και αν οι αιτήσεις υποβάλλονται για το ίδιο συστατικό. Ακόμη και αν π.χ. ένα νέο συμπλήρωμα ενός κατασκευαστή θεωρηθεί ασφαλές, για παρόμοια συμπληρώματα άλλων κατασκευαστών πρέπει να υποβληθούν νέες αιτήσεις, εκτός και αν στοιχειοθετηθεί από τους άλλους κατασκευαστές ότι κάτι τέτοιο κρίνεται περιττό από το προφίλ των συμπληρωμάτων όταν αυτά κρίνονται εφάμιλλα… Από τη γραφειοκρατία περνάμε πλέον στο σαδισμό.

Καταστροφική φαίνεται να είναι η οδηγία για τα προβιοτικά και τα πρεβιοτικά (όπως αυτά που βρίσκονται στο γιαούρτι και άλλα προϊόντα ζύμωσης) μια κατηγορία που συνδέεται παραδοσιακά με την υγεία και που στο μέλλον μπορεί να ανοίξει νέα κεφάλαια μακροζωίας και ευζωίας. Πέρα από τις σχολαστικές απαιτήσεις για την «μη παθογένεια» και ασφάλειά τους, η οδηγία αναφέρεται και σε ενδεχόμενα δημιουργίας ανθεκτικών στελεχών και τη δυνατότητα μεταφοράς ανθεκτικών σε αντιβιοτικά γονιδίων από τα προβιοτικά στελέχη σε παθογόνους μικροοργανισμούς. Και εδώ μπαίνουμε στη σφαίρα του παραλόγου: Γιατί μια τέτοια τεχνολογία ελέγχου ανήκει στο… μέλλον. Επίσης αυτή τη φορά τα διπλά κριτήρια είναι και άδικα και παράλογα. Γιατί με την ίδια (παρα)λογική θα έπρεπε να απαιτείται από τους κατασκευαστές φαρμάκων να διασφαλίσουν για παράδειγμα ότι τα αντιβιοτικά τους δε θα οδηγήσουν στη δημιουργία ανθεκτικών μικροοργανισμών που αποτελούν σήμερα ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα δημόσιας υγείας και των απειλών που αυτή αντιμετωπίζει. Αντ’ αυτού και ενώ μια από τις σημαντικότερες αιτίες δημιουργίας ανθεκτικών στελεχών είναι τα αντιβιοτικά, ζητείται από τα προβιοτικά να αποδείξουν ότι δε θα συμβάλουν στο φαινόμενο της μικροβιακής αντίστασης το οποίο προκαλείται στα ίδια από τα αντιβιοτικά. Με άλλα λόγια ζητείται από ένα υποψήφιο θύμα (των αντιβιοτικών) να αποδείξει ότι δε θα υποχρεωθεί ποτέ από το θύτη να γίνει συνεργός στα εγκλήματα του θύτη (τη μικροβιακή αντίσταση) ενώ ο θύτης παραμείνει στο απυρόβλητο…

Τα διπλά κριτήρια και η μεροληψία υπέρ των φαρμάκων φαίνονται και σε ένα άλλο σημείο της οδηγίας. Παρότι (όπως συμβαίνει άλλωστε και στον Codex και στη σχετική νομοθεσία της ΕΕ) τα συμπληρώματα δεν μπορούν να έχουν ισχυρισμούς για την αντιμετώπιση ή θεραπεία μιας νόσου παρά μόνο γενικούς ισχυρισμούς υγείας, η οδηγία προβλέπει ότι σε περίπτωση που μια ουσία βρίσκεται υπό διερεύνηση από τη φαρμακευτική βιομηχανία, αυτή η ουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τη βιομηχανία συμπληρωμάτων, ακόμη και αν απορριφθεί η φαρμακευτική της χρήση από τον FDA, παρά μόνο αν αυτή η ουσία έχει πρότερα και ασφαλώς κυκλοφορήσει στο εμπόριο τροφίμων ή συμπληρωμάτων. Για να το κάνουμε σαφέστερο. Η τάδε φαρμακευτική μελετά την δείνα ουσία. Κάνει κλινικές και άλλες μελέτες για αυτή. Αν αυτή η ουσία δεν έχει χρησιμοποιηθεί παλαιότερα σε τρόφιμα ή συμπληρώματα, ακόμη και αν η χρήση της δεν εγκριθεί από τον FDA ως φάρμακο, αυτή η ουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ως συστατικό συμπληρώματος, γίνεται αυτόματα απαγορευμένη. Τι σημαίνει αυτό; Ότι με την εφαρμογή της οδηγίας οι φαρμακευτικές εταιρίες μπορούν άμεσα να επιδοθούν σε ένα πόλεμο φθοράς, ξοδεύοντας λεφτά για να κάνουν μελέτες σε δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες μη διαδεδομένες στο εμπόριο φυσικές ουσίες απλά και μόνο για να μπλοκάρουν δια παντός τη χρήση τους ή έστω τη διερεύνησή τους από τη βιομηχανία των συμπληρωμάτων. Δεν ισχυριζόμαστε ότι κάτι τέτοιο οπωσδήποτε θα γίνει. Απλά ότι ένα ακόμη όπλο αθέμιτου ανταγωνισμού κατά της φυσικής διατροφής δίνεται γεμάτο στη χημική φαρμακευτική βιομηχανία.

