Βιταμίνη D - Οι κίνδυνοι από την έλλειψή της

Κατηγορία Natural Medicine
Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012 20:41 Διαβάστηκε 2806 φορές
Issue 50


Γράφει η Joanna Evans - WDDTY

Νέα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D ίσως σχετίζονται με τον αιφνίδιο βρεφικό θάνατο.
Η έλλειψη σε βιταμίνη D που είναι γνωστή και ως «βιταμίνη του ήλιου» θα μπορούσε να είναι βασικός παράγοντας στο σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου, την κύρια αιτία θανάτου σε παιδιά ηλικίας μεταξύ ενός μηνός και ενός έτους.



Δύο παιδίατροι-παθολόγοι ανακάλυψαν ανεπάρκεια βιταμίνης D σε ένα σημαντικό αριθμό περιπτώσεων του συνδρόμου, συμπεριλαμβανομένων των θανάτων που θεωρήθηκαν ύποπτοι. Αυτό οδήγησε στο συμπέρασμα ότι σε περιπτώσεις που κάποιοι γονείς κατηγορήθηκαν άδικα ότι έβλαψαν ή ακόμα και δολοφόνησαν τα παιδιά τους, η εξήγηση ήταν απλά η έλλειψη επαρκούς ποσότητας βιταμίνης D.

Τα εκπληκτικά αυτά ευρήματα αποκάλυψαν οι Dr Irene Scheimberg και Dr Marta Cohen, από το Βασιλικό Νοσοκομείο του Λονδίνου και το Νοσοκομείο Παίδων του Σέφιλντ αντίστοιχα, μετά την ανακάλυψη της Dr Scheimberg το 2009 για την εκ γενετής ραχίτιδα (μία ασθένεια των οστών που οφείλεται σε ανεπάρκεια βιταμίνης D) σε τεσσάρων μηνών μωρό του οποίου οι γονείς είχαν κατηγορηθεί ότι το σκότωσαν καθώς το κουνούσαν έντονα.

Οι Chana Al-Alas, 19 ετών, και Rohan Wray, 22 ετών, αθωώθηκαν από την κατηγορία ότι δολοφόνησαν το γιο τους Jayden, όταν το δικαστήριο έμαθε ότι τα κατάγματά του, τα υποτιθέμενα σημάδια της κακοποίησης, θα μπορούσαν να έχουν προκληθεί από σοβαρή περίπτωση ραχίτιδας, από την οποία υπέφερε επίσης και η μητέρα του. Σοβαρή έλλειψη βιταμίνης D μπορεί να κάνει τα οστά των μικρών μωρών εξαιρετικά εύθραυστα και μπορεί να σπάσουν με ελάχιστη ή καθόλου δύναμη, ανέφερε η Dr Scheimberg.

Η περίπτωση Jayden ώθησε την έρευνα και σε άλλες περιπτώσεις αιφνίδιων θανάτων βρεφών, με αποτέλεσμα τα πορίσματα της Dr Scheimberg για έλλειψη βιταμίνης D σε 30 επιπλέον περιπτώσεις, στο Λονδίνο. Στην πραγματικότητα, σε τρία από τα μωρά, η ανεπάρκεια βιταμίνης D ήταν η πραγματική αιτία θανάτου.

Εν τω μεταξύ, στο Γιορκσάιρ, η Dr Cohen ανακάλυψε μέτρια έως σοβαρά επίπεδα έλλειψης βιταμίνης D σε 45 παιδιά, κυρίως βρέφη ηλικίας μικρότερης των 12 μηνών, που προφανώς είχαν πεθάνει από φυσικά αίτια. Από τις 24 περιπτώσεις που εξετάστηκαν μεταξύ αυτής της ομάδας, 18 -ή 75 τοις εκατό- αποδείχθηκαν ανεπαρκείς σε βιταμίνη D.



