Τετάρτη, 01 Μαΐου 2024 07:27

Προβιοτικά VS Αντικαταθλιπτικά

Το μικροβίωμα είναι το σύνολο των μικροοργανισμών που ζουν μέσα στο σώμα μας και πάνω στο δέρμα μας! Αποτελείται από βακτήρια, μύκητες, παράσιτα, ιούς και πιθανόν και από άλλους μικροοργανισμούς, τους οποίους αγνοούμε. Παρά το ότι οι μικροοργανισμοί ως μονάδες είναι μικροσκοπικοί και αόρατοι στο γυμνό μάτι, ζυγίζουν το ίδιο περίπου με τον εγκέφαλό μας. Όταν θρέφονται με το κατάλληλο φαγητό (πρεβιοτικά) αποτελούν ένα θαυμαστό φαρμακείο καθώς παράγουν ζωτικής σημασίας χημικές ουσίες που είναι βασικές για το ανοσοποιητικό μας σύστημα και παράγουν νευροδιαβιβαστές όπως η σεροτονίνη και το GABA. Το Gaba έχει μία ηρεμιστική δράση στο σώμα και τον νου, ενώ η σεροτονίνη παίζει καίριο ρόλο στη ρύθμιση της διάθεσης, του ύπνου, της όρεξης και της ευαισθησίας στο πόνο. Γνωρίζουμε ότι το 95% της σεροτονίνης παράγεται και αποθηκεύεται στο έντερο και όχι στον εγκέφαλο. Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ των βακτηρίων του εντέρου και της κατάθλιψης.

Ας δούμε το παράδειγμα της Έμιλυ για να κατανοήσουμε τη σημασία του εντερικού μικροβιώματος. Η Έμιλυ ήταν μία κοπέλα εξωστρεφής και χαρούμενη από τη φύση της, αλλά μετά από τη λήψη αντιβιοτικών για μεγάλο χρονικό διάστημα παρατήρησε ότι ένιωθε ένα μόνιμο αίσθημα θλίψης. Λίγο καιρό αργότερα διαγνώστηκε με κατάθλιψη. Αυτό που έχει ενδιαφέρον στη περίπτωση της Έμιλυ είναι ότι ήταν μία κοπέλα που είχε μία χαρούμενη παιδική ηλικία, όχι κάποιο ιδιαίτερο τραύμα, μία καλή συντροφική σχέση, οπότε η κατάθλιψη δεν έβγαζε κάποιο νόημα. Κάποια μέρα όμως διάβασε ένα άρθρο το οποίο τη συντάραξε και αναφερόταν στη σύνδεση μεταξύ εντέρου και ψυχικής υγείας. Αυτό το οποίο έμαθε ήταν ότι τα αντιβιοτικά σκοτώνουν εκτός από τα παθογόνα βακτήρια και τα φιλικά και ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη καθώς το έντερο όταν δεν έχει φιλικά βακτήρια, δεν λειτουργεί σωστά και δεν παράγει σεροτονίνη, GABA και άλλες ορμόνες. Αλλά ούτε και το ανοσοποιητικό λειτουργεί καθώς το 80% της ανοσολογικής απόκρισης στηρίζεται στο έντερο. Η Έμιλυ αποφάσισε να πάρει η ίδια το έλεγχο της υγείας της και άρχισε να ενσωματώνει τροφές πλούσιες σε προβιοτικά (όπως φυσικό γιαούρτι, κίμτσι, κεφίρ, ζυμωμένο λάχανο, ψωμί με προζύμι). Αυτές οι τροφές περιέχουν ζωντανά βακτήρια τα οποία βοήθησαν να πολλαπλασιαστούν στο έντερό της οι ωφέλιμοι μικροοργανισμοί και επέλεξε και ένα ποιοτικό προβιοτικό σκεύασμα. Επίσης μείωσε τις επεξεργασμένες και ραφιναρισμένες τροφές, οι οποίες είναι γνωστό ότι σκοτώνουν τα υγιή βακτήρια. Καθώς ο καιρός περνούσε η Έμιλυ παρατηρούσε σιγά-σιγά αλλαγές όπως βελτίωση της πέψης, περισσότερη ενέργεια και καλύτερη διάθεση. Η κατάθλιψή της άρχισε να απομακρύνεται και ένιωσε περισσότερη ψυχική ανθεκτικότητα και ευελιξία στις προκλήσεις της ζωής.