Οι παραλογισμοί δε σταματάν εδώ: Η οδηγία ζητά νέες αιτήσεις NDI σε περίπτωση που «αλλάξει» ο πληθυσμός στον οποίο απευθύνονται τα παλιά συμπληρώματα. Αυτή η διατύπωση είναι τόσο γελοιωδώς ασαφή που δε χρίζει καν ανάλυσης.

Η οδηγία επίσης ζητά εκ νέου αιτήσεις NDI ακόμη και αν αλλάξει ο τρόπος παρασκευής ή λήψης μιας ουσίας, έχοντας κατά νου ότι η αλλαγή στον τρόπο παρασκευής μπορεί να επιφέρει τέτοιες αλλαγές στη βιοχημεία ενός μορίου ώστε η νέα μέθοδος παρασκευής να οδηγεί σε μια παρόμοια μεν αλλά «νέα» ουσία, αναγκάζοντας τους κατασκευαστές της να αποδείξουν ότι η ουσία είναι εφάμιλλη και εξίσου ασφαλής με την προκάτοχό της…

Με αυτό τον τρόπο τοποθετείτε ένα σοβαρό εμπόδιο στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών τροφίμων στη βιομηχανία συμπληρωμάτων ενώ παράλληλα τα αυξημένα κόστη ευνοούν τη δημιουργία ολιγοπωλίων παρομοίων με αυτά που συναντάμε στη χημική φαρμακευτική βιομηχανία, εξέλιξη εξαιρετικά δυσοίωνη για την υγεία της βιομηχανίας υγείας.

Παρόμοια εμπόδια θέτει και ο αφορισμός της οδηγίας περί του ότι τα συνθετικά συμπληρώματα δεν πληρούν εξ ορισμού τα κριτήρια ενός Νέου Διατροφικού Συστατικού κάτι που προκαλεί την λογική αντίδραση των κατασκευαστών που αναρωτιούνται πως είναι δυνατόν μια χημική ουσία που έχει ακριβώς την ίδια χημική σύσταση με μια φυσική και συνήθως πολύ πιο χαμηλό κόστος παραγωγής (το οποίο φυσικά περνάει και σε χαμηλότερη τιμή προϊόντος για τον καταναλωτή) να αποκλείεται από τα συμπληρώματα.

Κάπου εδώ είμαστε υποχρεωμένοι να γίνουμε δυσάρεστοι σε ανθρώπους που μας είναι ευχάριστοι και να αναγνωρίσουμε ότι πέρα από την εμφανή ανεπάρκεια και ασάφεια της οδηγίας σε κάποια σημεία της, υπάρχει σοφία. Γιατί όταν μιλάμε για συμπληρώματα διατροφής μιλάμε για μηχανισμούς συμπλόκων όπου ρόλο δεν παίζει μόνο μια «δραστική» ουσία αλλά και ένα ολόκληρο σύστημα ενζύμων, συμπαραγόντων κλπ, το οποίο στην πλήρη του μορφή μπορούμε να το βρούμε μόνο σε πλήρη τρόφιμα ή παράγωγά τους χωρίς δραματική χημική επεξεργασία. Έτσι μια επεξεργασία μιας ουσίας που μπορεί να αλλάξει λίγο, έστω και σε μια ένωση της τη βιοχημική της δράση, είναι ικανή να αλλάξει την επίδραση της σε βιολογικά συστήματα, κύτταρα, όργανα και οργανισμούς. Ο ισχυρισμός, “έλα μωρέ μια χημική αλυσιδούλα έσπασε και τι έγινε” χαρακτηρίζει τον αμοραλισμό της (πετρο)χημικής βιομηχανίας φαρμάκων.

