Social media και παιδιά | Tι συμβαίνει όταν αλλοιώνεται η ψυχική υγεία;
Η συζήτηση γύρω από τα social media και την ψυχική υγεία των παιδιών επικεντρώνεται συνήθως σε όσα μπορούμε να παρατηρήσουμε και να μετρήσουμε: άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές, εξάρτηση από την οθόνη, κοινωνική απομόνωση, προβλήματα αυτοεκτίμησης. Η ψυχαναλύτρια και συγγραφέας Robin Kirman, όμως, θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: τι συμβαίνει στην εσωτερική ζωή ενός παιδιού όταν ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξής του διαμορφώνεται μέσα από τα social media; Σε πρόσφατο άρθρο στον Guardian, η Kirman υποστηρίζει ότι ίσως δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει πλήρως μία από τις σημαντικότερες συνέπειες της ψηφιακής ζωής: την επίδρασή της στην ικανότητα του παιδιού να ανακαλύπτει τι πραγματικά θέλει και, μέσα από αυτό, ποιο είναι. (The Guardian)
Η αφετηρία της είναι μια ιστορία από δικαστική υπόθεση στις ΗΠΑ σχετικά με την εξάρτηση ανηλίκων από τα social media. Μια νεαρή γυναίκα, η Kaley, η οποία χρησιμοποιούσε κοινωνικά δίκτυα από την ηλικία των έξι ετών, ρωτήθηκε κάποτε από τη θεραπεύτριά της πώς θα έμοιαζε η ιδανική της ημέρα, εάν μπορούσε να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε επιθυμία της. Η απάντησή της ήταν ότι θα ήθελε να είναι πιο όμορφη. Για την Kirman αυτή η απάντηση είναι ενδεικτική ενός βαθύτερου προβλήματος. Ένα παιδί ή ένας έφηβος θα μπορούσε να επιθυμεί να ταξιδέψει, να δημιουργήσει κάτι, να αγαπήσει, να ανακαλύψει, να μάθει, να παίξει, να γνωρίσει ανθρώπους ή να βιώσει μια περιπέτεια. Στην περίπτωση της Kaley, όμως, ο ορίζοντας των πιθανών επιθυμιών είχε συρρικνωθεί γύρω από μία και μόνη ιδέα: την εικόνα του εαυτού της στα μάτια των άλλων.
Πώς μαθαίνουμε τι πραγματικά θέλουμε; Η Kirman στρέφεται στη θεωρία του Βρετανού παιδιάτρου και ψυχαναλυτή Donald Winnicott. Για τον Winnicott, η ανάπτυξη μιας αυθεντικής αίσθησης του εαυτού συνδέεται στενά με την ελευθερία του παιδιού να ακολουθεί αυθόρμητες παρορμήσεις και ενδιαφέροντα. Ένα παιδί που σκαρφαλώνει σε έναν φράχτη επειδή θέλει να δει τι υπάρχει από την άλλη πλευρά, που επινοεί ένα παιχνίδι χωρίς συγκεκριμένο σκοπό ή που τραβά βιβλία από ένα ράφι μέχρι να βρει κάτι που του κινεί την περιέργεια, δεν περνά απλώς την ώρα του. Μέσα από αυτές τις μικρές πράξεις αρχίζει να ανακαλύπτει τι το ενδιαφέρει. Και μαζί με αυτό, σύμφωνα με αυτή την ψυχαναλυτική οπτική, ανακαλύπτει σταδιακά ποιο είναι. Το πρόβλημα που εντοπίζει η Kirman είναι ότι τα social media εισάγουν έναν εξωτερικό παρατηρητή σχεδόν σε κάθε πλευρά αυτής της διαδικασίας. Η πράξη, το ενδιαφέρον, η εμφάνιση ή η γνώμη του παιδιού μπορούν πλέον να φωτογραφηθούν, να δημοσιευθούν, να σχολιαστούν και να μετρηθούν. Likes, followers, views και σχόλια δημιουργούν έτσι ένα περιβάλλον όπου το παιδί δεν αναρωτιέται μόνο «τι μου αρέσει;», αλλά όλο και συχνότερα «τι θα αρέσει στους άλλους;».