Έλλειψη βιταμίνης D και θάνατοι

Αυτές οι ανακαλύψεις είναι ενδιαφέρουσες, ιδιαίτερα καθώς η έλλειψη βιταμίνης D αποτελεί ένα αυξανόμενο πρόβλημα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά επισημαίνουν επίσης την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα. Αυτό αναφέρθηκε και σε δήλωση που έκανε το Ίδρυμα για τη Μελέτη των Βρεφικών Θανάτων’, μία φιλανθρωπική οργάνωση στο Ηνωμένο Βασίλειο που χρηματοδοτεί τέτοιες επιστημονικές έρευνες και υποστηρίζει τις πενθούσες οικογένειες. Ο επιστημονικός σύμβουλος της οργάνωσης, ο καθηγητής George Haycock, είπε για τα νέα ευρήματα, “Γνωρίζουμε ότι εμπλέκονται πολλαπλοί παράγοντες κινδύνου στον αιφνίδιο βρεφικό θάνατο και, αν και η έλλειψη βιταμίνης D αποτελεί έναν ενδιαφέροντα νέο τομέα έρευνας, οι περιπτώσεις αυτές δεν μας παρέχουν αποδείξεις μιας μοναδικής αιτίας αιφνίδιου βρεφικού θανάτου”. Πρόσθεσε ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα πριν να μπορεί να επιβεβαιωθεί ότι η έλλειψη βιταμίνης D αποτελεί έναν άλλο πιθανό παράγοντα κινδύνου. Πράγματι, αυτή τη στιγμή, υπάρχει έλλειψη δημοσιευμένων μελετών για το θέμα αυτό, αν και υπάρχει μία από το 1980, που δείχνει ότι η συσχέτιση βιταμίνης D και συνδρόμου αιφνίδιου βρεφικού θανάτου δεν είναι κάτι καινούργιο.

Όταν οι ερευνητές στο St Louis εξέτασαν τα επίπεδα βιταμίνης D σε 31 περιπτώσεις συνδρόμου αιφνίδιου βρεφικού θανάτου και 24 μεταθανάτιους ελέγχους σε βρέφη, δεν διαπίστωσε σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων, και έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αποτελέσματα “εξαλείφουν μια απλή ανεπάρκεια βιταμίνης D... ως σημαντική συμβολή στην παθοφυσιολογία του συνδρόμου” (Pediatrics, 1980; 65: 1137 - 9).

Παρ 'όλα αυτά, οι νέες αποδείξεις που ανακαλύφθηκαν από τις Dr Scheimberg και Dr Cohen δείχνουν μια πιθανή σχέση που πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω. Αυτό δείχνει, κυρίως, ότι κάποιοι αιφνίδιοι θάνατοι βρεφών θα μπορούσαν να προληφθούν.



Και άλλα προβλήματα υγείας

Τα νέα ευρήματα υποστηρίζουν τις πρόσφατες εκκλήσεις για ευρεία λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D σε όλη τη Βρετανία, ιδιαίτερα για τις ομάδες υψηλού κινδύνου όπως είναι η ομάδα παιδιών κάτω των 5 ετών. Παρά το γεγονός ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D συνιστώνται ήδη για αυτά τα παιδιά, καθώς και για τους ηλικιωμένους και τις έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες, σχεδόν τρεις στους τέσσερις γονείς στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν γνωρίζουν τίποτα για αυτό. Ακόμη χειρότερα, δεν γνωρίζουν για αυτό ένα μεγάλο ποσοστό του συνόλου των επαγγελματιών της υγείας, σύμφωνα με τις εκθέσεις.

Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι το ένα τέταρτο του συνόλου των νηπίων του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη D, και οι περιπτώσεις ραχίτιδας φαίνεται να αυξάνονται. Όμως τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης δεν βρίσκονται μόνο στα κατάγματα των οστών και τους αιφνίδιους βρεφικούς θανάτους. Έρευνα δείχνει ότι η έλλειψη βιταμίνης D μπορεί να φέρει τα παιδιά αντιμέτωπα για μια ολόκληρη σειρά από προβλήματα υγείας.