Ως ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής γνωρίζω ότι το να διαχειριστεί και να θεραπεύσει κάποιος τη κατάθλιψη δεν είναι πάντα κάτι τόσο εύκολο όπως το να αλλάξει τη διατροφή του. Η κατάθλιψη είναι μία σύνθετη και χρόνια διαταραχή διάθεσης που επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες (γενετικούς, περιβαλλοντικούς κ.α.) αλλά και από το ιστορικό του κάθε ανθρώπου. Όμως υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός ερευνών που αποδεικνύουν μία επιβεβαιωμένη σχέση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και της ψυχικής υγείας. Στην Αμερική ήδη χρησιμοποιούν τη μεταμόσχευση μικροβιώματος από υγιείς δότες και αυτό έχει δείξει βελτίωση σε καταστάσεις όπως:

  • διπολική διαταραχή,
  • κατάθλιψη,
  • ευαισθησία στην ινσουλίνη,
  • νόσος του Crohn,
  • μείωση αγχώδους διαταραχής
  • μείωση Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).

Παρατηρείται λοιπόν μία στροφή και από τους επιστήμονες στην ανάπτυξη μεθόδων παρέμβασης στο μικροβίωμα για τη θεραπεία της κατάθλιψης. Υπάρχουν ήδη πολλές μελέτες που δείχνουν πώς τα προβιοτικά μειώνουν τα συμπτώματα της κατάθλιψης και του άγχους. Τα προβιοτικά αυτά ανήκουν στη κατηγορία των ψυχοβιοτικών.

Είναι πολύ ενθαρρυντικό να μπορεί κανείς να αυξήσει τα επίπεδα σεροτονίνης ανάλογα με την τροφή που τρώει. Αυτό πραγματικά έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι χρειάζεστε αντικαταθλιπτικά επειδή υπάρχει χημική ανισορροπία στον εγκέφαλό σας. Όπως είπαμε πιο πάνω το 95% της σεροτονίνης παράγεται και αποθηκεύεται στο έντερο και όχι στον εγκέφαλο.
Τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά ανήκουν στην κατηγορία των αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης, ή SSRI, και αυξάνουν τα επίπεδα της σεροτονίνης, ενός από τους νευροδιαβιβαστές που επιτρέπει στα νευρικά κύτταρα να ανταλλάσσουν σήματα.
Το Συμβούλιο για την Evidence–Based Psychiatry (Ψυχιατρική βασισμένη σε αποδείξεις) αναφέρει «παρά το ότι οι επιστήμονες ελέγχουν την εγκυρότητα της θεωρίας για τη χημική ανισορροπία για περισσότερα από 40 χρόνια, και παρά το ότι υπάρχουν χιλιάδες μελέτες, δεν υπάρχει καμία άμεση απόδειξη ότι είναι σωστή». Δηλαδή όπως αναφέρει και η ψυχίατρος Dr. Joanna Monkrif καθηγήτρια του University College London: «Πολύς κόσμος παίρνει αντικαταθλιπτικά επειδή οδηγήθηκε στην άποψη ότι η κατάθλιψη έχει βιοχημική βάση. Η έρευνά μας δείχνει ότι αυτή η άποψη δεν στηρίζεται από τις διαθέσιμες ενδείξεις».
Υπάρχουν περιπτώσεις που τα αντικαταθλιπτικά βοηθούν και χρειάζονται, αλλά πιστεύω ότι αντί να βασιζόμαστε σχεδόν εξολοκλήρου στα αντικαταθλιπτικά, χρειάζεται να προσεγγίσουμε τη ρίζα του προβλήματος μέσω της ψυχοθεραπείας και να αυξήσουμε τη ποικιλομορφία του εντερικού μας μικροβιώματος. Η επικοινωνία εντέρου – εγκεφάλου είναι μία αμφίδρομη επικοινωνία. Το μυαλό και το έντερο στέλνουν σήματα μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου και αποτελεί τον άξονα εντέρου – εγκεφάλου. Όλα αυτά παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στον ύπνο, στον πόνο, στη διάθεση, στην πείνα και το άγχος. Για να μεταφερθούν οι πληροφορίες από το έντερο στο μυαλό χρησιμοποιούνται νευροδιαβιβαστές, όπως η σεροτονίνη, το γλουταμινικό οξύ, και ορμόνες του εντέρου. Έχετε νιώσει ποτέ πεταλούδες στο στομάχι ή μία αίσθηση πίεσης στο έντερο; Τα συναισθήματά σας, το μυαλό και το έντερο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Στη πραγματικότητα το έντερο θεωρείται ο δεύτερος εγκέφαλος και έχει το δικό του νευρικό σύστημα: το εντερικό νευρικό σύστημα. Το εντερικό νευρικό σύστημα είναι ενσωματωμένο στην επένδυση του γαστρεντερικού σωλήνα, η οποία αρχίζει από τον οισοφάγο και εκτείνεται μέχρι το πρωκτό και αποτελείται από περισσότερα από 500 εκατομμύρια νεύρα. Αναγνωρίζεται λοιπόν η σημασία ενός υγιούς και ποικιλόμορφου εντερικού μικροβιώματος για μία καλή ψυχική υγεία.