Από τον αυθεντικό στον «κατασκευασμένο» εαυτό: Εδώ η Kirman χρησιμοποιεί μία από τις γνωστότερες έννοιες του Winnicott: το false self, τον «ψευδή εαυτό». Δεν σημαίνει ότι κάποιος προσποιείται συνειδητά ότι είναι κάτι άλλο. Περιγράφει περισσότερο έναν εαυτό που μαθαίνει να προσαρμόζεται υπερβολικά στις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Σε ένα ψηφιακό περιβάλλον αυτό μπορεί να πάρει μια ιδιαίτερα έντονη μορφή. Το παιδί αρχίζει να παρατηρεί τον εαυτό του σχεδόν σαν να ήταν τρίτος άνθρωπος: Πώς φαίνομαι; Πόσο δημοφιλής είμαι; Αρέσει αυτό που κάνω; Πόσα likes πήρε; Πώς συγκρίνομαι με τους άλλους; Η Kirman θεωρεί ότι αυτή η συνεχής αξιολόγηση μπορεί να απομακρύνει τον νέο άνθρωπο από μια πιο αυθόρμητη εσωτερική σχέση με τις επιθυμίες του. Αντί να ζει μια εμπειρία, αρχίζει συγχρόνως να παρακολουθεί πώς φαίνεται ενώ τη ζει. Και αυτή η διαφορά είναι ουσιαστική.
Όταν η περιέργεια γίνεται ατελείωτο scrolling: Η συγγραφέας συνδέει ακόμη το ζήτημα με το έργο του νευροεπιστήμονα Jaak Panksepp, ο οποίος είχε περιγράψει ένα θεμελιώδες νευροβιολογικό σύστημα αναζήτησης, το λεγόμενο Seeking system. Πρόκειται, απλουστευμένα, για τον μηχανισμό που μας ωθεί προς το καινούργιο: να εξερευνήσουμε, να αναζητήσουμε, να περιμένουμε κάτι, να κινηθούμε προς έναν στόχο. Κατά την Kirman, η δύναμη των social media βρίσκεται ακριβώς στο ότι αξιοποιούν αυτή την τάση. Κάθε swipe μπορεί να αποκαλύψει κάτι νέο. Κάθε ειδοποίηση υπόσχεται μια μικρή έκπληξη. Κάθε νέο βίντεο δημιουργεί την προσδοκία του επόμενου. Έτσι, η ίδια η ανάγκη για αναζήτηση μπορεί να εγκλωβιστεί μέσα σε έναν κλειστό κύκλο. Το παιδί εξακολουθεί να «αναζητά», αλλά η αναζήτησή του δεν στρέφεται απαραίτητα προς τον πραγματικό κόσμο, προς ένα ενδιαφέρον, μια δεξιότητα, έναν άνθρωπο ή μια εμπειρία. Στρέφεται προς το επόμενο περιεχόμενο. Η Kirman το περιγράφει ως μια αλλοίωση της επιθυμίας: η φυσική περιέργεια χάνει την ποικιλία και τον αυθορμητισμό της και προσανατολίζεται συνεχώς προς το feed.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο χρόνος οθόνης: Συχνά αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα των social media ποσοτικά: πόσες ώρες περνά ένα παιδί στο κινητό; Πόσο TikTok βλέπει; Πόσο χρόνο βρίσκεται στο Instagram; Η Kirman προτείνει να θέσουμε και μια διαφορετική ερώτηση: Τι καταλαμβάνει ο ψηφιακός κόσμος μέσα στην εσωτερική ζωή του παιδιού; Ένα παιδί μπορεί να περάσει δύο ώρες στο διαδίκτυο και παρ' όλα αυτά να έχει φίλους, ενδιαφέροντα, παιχνίδι, δημιουργικότητα, περιέργεια και έναν ζωντανό κόσμο έξω από την οθόνη. Ένα άλλο μπορεί να έχει οργανώσει μεγάλο μέρος της αυτοεκτίμησης και της ταυτότητάς του γύρω από το πώς εμφανίζεται και πώς αξιολογείται διαδικτυακά. Η διαφορά δεν μετριέται εύκολα με ένα χρονόμετρο.
Χώρος για να μην συμβαίνει τίποτα: Η προσέγγιση της Kirman οδηγεί τελικά σε μια αρκετά απλή αλλά απαιτητική ιδέα: τα παιδιά χρειάζονται χώρο στον οποίο δεν παρακολουθούνται, δεν αξιολογούνται και δεν χρειάζεται να παρουσιάζουν τον εαυτό τους. Χρειάζονται χρόνο για τεμπελιά, παιχνίδι, εξερεύνηση και ενδιαφέροντα που δεν έχουν κοινό. Χρειάζονται δραστηριότητες που δεν φωτογραφίζονται και στιγμές που δεν μετατρέπονται σε περιεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε χρήση των social media οδηγεί αναγκαστικά σε ψυχική βλάβη, ούτε ότι η ψυχαναλυτική ερμηνεία της Kirman αποτελεί από μόνη της επιστημονική απόδειξη. Η ίδια παρουσιάζει μια κλινική και θεωρητική ανάγνωση ενός πολύπλοκου φαινομένου. Αλλά ίσως θέτει μια ερώτηση που αξίζει να κρατήσουμε. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει διαρκώς μπροστά σε ένα πραγματικό ή φανταστικό κοινό, πόσο εύκολο είναι να ανακαλύψει ποιο θα ήταν εάν κανείς δεν το παρακολουθούσε; Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της ψηφιακής εποχής δεν είναι μόνο να βοηθήσουμε τα παιδιά να χρησιμοποιούν λιγότερο τις οθόνες. Είναι να προστατεύσουμε εκείνον τον εσωτερικό χώρο όπου μπορούν, χωρίς likes, αλγόριθμους και συγκρίσεις, να ανακαλύψουν τι τα συγκινεί, τι επιθυμούν και τελικά ποια θέλουν να γίνουν.
