Εντομοαπωθητικά - Καταπολεμήστε τα τσιμπήματα των εντόμων με ασφάλεια

Κατηγορία Υγεία
Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012 20:41 Διαβάστηκε 3393 φορές
Issue 50


Πηγή: WDDTY - Vol. 20 04

Τα τσιμπήματα των εντόμων μπορούν να μετατρέψουν τις διακοπές των ονείρων σας σε εφιάλτη. Αλλά η συνηθισμένη μέθοδος προστασίας – τα εντομοκτόνα - έχουν συνδεθεί με σοβαρές παρενέργειες, που συμπεριλαμβάνουν δερματικές αντιδράσεις, εγκεφαλικές βλάβες, ακόμα και καρκίνο.

Είτε επιλέξετε να κάνετε διακοπές στο σπίτι σας, είτε κάπου αλλού αυτό το καλοκαίρι, πιθανότατα θα εφοδιαστείτε με άφθονο εντομοαπωθητικό για να προστατευτείτε από τα τσιμπήματα.

Το δραστικό συστατικό στα περισσότερα εντομοαπωθητικά είναι το DEET (N,N-diethyl-meta-tolua-mide), μία ουσία που προστατεύει από κουνούπια και έντομα για περισσότερο από μισό αιώνα. Όμως, αν και το DEET είναι αποτελεσματικό, υπάρχουν ανησυχίες για τη χρήση του, ιδιαίτερα στα παιδιά. Οι μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να προκαλέσει μια σειρά ανεπιθύμητων αντιδράσεων στην υγεία, από αλλεργικές αντιδράσεις μέχρι και μόνιμες νευρολογικές βλάβες.



Τα μειονεκτήματα του DEET

Το DEET είναι ένα εντομοαπωθητικό που προορίζεται για εφαρμογή κατευθείαν στο δέρμα για να απωθεί- και όχι να σκοτώνει - έντομα. Βρίσκεται σε διαφορετικές συγκεντρώσεις σε πολλά προϊόντα, που περιλαμβάνουν αεροζόλ, σπρέι αντλίας, λοσιόν, μαντήλια μιας χρήσης, roll-ons και άλλα. Χρησιμοποιείται από περίπου 200 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

Ωστόσο, παρά την μακρά και εκτεταμένη χρήση του, το πώς ακριβώς λειτουργεί το DEET δεν είναι ακόμη σαφές. Μια από τις πιο απλές θεωρίες είναι ότι στα έντομα δεν αρέσει η μυρωδιά, έτσι το αποφεύγουν (Proc Natl Acad Sci U S A, 2008; 105: 13598–603). Ωστόσο, αυτό που είναι δυσάρεστο για τα έντομα μπορεί να είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Είναι προφανές ότι το DEET απορροφάται από το δέρμα και περνά στο αίμα. Σύμφωνα με μια αναφορά, μετά από έξι ώρες, 9-56 τοις εκατό της δόσης θα περάσει στο κυκλοφορικό σύστημα του σώματος (CMAJ, 2003; 169: 209–12).

Για το λόγο αυτό, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η τοπική εφαρμογή του DEET έχει συνδεθεί με μια σειρά από αντιδράσεις και παρενέργειες, και μάλιστα τα παιδιά φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Το 2001, σε μια αναφορά από ερευνητές του Νοσοκομείου Παίδων Αγία Σοφία στην Αθήνα, εντοπίστηκαν 17 εκθέσεις του DEET που αφορούν εγκεφαλοπάθεια (δυσλειτουργία εγκέφαλου) σε παιδιά. Το πιο κοινό σύμπτωμα ήταν επιληπτικές κρίσεις, που παρατηρήθηκαν στο 72 τοις εκατό των περιπτώσεων, και αυτό ήταν πιο πιθανό να συμβεί όταν το DEET εφαρμοζόταν απευθείας στο δέρμα. Πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ακόμα και μικρή έκθεση σε χαμηλά επίπεδα DEET μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες. Σε ένα αγόρι 18 μηνών, για παράδειγμα, εμφανίστηκαν αναπνευστικά προβλήματα και κρίσεις μετά από μια σύντομη μόνο έκθεση σε ένα προϊόν που περιείχε μόλις 17,6 τοις εκατό DEET. Η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «τα απωθητικά που περιέχουν DEET δεν είναι ασφαλή όταν εφαρμόζονται στο παιδικό δέρμα» (Hum Exp Toxicol, 2001; 20: 8–14). Στους ενήλικες, εκτός από αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις όπως ερυθρότητα, κνησμό, κάψιμο, φουσκάλες και, μερικές φορές, σημάδια (Arch Dermatol, 1982; 118: 582–3; CMAJ, 2003; 169: 209–12), η τοπική εφαρμογή του DEET έχει επίσης σχετιστεί με μανιακή ψύχωση, καρδιαγγειακή τοξικότητα, επιπτώσεις στην αναπαραγωγή ακόμη και θάνατο (J Am Mosq Control Assoc, 1998; 14: 12–27; Int J Toxicol, 2002; 21: 341–52). Έχει μάλιστα εμπλακεί, μαζί με άλλες χημικές ουσίες, σύνδρομο δυσλειτουργίας του νευρικού συστήματος που παρουσιάστηκε σε βετεράνους από τον Πόλεμο του Κόλπου (JAMA, 1997; 277: 231–7).