Σε μια μελέτη από την Αυστραλία, χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D συνδέονται με τις τροφικές αλλεργίες και το έκζεμα στα παιδιά. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που ζουν σε γεωγραφικά πλάτη με χαμηλότερα επίπεδα ηλιακού φωτός και, ως εκ τούτου, χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για την ανάπτυξη αλλεργιών στα αυγά και τα φιστίκια, καθώς και έκζεμα, σε σύγκριση με παιδιά που ζουν σε περιοχές με υψηλότερα επίπεδα ηλιοφάνειας (J Allergy Clin Immunol, 2012 Feb 1).

Ο επικεφαλής της έρευνας Dr Nick Osborne εξήγησε ότι “η συχνότητα εμφάνισης αλλεργιών άλλαζε στα βόρεια κράτη που είναι πιο κοντά στον ισημερινό, όπου υπήρχε ένα χαμηλό ποσοστό εμφάνισης, και καθώς μετακινούμασταν στις κεντρικές και στη συνέχεια στις νότιες πολιτείες, βρίσκαμε ότι το ποσοστό ήταν υψηλότερο”.

“Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν τα υπάρχοντα στοιχεία που δείχνουν ότι τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αύξηση των ποσοστών της τροφικής αλλεργίας και του εκζέματος”, αναφέρει ο Dr Osborne.

Είναι ανησυχητικό ότι χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D έχουν συνδεθεί επίσης με προβλήματα ψυχικής υγείας σε παιδιά. Μια μελέτη που παρουσιάστηκε το 2011 στην 164η Ετήσια Συνάντηση της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας στη Χονολουλού, στη Χαβάη, διαπίστωσε ότι τα παιδιά με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της ψύχωσης, είχαν διπλάσιες πιθανότητες να έχουν έλλειψη βιταμίνης D σε σύγκριση με ψυχικά υγιή παιδιά. Οι ερευνητές, από το ιατρικό πανεπιστήμιο του Όρεγκον στο Πόρτλαντ, έδειξαν ότι το 21 τοις εκατό των παιδιών με συμπτώματα σοβαρών ψυχιατρικών προβλημάτων, είχαν επίπεδα βιταμίνης D κάτω από τα όρια που συστήνει η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής. Το ποσοστό αυτό μπορεί να συγκριθεί με το 14 τοις εκατό στα παιδιά που συμμετείχαν στο αμερικανική έρευνα NHANES ΙΙΙ (National Health and Nutrition Examination Survey), μια μελέτη βασισμένη στον πληθυσμό που καλύπτει τα έτη 1988 - 1994, η οποία αξιολόγησε τη διατροφή και την κατάσταση της υγείας τόσο των παιδιών όσο και των ενηλίκων στις ΗΠΑ. Η ισχυρότερη σύνδεση ήταν μεταξύ της έλλειψης βιταμίνης D και των ψυχωτικών διαταραχών. “Ο έλλειψη βιταμίνης D (43 τοις εκατό) ήταν πιο συχνή σε παιδιά με ψυχωτικές διαταραχές σε σύγκριση με άλλες διαταραχές της ψυχικής υγείας”, δήλωσε η Mini Zang, μία από τους συγγραφείς της μελέτης του Όρεγκον.

Άλλα προβλήματα ψυχικής υγείας που εξετάστηκαν από τη μελέτη περιλαμβάνουν αγχώδεις διαταραχές, αυτισμό, νευρικές διαταραχές και διαταραχές της διάθεσης. Ο συν-συγγραφέας της μελέτης Keith Cheng, έδειξε ότι, αν και ο μηχανισμός πίσω από την σύνδεση βιταμίνης D και ψυχικής υγείας εξακολουθεί να είναι άγνωστος, είναι ρεαλιστικός.