Αναφορές
- Avci H, Baams L, Kretschmer T. A Systematic Review of Social Media Use and Adolescent Identity Development. Adolescent Research Review, 2025. DOI: 10.1007/s40894-024-00251-1.
- Pérez-Torres V. Social media: a digital social mirror for identity development during adolescence. Current Psychology, 2024. DOI: 10.1007/s12144-024-05980-z.
- American Psychological Association. Health Advisory on Social Media Use in Adolescence.
- Social Media Use and adolescents’ mental health and well-being: An umbrella review. Computers in Human Behavior Reports, 2024. DOI: 10.1016/j.chbr.2024.100404.
Η Δανία σχεδιάζει απαγόρευση των social media για παιδιά κάτω των 15 ετών
Στη Δανία, τα social media θα επιτρέπονται πλέον μόνο από την ηλικία των 15 ετών και άνω. Το Υπουργείο Ψηφιοποίησης ανακοίνωσε ότι θα θεσπιστεί ελάχιστο όριο ηλικίας για ορισμένες πλατφόρμες, χωρίς όμως να τις κατονομάζει. Από την ανακοίνωση δεν προκύπτει με ποιον ακριβώς τρόπο θα εφαρμοστεί το μέτρο. Σύμφωνα με το Υπουργείο, ο νόμος θα αφορά τις μεγαλύτερες πλατφόρμες όπου μπορούν να δημιουργηθούν δημόσια προφίλ χρηστών και οι οποίες συνδέονται αποδεδειγμένα με κινδύνους για παιδιά και εφήβους.
«Ως μία από τις πρώτες χώρες της ΕΕ, η Δανία κάνει τώρα ένα πρωτοποριακό βήμα στην εισαγωγή ορίων ηλικίας για τα κοινωνικά δίκτυα», αναφέρεται στην ανακοίνωση του Υπουργείου Ψηφιοποίησης. Ωστόσο, μετά από αξιολόγηση, οι γονείς θα μπορούν να λάβουν το δικαίωμα να επιτρέπουν στα παιδιά τους την πρόσβαση ήδη από τα 13 έτη.
Οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των κρατών-μελών της ΕΕ είχαν πρόσφατα εκφραστεί υπέρ ενός τέτοιου ορίου ηλικίας στη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες. Παρ’ όλα αυτά, τα επιμέρους κράτη θα έχουν περιθώριο ευελιξίας για τον τρόπο εφαρμογής του σε εθνικό επίπεδο.
Αμφιλεγόμενο το όριο ηλικίας για τα social media στη Γερμανία
Στη Γερμανία, η εισαγωγή αντίστοιχων ορίων ηλικίας αποτελεί αντικείμενο έντονης συζήτησης. Η Ομοσπονδιακή Υπουργός Δικαιοσύνης Στεφανίε Χούμπιγκ (SPD) έχει ταχθεί υπέρ μιας τέτοιας ρύθμισης, όπως και η συμπρόεδρος των Πρασίνων, Φραντσέσκα Μπράντνερ. Αντιθέτως, ο πρόεδρος της CSU, Μάρκους Ζέντερ, άσκησε κριτική στην πρόταση. Ένα τέτοιο μέτρο θα έκανε το TikTok, το Instagram και άλλες πλατφόρμες ακόμη πιο ελκυστικές για τους νέους, δήλωσε ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας.
Στην Αυστραλία, τον Δεκέμβριο του 24 το Κοινοβούλιο είχε εγκρίνει όριο ηλικίας στα 16 χρόνια για τα social media. Αργότερα, πλατφόρμες όπως το TikTok, το Facebook, το X και το Instagram τιμωρήθηκαν με πρόστιμα έως και 50 εκατομμύρια αυστραλιανά δολάρια (28 εκατομμύρια ευρώ) για ελλείψεις στην προστασία των παιδιών.
Μελέτη:
Οι νέοι υποφέρουν ολοένα και περισσότερο από τον κυβερνο-εκφοβισμό