Κατηγορία Διατροφή

Τα προβιοτικά μπορούν να καταπολεμήσουν τα υπερβακτήρια στο έντερο που έχουν γίνει ανθεκτικά στα αντιβιοτικά.

Μελέτη έδειξε ότι μπορούν να επιτεθούν αποτελεσματικά σε μια αποικία MRSA (Χρυσίζοντα σταφυλόκοκκου ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη), μικροβίων δηλαδή που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές λοιμώξεις του δέρματος, των οστών, των πνευμόνων και του αίματος εάν παραβιαστεί ο δερματικός φραγμός.
Μια ερευνητική ομάδα από το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων στις ΗΠΑ χρησιμοποίησε το προβιοτικό Bacillus subtilis σε 115 συμμετέχοντες, οι οποίοι είχαν όλοι μολυνθεί από το μικρόβιο MRSA. Στους μισούς περίπου χορηγήθηκε το προβιοτικό κάθε μέρα για τέσσερις εβδομάδες, ενώ οι υπόλοιποι έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Μετά τις τέσσερις εβδομάδες, όσοι έπαιρναν το προβιοτικό είχαν 96,8% μείωση του MRSA στα κόπρανά τους και υπήρξε 65,4% μείωση της ποσότητας που βρισκόταν στις ρινικές διόδους.
Το προβιοτικό δεν σκότωσε το βακτήριο, αλλά το εμπόδισε να αναπαραχθεί και να αναπτυχθεί, δήλωσε ο Michael Otto, ένας από τους ερευνητές. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα αντιβιοτικά, δεν καταστρέφει τα "καλά" βακτήρια στο έντερο.

Πηγή: Lancet Microbe, 2023; doi: 10.1016/S2666-5247(22)00322-6

Κατηγορία Έρευνα

Το ανθρώπινο μικροβίωμα εκφράζει το σύνολο των τρισεκατομμυρίων μικροοργανισμών (ιών, βακτηρίων και μυκήτων) που ζουν μέσα μας και γύρω μας, ξεπερνώντας κατά πολύ τον αριθμό των κυττάρων μας. Μπορούμε να μιλάμε λοιπόν για έναν υπερ-οργανισμό, μία παράξενη συμβίωση που περιλαμβάνει εμάς και τα μικρόβια που ζουν μαζί μας και επηρεάζουν όλες τις λειτουργίες μας.