“Δεν είμαστε ακόμα απόλυτα βέβαιοι για το ρόλο που παίζει η βιταμίνη D στη λειτουργία του εγκεφάλου και την ανάπτυξη,” δήλωσε ο Cheng, “αλλά ξέρουμε ότι υπάρχουν περιοχές του υποδοχέα της βιταμίνης D σε διάφορα κύτταρα του εγκεφάλου. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τι συμβαίνει όταν οι υποδοχείς δεν είναι ενεργοί, αλλά ξέρουμε ότι υπάρχουν και ότι είναι εκεί για έναν λόγο.”



Βιταμίνη Δ και διαβήτης

Άλλες έρευνες δείχνουν ότι η έλλειψη βιταμίνης D θα μπορούσε αυξήσει και τον κίνδυνο διαβήτη στα παιδιά. Σε μια Φινλανδική μελέτη περισσότερων από 12.000 βρεφών που παρακολουθήθηκαν για περισσότερο από 30 χρόνια, τα παιδιά που λάμβαναν τακτικά συμπληρώματα βιταμίνης D είχαν χαμηλότερο ποσοστό διαβήτη τύπου 1 από εκείνα που δεν λάμβαναν βιταμίνη D, ενώ εκείνα στα οποία υπήρχε υποψία για ραχίτιδα, μια πάθηση που συνδέεται με την έλλειψη βιταμίνης D, είχαν τριπλάσια αυξημένο κίνδυνο διαβήτη. Τα στοιχεία έδειξαν επίσης ότι τα παιδιά στα οποία δινόταν η συνιστώμενη δόση βιταμίνης D (εκείνη την εποχή, 2000IU/ημέρα) είχαν 80 τοις εκατό χαμηλότερο κίνδυνο διαβήτη τύπου 1 σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν λιγότερη από τη συνιστώμενη ποσότητα (Lancet, 2001; 358: 1500-3).

Πιο πρόσφατα, οι ερευνητές στο Stockport NHS Foundation Trust στο Ηνωμένο Βασίλειο, ανέλυσαν τα αποτελέσματα πέντε διαφορετικών μελετών αξιολόγησης των επιπτώσεων των συμπληρωμάτων βιταμίνης D στη βρεφική ηλικία με τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 1. Διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που έλαβαν πρόσθετη βιταμίνη D είχαν περίπου 30 τοις εκατό λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν τη νόσο αργότερα στη ζωή τους σε σύγκριση με εκείνα στα οποία δεν είχε δοθεί το συμπλήρωμα.

Παρά το γεγονός ότι όλες οι συγκεντρωτικές μελέτες ήταν παρατήρησης και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποδείξουν μια σχέση αιτίου-αιτιατού, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι “τα συμπληρώματα βιταμίνης D στην πρώιμη παιδική ηλικία μπορούν να προσφέρουν προστασία από την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 1”. Ωστόσο, σημειώνεται επίσης ότι “απαιτούνται τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές με μακρές περιόδους παρακολούθησης για τη δημιουργία αιτιότητας και την καλύτερη διαμόρφωση της δόσης, της διάρκειας και της περιόδου χορήγησης των συμπληρωμάτων” (Arch Dis Child, 2008; 93: 512 - 7).



Ημερήσιες δόσεις βιταμίνης D

Αυτές οι μελέτες προστίθενται στον αυξανόμενο σωρό των αποδεικτικών στοιχείων από ενήλικες που δείχνουν ότι η βιταμίνη D μπορεί να προστατεύσει από μια σειρά ασθενειών - από καρδιακές παθήσεις μέχρι και καρκίνο - πέραν εκείνων που σχετίζονται με τα οστά. Αλλά πόση είναι αρκετή;

Ακούμε συχνά ότι η λήψη μιας κανονικής δόσης ηλιοφάνειας αποτελεί όλα όσα χρειαζόμαστε για να κρατήσουμε ψηλά τα επίπεδα βιταμίνης D, αλλά οι σύγχρονες συνήθειες ντυσίματος και τρόπου ζωής και οι συστάσεις για την αποφυγή του ήλιου για να μειωθούν οι κίνδυνοι του καρκίνου του δέρματος δείχνουν ότι πολλοί από εμάς δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν αρκετή ποσότητα αυτής της βιταμίνης. Επιπλέον, κατά τους χειμερινούς μήνες, τα επίπεδα ηλιοφάνειας στις βόρειες χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο είναι τόσο χαμηλά που οι οργανισμοί μας μόλις και μετά βίας μπορούν να κάνουν οποιαδήποτε λήψη βιταμίνης D.