Όσο για τα συνθετικά συμπληρώματα, υπάρχουν μεγάλα και άλυτα ζητήματα. Όπως π.χ. το ότι μια χημική ουσία μπορεί να έχει ίδια σύσταση όχι όμως την ίδια στερεοχημεία. Ενώ, για παράδειγμα, η βιταμίνη Ε στη φυσική και χρήσιμη μορφή της είναι D-μορφής, η χημική είναι μείγμα D και L μορφών όπου οι L μορφές αποβάλλονται από τον οργανισμό. Ιδιαίτερα για τις βιταμίνες, οι συνθετικές, σε αντίθεση με αυτές που προέρχονται από βιολογικές πηγές είναι γυμνές, δεν συνοδεύονται από συνεργιστικές τους ουσίες, πράγμα που εγείρει ερωτηματικά τουλάχιστον για την ωφελιμότητά τους.

Σε αυτήν την περίπτωση η οδηγία έχει δίκιο. Οι κατασκευαστές συνθετικών και βαριά επεξεργασμένων συστατικών συμπληρωμάτων, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, οφείλουν να τεκμηριώσουν ότι τα προϊόντα τους είναι εφάμιλλα των βιολογικών αντιστοίχων τους.

Η αγορά συμπληρωμάτων έχει γεμίσει χημικά και πετροχημικά προϊόντα. Οι καταναλωτές συμπληρωμάτων όμως αναγνωρίζουν ότι τα συμπληρώματα διατροφής είναι και είδος πολυτελείας και είδος πρώτης ανάγκης. Είναι ένα πολυτελές είδος πρώτης ανάγκης σε ένα πλαστικό κόσμο γεμάτο ανωφελή και ενίοτε επικίνδυνα χημικά και οι καταναλωτές του, συνήθως υψηλού μορφωτικού επιπέδου, έχουν αναπτύξει με τη βιομηχανία συμπληρωμάτων μια σχέση εμπιστοσύνης και όχι μια σχέση εξάρτησης όπως αυτή που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στη χημική βιομηχανία φαρμάκων και τους καταναλωτές της.

Η βιομηχανία συμπληρωμάτων απειλείται από έναν εσωτερικό και έναν εξωτερικό κίνδυνο. Ο εξωτερικός κίνδυνος είναι να αποκεφαλιστεί από τη φαρμακευτική βιομηχανία και τους υπηρέτες των συμφερόντων της ή στην περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό και δεδομένου των μεγάλων εσόδων της πρώτης, αυτή να αφομοιωθεί από τη φαρμακευτική με εξαγορές και άλλες αρπακτικές πρακτικές των μεγάλων εταιριών. Ο άλλος κίνδυνος είναι να αλλοιωθεί από την κουλτούρα, τη θρησκεία του κέρδους που διέπει τις μεγαλοφαρμακευτικές και να θυσιάσει στο βωμό της την υγεία και την ποιότητα ζωής των καταναλωτών της, να γίνει δηλαδή θυγατρική ή κλώνος της φαρμακοβιομηχανίας κάτι που καθίσταται πιο εύκολα από την ευκολία και την ανευθυνότητα της εκτεταμένης χρήσης χημικών και στη βιομηχανία συμπληρωμάτων. Και στις δύο περιπτώσεις εκτροπής φαίνεται πως οι καταναλωτές συμπληρωμάτων, αφοσιωμένοι στην ποιότητα ζωής και προϊόντων, δε θα την ακολουθήσουν στο δρόμο της απωλείας. Ας μην ξεχνάμε πως η βιομηχανία συμπληρωμάτων υπάρχει ως ακόλουθο μιας πολιτισμικής αντεπανάστασης που δεν αποδέχεται τη μουμιοποίηση της ζωής -σε όλα τα επίπεδα. Ως εκ τούτου, οι μόνες εκπτώσεις που γίνονται αποδεκτές από την κοινότητα των συμπληρωμάτων είναι στην τιμή… όχι στην ποιότητα και όχι φυσικά και στην κουλτούρα της βιομηχανίας συμπληρωμάτων.

(Ο Πέτρος Αργυρίου είναι συγγραφέας-αναλυτής με ευρύ έργο και μεγάλο αριθμών πετυχημένων αναλύσεων και προβλέψεων. Βιβλία του για τα παρασκήνια της δημόσιας υγείας μπορείτε να βρείτε από τις εκδ. ETRA ενώ για πολιτικά και λογοτεχνικά θέματα μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στο προσωπικό του blog, agriazwa.blogspot.com)