Η τοξικότητα του χημικού αυτού προκύπτει από τις εκθέσεις για περιπτώσεις κατάποσης DEET. Μία έκθεση περιγράφει πέντε περιπτώσεις κατά τις οποίες εμφανίστηκε υπόταση (υπερβολικά χαμηλή αρτηριακή πίεση), κρίσεις και κώμα μέσα σε μια ώρα από την κατάποση μεγάλων ποσοτήτων DEET. Παρά το γεγονός ότι τρεις από τους ασθενείς ανάρρωσαν, δύο από αυτούς έχασαν τη ζωή τους (JAMA, 1987; 258: 1509–11).



Στοιχεία από μελέτες σε ζώα

Όπως ήταν αναμενόμενο, μεγάλο μέρος των αποδεικτικών στοιχείων εναντίον του DEET προέρχεται από μεμονωμένες αναφορές περιστατικών και όχι μελέτες μεγάλης κλίμακας. Παρόλα αυτά, υπάρχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία από μελέτες σε ζώα που ενισχύουν το γεγονός ότι το DEET μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες.

Μοχάμεντ Αμπού-Ντόνια και οι συνάδελφοί του στο Ιατρικό κέντρο του Πανεπιστημίου του Ντιούκ, στο Ντέρχαμ της βόρειας Καρολίνα, έχει κάνει πολλές μελέτες σε ποντίκια και διαπίστωσε ότι η συχνή και παρατεταμένη εφαρμογή DEET προκαλεί καταστροφή των νευρώνων στα τμήματα του εγκεφάλου που ελέγχουν την κίνηση των μυών, τη μάθηση, τη μνήμη και τη συγκέντρωση (Exp Neurol, 2001; 172: 153–71). Επιπλέον, τα ποντίκια που έλαβαν το ισοδύναμο του μέσου όρου της ανθρώπινης δόσης DEET (40mg / kg βάρους σώματος) αντέδρασαν πολύ χειρότερα από ό,τι τα ποντίκια ελέγχου όταν βρέθηκαν αντιμέτωπα με συνθήκες που απαιτούν έλεγχο των μυών, δύναμη και συντονισμό (J Toxicol Environ Health A, 2001; 62: 523–41). Αν και τα ευρήματα μπορεί να μην ισχύουν και για τους ανθρώπους, οι συγκεκριμένες αντιδράσεις είναι ανάλογες αυτών που αναφέρθηκαν και στους στρατιώτες μετά τη χρήση DEET στον Περσικό Πόλεμο του Κόλπου.

Όπως δήλωσε ο Αμπού –Ντόνια, "Εάν χρησιμοποιηθεί με φειδώ, όχι συχνά και από μόνο του, το DEET μπορεί να μην έχει αρνητικές επιπτώσεις... Αλλά συχνή και βαριά χρήση... ιδιαίτερα σε συνδυασμό με άλλες χημικές ουσίες ή φάρμακα, θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα στον εγκέφαλο σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού" (www.dukehealth.org/HealthLibrary/ News/5500).

Πράγματι, ορισμένες χημικές ουσίες - συμπεριλαμβανομένων και των άλλων γεωργικών φαρμάκων, π.χ. μαλάθειον και η περμεθρίνη, έχουν βρεθεί να επιδρούν σε συνδυασμό με το DEET, προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερες παρενέργειες από ότι το DEET μόνο του (J Toxicol Environ Health A, 2004; 67: 331–56). Ιδιαίτερες ανησυχίες δημιουργεί και η οξυβενζόνη, μια χημική ουσία που λειτουργεί ως προστατευτική ασπίδα από τον ήλιο και συχνά χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το DEET σε ένα προϊόν που προσφέρει ταυτόχρονα και προστασία από τον ήλιο αλλά και από τα έντομα. Η έρευνα δείχνει ότι το Oxybenzone είναι ενισχυτής διαπερατότητας, με άλλα λόγια, βοηθά άλλες χημικές ουσίες να διαπεράσουν το δέρμα. Η έρευνα δείχνει ότι η οξυβενζόνη αυξάνει τη διείσδυση— με άλλα λόγια, βοηθά άλλες χημικές ουσίες να εισχωρήσουν στο δέρμα. Όταν αναμιγνύεται με DEET, αυξάνει δραματικά την ποσότητα που απορροφάται από το δέρμα και περνάει στο αίμα και έτσι αυξάνει και τον κίνδυνο για παρενέργειες (Toxicol Appl Pharmacol, 2007; 223: 187–94).



Ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις

Παρά αυτές τις ανησυχίες σχετικά με το DEET, κάποιοι ερευνητές εξακολουθούν να επιμένουν ότι οι παρενέργειες είναι σπάνιες και ότι, όταν χρησιμοποιείται σωστά, το DEET είναι απολύτως ασφαλές. Παρ 'όλα αυτά, το DEET δεν είναι ο μόνος τρόπος για να κρατήσετε τα έντομα μακριά. Υπάρχει ένας πλήθος από πολύ λιγότερο επικίνδυνες ουσίες που χρησιμοποιούνται σήμερα για να απομακρύνουν τα κουνούπια και άλλα έντομα.

Ένα από αυτά είναι το picaridin, γνωστό και ως «icaridin», το οποίο χρησιμοποιείται στο εντομοαπωθητικό Autan και σε άλλα προϊόντα. Αυτή η σχετικά νέα ουσία φαίνεται να έχει παρόμοια ισχύ, αλλά είναι λιγότερο ερεθιστική από το DEET (J Drugs Dermatol, 2004; 3: 59–60). Φαίνεται, επίσης, να είναι σχετικά ασφαλής (βλ. www.epa.gov/opprd001/factsheets/picaridin.pdf). Ωστόσο, όπως το DEET, το picaridin είναι μια εντελώς συνθετική οργανική ένωση.

Ένα πιο φυσικό προϊόν είναι τα αιθέρια έλαια. Η σιτρονέλλα, που προέρχεται από το λεμονόχορτο (lemongrass - Cymbopogon nardus), είναι ένα κοινό συστατικό σε φυσικά ή φυτικά εντομοαπωθητικά. Οι μελέτες δείχνουν ότι είναι εκπληκτικά αποτελεσματικό, ιδίως για τα κουνούπια (Entomol Res, 2005; 35: 117-20). Ωστόσο, η σιτρονέλλα φαίνεται να έχει μικρότερη διάρκεια προστασίας από το DEET. Η δραστικότητά της είναι πιθανώς μεγαλύτερη στα πρώτα 40 λεπτά μετά την εφαρμογή, αν και απαιτούνται συχνές επαναλήψεις για να αντισταθμίσουν το μικρής διάρκειας αποτέλεσμα (Ann Intern Med, 1998; 128: 931-40).

Το έλαιο Ευκαλύπτου (από τον Eucalyptus citriodora και Eucalyptus globulus) είναι ένα άλλο φυσικό εντομοαπωθητικό που λειτουργεί για σχεδόν οκτώ ώρες. Έρευνα δείχνει ότι ορισμένα συστατικά του έλαιου ευκαλύπτου είναι τόσο αποτελεσματικά όσο το DEET (J Am mosq Control Αssoc., 1996; 12: 243 - 6). Μια μελέτη διαπίστωσε ότι ένα εντομοαπωθητικό βασισμένο στο έλαιο ευκαλύπτου ήταν κατά 99,5% αποτελεσματικό στην προστασία κατά της σκνίπας Culicoides impunctatus, ακόμη και 8 με 10 ώρες μετά την εφαρμογή, ενώ το DEET ήταν 97% αποτελεσματικό (J Am mosq Control Αssoc., 1996; 12: 329-30). Άλλα εντομοαπωθητικά αιθέρια έλαια περιλαμβάνουν τα Νeem (Azadirachta indica), Τurmeric (curcuma longa, κουρκουμάς), Βασιλικός (Ocimum americanum) και Kaffir lime (Citrus hystrix) (Indian J Malariol, 1995; 32: 47–53; J Vector Ecol, 2001; 26: 76–82). Ωστόσο, τα αιθέρια έλαια μπορούν να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις σε κάποιους ανθρώπους, έτσι πάντα πρέπει να κάνετε μια δοκιμή πριν χρησιμοποιήσετε εντομοαπωθητικά με αιθέρια έλαια, και να αποφεύγετε τη μακροχρόνια χρήση τους. Το αιθέριο έλαιο Ευκαλύπτου, ειδικότερα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, καθώς η υπερδοσολογία είναι γνωστό ότι μπορεί να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις (J Neurol, 1999; 246: 667–70).

