Αναπνευστική άσκηση και εγκεφαλικό επεισόδιο

Κατηγορία Υγεία
Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018 08:13 Διαβάστηκε 719 φορές
Τεύχος 86 Στέλιος Συρόπουλος PT-Msc

Το εγκεφαλικό επεισόδιο είναι η δεύτερη παγκόσμια αιτία θανάτου και αναπηρίας. Η αδυναμία μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο λόγω έλλειψης δημιουργίας φυσιολογικής ποσότητας δύναμης επηρεάζει όχι μόνο τους μύες των άνω και κάτω άκρων αλλά και εκείνους του αναπνευστικού συστήματος. Οι ασθενείς παρουσιάζουν μειωμένη εθελούσια δύναμη και αντοχή των αναπνευστικών μυών καθώς και μεταβαλλόμενη κίνηση του θωρακικού κλωβού. Παρατηρείται μείωση του μέγιστου εκούσιου αερισμού με εμφάνιση περιοριστικού προτύπου αναπνοής. Υπάρχει μια τροποποίηση της διαφραγματικής κίνησης με υψηλότερη θέση του ημιδιαφράγματος, η οποία σχετίζεται με μείωση της διαφραγματικής πίεσης κατά την αυθόρμητη αναπνοή και υπεραερισμό. Οι τιμές της μέγιστης εισπνευστικής και εκπνευστικής πίεσης στους ασθενείς αυτούς κυμαίνονται: 17-57cm νερού και 25-68 cm νερού σε σχέση με τους υγιείς ενήλικες που οι τιμές τους είναι 100 και 120 cm νερού αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, η αναπνευστική μυϊκή δύναμη σε ασθενείς με εγκεφαλικό επεισόδιο είναι λιγότερη από το μισό σε σχέση με τις φυσιολογικές τιμές και σχετίζεται άμεσα με αναπνευστικές επιπλοκές που αποτελούν την κύρια αιτία μη αγγειακού θανάτου.

Η πνευμονία είναι η πιο συχνή επιπλοκή τις πρώτες εβδομάδες μετά το επεισόδιο με ποσοστό 2-57% με αποτέλεσμα υψηλή θνησιμότητα, αυξημένη νοσηλεία, μειωμένη λειτουργικότητα και υψηλή ανάγκη φροντίδας. Η μειωμένη κατάποση και ο αυξημένος κίνδυνος εισρόφησης αποτελούν βασικούς παράγοντες εμφάνισης πνευμονίας. Ο βήχας είναι ο πιο άμεσος προστατευτικός μηχανισμός και απαιτεί συντονισμένη ενεργοποίηση των αναπνευστικών μυών. Η αδυναμία των αναπνευστικών μυών οφείλεται στη διακοπή της κίνησης που ελέγχεται από το κεντρικό νευρικό σύστημα με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η ροή του βήχα κατά 50 %.

Η άσκηση των εισπνευστικών αναπνευστικών μυών αποτελεί έναν κρίσιμο παράγοντα για την επίλυση αυτών των προβλημάτων. Σε αυτό το είδος άσκησης οι ασθενείς καλούνται να εκτελούν επαναλαμβανόμενες ασκήσεις αναπνοής έναντι εξωτερικού φορτίου το οποίο καθορίζεται ως ένα ποσοστό της μέγιστης εισπνευστικής πίεσης. Σημαντική προϋπόθεση είναι ότι οι αναπνευστικοί μύες ανταποκρίνονται στα ερεθίσματα της άσκησης υποβάλλοντας προσαρμογές στη δομή τους με τον ίδιο τρόπο όπως οι άλλοι σκελετικοί μύες όταν οι ίνες τους είναι υπερφορτωμένες. Έτσι μπορούν να υπερφορτωθούν και να εργάζονται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε υψηλότερες εντάσεις από το τυπικό φορτίο εργασίας τους. Η εφαρμογή αντίστασης στους αναπνευστικούς μύες συνιστάται σε περιπτώσεις υπεραερισμού και έχει επιπρόσθετο αποτέλεσμα στην αντοχή των αναπνευστικών μυών στις δραστηριότητες της καθημερινότητας.