Τα μικρά παιδιά βρίσκονται ιδιαίτερα σε κίνδυνο από την έλλειψη βιταμίνης D, και τα καθημερινά συμπληρώματα συνιστώνται επί του παρόντος για την ομάδα αυτή του πληθυσμού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ωστόσο, κάποιοι ειδικοί λένε ότι οι σημερινές συστάσεις δοσολογίας (280-340IU/ημέρα για τα παιδιά ηλικίας έξι μηνών έως πέντε έτη) είναι πολύ χαμηλές. Στις ΗΠΑ, η συνιστώμενη ποσότητα είναι ελαφρώς υψηλότερη στα 400IU/ημέρα, ωστόσο ο ερευνητής Adrian Gombart, από το πανεπιστήμιο του Όρεγκον, εξακολουθεί να πιστεύει ότι αυτό πιθανότατα δεν αρκεί. Υπολογίζει ότι η ποσότητα μεταξύ 800 και 1000IU κάθε μέρα θα είναι πιο αποτελεσματική για να βοηθήσει την καταπολέμηση της νόσου.



Βιταμίνη D2 εναντίον D3

Είναι διαθέσιμοι δύο τύποι συμπληρωμάτων βιταμίνης D: η βιταμίνη D2, ή «ergo-calciferol» και η βιταμίνη D3, ή «cholecalciferol». Οι περισσότεροι ειδικοί πιστεύουν τώρα ότι η βιταμίνη D3 είναι προτιμότερη. Σε μια πρόσφατη ανασκόπηση, ο Dr Marc Moyad, από το ιατρικό κέντρο του πανεπιστήμιου του Michigan στο Ann Arbor, εξήγησε γιατί (Dermatol Nurs, 2009; 21: 25-30, 55).

• Οι ακτίνες UVB από τον ήλιο φτάνουν στο δέρμα, επιτρέποντας στους ανθρώπους να συνθέσουν βιταμίνη D3. Αυτή είναι η πιο «φυσική» μορφή της βιταμίνης D. Οι άνθρωποι δεν δημιουργούν ποτέ βιταμίνη D2, ενώ τα περισσότερα υγιή ψάρια περιέχουν βιταμίνη D3. • Η βιταμίνη D3 μπορεί να είναι λιγότερο τοξική από τη D2 γιατί υψηλότερες συγκεντρώσεις D2 κυκλοφορούν στο αίμα όταν λαμβάνεται (σε σύγκριση με τη βιταμίνη D3). Επίσης, δεν δεσμεύεται το ίδιο στους υποδοχείς στους ανθρώπινους ιστούς σε σχέση με τη βιταμίνη D3.

• Η βιταμίνη D3 είναι η πιο ισχυρή μορφή της βιταμίνης D, το οποίο είναι πιθανό όφελος. Για παράδειγμα, η παχυσαρκία τείνει να μειώσει τα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα, έτσι είναι απαραίτητη η πιο ισχυρή μορφή για τη διατήρηση της υγείας.

• Η βιταμίνη D3 είναι πιο σταθερή σε σχέση με το D2 και, ως εκ τούτου, είναι πιο πιθανό να παραμένει ενεργή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και όταν εκτίθεται σε διαφορετικές συνθήκες (θερμοκρασία, υγρασία, αποθήκευση).

• Η βιταμίνη D3 είναι η πιο χρησιμοποιούμενη μορφή της βιταμίνης D σε κλινικές δοκιμές. • Η βιταμίνη D3 είναι καλύτερη για την αύξηση και διατήρηση των επιπέδων της βιταμίνης D στην κυκλοφορία.