Για τα ευαίσθητα δέρματα, τα απωθητικά που βασίζονται στο σογιέλαιο μπορεί να είναι μια καλή λύση. Ένα διάλυμα σογιέλαιου 2 τοις εκατό ήταν σε θέση να παρέχει θέση να προστατέψειαπό τα τσιμπήματα των κουνουπιών για επτά ώρες κατά μέσο όρο (J Med Entomol, 2004; 41: 726-30). Εκτός από τη χρήση εντομοαπωθητικών, υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που μπορείτε να κάνετε για να μειώσετε τις πιθανότητές σας να σας τσιμπήσουν. Σε συνθήκες που τα κουνούπια αποτελούν μεγάλο πρόβλημα, καλό είναι να φοράτε μακρυμάνικο πουκάμισο και παντελόνι και να έχετε καλυμμένους τους αγκώνες και τα πέλματά σας. Επίσης βοηθάει πολύ να αποφεύγετε τα σκουρόχρωμα ρούχα καθώς και αποσμητικά, σαπούνια, λοσιόν και προϊόντα για μαλλιά με άρωμα λουλουδιών, καθώς μπορεί να προσελκύσουν τα έντομα (Ann Intern Med 1998; 128: 931-40).

Τέλος, οι κουνουπιέρες είναι χρήσιμες, αν και τα διάκενα πρέπει να είναι μικρά και σε καλή κατάσταση, αλλιώς τα έντομα, θα μπορούν να περνούν από μέσα. Όταν τη χρησιμοποιείτε πάνω από το κρεβάτι, πρέπει να καταλήγει στο πάτωμα ή να στερεώνεται κάτω από το στρώμα για να είναι αποτελεσματική. Βέβαια, μπορεί να σας τσιμπήσουν ακόμα και μέσα από τα διάκενα αν κοιμάστε σε επαφή με την κουνουπιέρα. Φέτος το Καλοκαίρι προτιμήστε τέτοιου είδους μέτρα προστασίας, τα οποία σε συνδυασμό με τη χρήση προϊόντων χωρίς DEET αποτελούν μια ασφαλέστερη μέθοδο για να αποφύγετε τα έντομα.



Το μειωνέκτημα της Περμεθρίνης

Ένα δραστικό συστατικό που πρέπει να προσέχετε είναι η περμεθρίνη, η οποία χρησιμοποιείται σε ρούχα, παπούτσια, κουνουπιέρες και είδη κάμπινγκ για να σκοτώνει και να απομακρύνει τα έντομα. Η περμεθρίνη ανήκει σε μια ομάδα χημικών ουσιών που ονομάζονται «πυρεθροειδή», τα οποία είναι γνωστό ότι έχουν νευροτοξικές επιδράσεις (Toxicology, 2002; 171: 3–59). Με την κατάποση, η περμεθρίνη μπορεί να προκαλέσει ζάλη, κεφαλαλγία, θόλωση της όρασης, κώμα, σπασμούς και θάνατο (Toxicol Rev, 2005; 24: 93 - 106). Με την έκθεση μέσω του δέρματος, ωστόσο, εκτιμάται ότι είναι υπεύθυνη -τουλάχιστον εν μέρει- για ασθένειες που εμφανίστηκαν σε βετεράνους του πολέμου του Κόλπου (Toxicol Lett, 2002; 135: 61 - 71).

Επίσης, υπάρχει η ανησυχία ότι η περμεθρίνη ίσως είναι καρκινογόνος. Σε μελέτες σε ζώα, η περμεθρίνη έχει βρεθεί ότι προκαλεί όγκους στους πνεύμονες και στο ήπαρ σε ποντίκια, εξωθώντας έτσι την Αμερικανική οργάνωση Προστασίας Περιβάλλοντος στην κατάταξη της περμεθρίνης στις «πιθανώς καρκινογόνες ουσίες για τον άνθρωπο», σε περιπτώση στοματικής χρήσης

(www.epa.gov/oppsrrd1/REDs/factsheets/permethrin_fs.htm#health). Επιπλέον, μια πρόσφατη μελέτη που εξέτασε σχεδόν 50.000 άτομα που χρησιμοποιούσαν εντομοαπωθητικά στην Αϊόβα και τη Βόρεια Καρολίνα βρήκε ότι υπάρχει αυξημένος και στατιστικά σημαντικός κίνδυνος εμφάνισης πολλαπλού μυελώματος (καρκίνος του μυελού των οστών) στα άτομα με την μεγαλύτερη έκθεση στην περμεθρίνη (Environ Health Perspect, 2009; 117: 581-6). Αυτό δείχνει ότι δεν είναι απαραίτητο να προσληφθεί από το στόμα για να προκαλέσει καρκίνο.