Η αναπνευστική φυσικοθεραπεία ξεκινάει άμεσα ενδονοσοκομειακά εντός δύο εβδομάδων μετά την έναρξη του επεισοδίου. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει αναπνευστική άσκηση μέσω αντίστασης στην εισπνοή καθημερινά διάρκειας 4 εβδομάδων και αποτελείται από 5 σετ των δέκα αναπνοών στο 50% της μέγιστης εισπνευστικής πίεσης με διάλειμμα ενός λεπτού μεταξύ τους. Η επανεκτίμηση της μέγιστης εισπνευστικής πίεσης γίνεται κάθε εβδομάδα από φυσικοθεραπευτή. Στη συνέχεια αυτός ο τύπος της άσκησης πρέπει να ενσωματώνεται στο πρόγραμμα συμβατικής νευρολογικής αποκατάστασης που θα ακολουθήσει ο ασθενής μετά την έξοδο από το νοσοκομείο. Η συχνότητα θα είναι 3-6 φορές την εβδομάδα για οκτώ εβδομάδες με φορτίο στο 60 % της μέγιστης εισπνευστικής πίεσης με 2 συνεδρίες την ημέρα των 2 σετ διάρκειας 15-30 λεπτών.

Τα οφέλη τέτοιου είδους αναπνευστικής άσκησης στους επιζήσαντες μετά από εγκεφαλικό είναι πολλαπλά. Προκαλούνται σημαντικές αλλαγές στη βίαιη ζωτική χωρητικότητα, εκπνεόμενο όγκο αέρα στο πρώτο δευτερόλεπτο και στην εξάλεπτη δοκιμασία βάδισης, η οποία έδειξε βελτίωση της αναπνευστικής λειτουργίας και της ταχύτητας του περπατήματος στα άτομα που έκαναν αναπνευστική άσκηση αυξάνοντας τη λειτουργικότητα. Επίσης αυξάνεται η αναπνευστική μυϊκή δύναμη. Όταν η μέγιστη αναπνευστική δύναμη είναι 80 cm νερού τότε υπάρχει αδυναμία των αναπνευστικών μυών ενώ όταν είναι 46 cm νερού αυτή η αδυναμία γίνεται πιο σοβαρή. Η μέγιστη εκπνευστική ροή του βήχα παρουσιάζει και αυτή αυξητικές τιμές μειώνοντας τις πνευμονικές επιπλοκές καθώς και τη μέγιστη εισπνευστική πίεση κατά 7 cm νερού.

Η δύναμη των αναπνευστικών μυών μετά από οξεία ή χρόνια εγκεφαλικά επεισόδια εμφανίζει αδυναμίες και στις δύο φάσεις. Η άσκηση των εισπνευστικών αναπνευστικών μυών μειώνει τον κίνδυνο πνευμονικών επιπλοκών άμεσα και μετά 6 μήνες από την παρέμβαση. Η αναπνευστική ικανότητα εξαρτάται από την αλληλεπίδραση του καρδιοπνευμονικού και νευρομυϊκού συστήματος και είναι καίριας σημασίας για ασθενείς με εγκεφαλικό λόγω μειωμένης φυσικής κατάστασης.

Ο Συρόπουλος Στυλιανός αποφοίτησε από το τμήμα φυσικοθεραπείας του Τει Αθήνας το έτος 2003. Το 2006 άνοιξε το δικό του εργαστήριο φυσικοθεραπείας στην περιοχή όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Νέα Ιωνία Αττικής. Παράλληλα με την ενασχόλησή του ως εργαστηριούχος φυσικοθεραπευτής εργάστηκε στις μονάδες εντατικής θεραπείας σε δύο κρατικά νοσοκομεία το Αρεταίειο Νοσοκομείο και το Σισμανόγλειο νοσοκομείο με διάρκεια θητείας δύο έτη.

Η κλινική εμπειρία πάνω στην αντιμετώπιση του επειγόντως περιστατικού χρονίως πασχόντων ασθενών τον οδήγησε στην απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου το 2014 στην καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση από την Ιατρική σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η δημοσίευση με τίτλο «Επίδραση Αναπνευστικής φυσικοθεραπείας στον πόνο και στην πρόληψη των πνευμονικών επιπλοκών σε μείζονα χειρουργική επέμβαση άνω κοιλίας» στο περιοδικό αρχεία ελληνικής ιατρικής το 2015 στα πλαίσια της μεταπτυχιακής του διατριβής ήταν καινοτόμα και μοναδική στην επιστημονική κοινότητα και του έδωσε το χρίσμα του εργαστηριακού συνεργάτη στο Τει αθήνας στην κλινική των καρδιοαναπνευστικών παθήσεων που το διατηρεί και ως σήμερα.