Εδώ και δεκαετίες, έχει μελετηθεί ο ρόλος του μικροβιώματος στην υγεία και την ομαλή λειτουργία του εντέρου και είναι επίσης γνωστή η συμβολή του στην ανάπτυξη δυνατού ανοσοποιητικού. Η σημασία του γίνεται όλο και περισσότερο γνωστή όσο μαθαίνουμε νέα πράγματα γι’ αυτό. Ωστόσο, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς τα μικροσκοπικά μικρόβια στο έντερο συμβάλλουν καθημερινά στη γνωστική ικανότητα και τη λειτουργία του εγκεφάλου αλλά και στη συμπεριφορά.

Πρόκειται για μία αμφίδρομη πορεία: Το έντερο μέσα από ένα σύνθετο νευρωνικό χρησιμοποιεί το βακτηριακό οικοσύστημα για χάρη τόσο της σωματικής όσο και της ψυχολογικής ευεξίας. Τα βακτήρια του εντέρου παράγουν εκατοντάδες νευροχημικά στοιχεία που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για τη ρύθμιση βασικών φυσιολογικών διαδικασιών, καθώς και νοητικών διεργασιών όπως η μάθηση, η μνήμη και η διάθεση. Ακριβώς όπως τα βακτήρια του εντέρου επηρεάζουν τον εγκέφαλο, έτσι και ο εγκέφαλος μπορεί να ασκήσει βαθιά επίδραση στο εντερικό μικροβίωμα. Μελέτες έχουν δείξει ότι το ψυχολογικό στρες ανατρέπει την μικροβιακή ισορροπία στο έντερο, καθιστώντας μας πιο ευάλωτους σε μολυσματικές ασθένειες και προκαλώντας μοριακές αντιδράσεις που στέλνουν πληροφορίες πίσω στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Τα τελευταία χρόνια, έχουν συγκεντρωθεί στοιχεία από μελέτες για το πώς τα βακτήρια του εντέρου μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, τη χημεία του εγκεφάλου και ένα ευρύ φάσμα των φαινομένων συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένης της συναισθηματικής συμπεριφοράς, της μνήμης, της αντίληψης του πόνου και της αντίδρασης του οργανισμού στο στρες.

Η κακή μνήμη συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα του εγκεφαλικού νευροτροφικού παράγοντα που είναι γνωστός ως BDNF (Brain Derived Neurotrophic Factor) που είναι μια πρωτεΐνη πολύ σημαντική για τη μάθηση και τη μνήμη, η οποία διεγείρει την παραγωγή νέων εγκεφαλικών κυττάρων και ενισχύει τα υπάρχοντα. Τα χαμηλά επίπεδα BDNF συνδέονται επίσης με την κατάθλιψη και το άγχος. Το μικροβίωμα, αυξάνοντας τα επίπεδα του BDNF, επιδρά στη βελτίωση της μνήμης, μειώνει το άγχος και αυξάνει την αίσθηση αυτοπεποίθησης.

Έρευνες εντοπίζουν ποια συγκεκριμένα μικρόβια παράγουν συγκεκριμένους διαβιβαστές. Για παράδειγμα, εκτιμάται ότι το 90% της σεροτονίνης μας παράγεται στο έντερο και βρέθηκε ότι μέρος αυτής της σεροτονίνης παράγεται από αυτά τα τέσσερα μικρόβια: Candida, Streptococcus, Escherichia και Enterococcus.

Τα βακτήρια Lactobacillus and Bifidobacterium παράγουν γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ ή «GABA» που αποτελεί τον κύριο ανασταλτικό νευροδιαβιβαστή μας που έχει χαλαρωτική και αγχολυτική επίδραση.

Τα μικρόβια Escherichia coli, Bacillus και Saccharomyces παράγουν νορεπινεφρίνη, μια ορμόνη / νευροδιαβιβαστή που εμπλέκεται στην αντίδραση φόβου «πάλης ή φυγής» (απόκριση του οργανισμού στο στρες που χαρακτηρίζεται από έκρηξη της αδρεναλίνης).

Τα Bacillus και Serratia παράγουν τον νευροδιαβιβαστή κίνητρου, την ντοπαμίνη.

Έχουμε, λοιπόν, αυτό το μικρό εργοστάσιο παραγωγής ουσιών στο έντερο, οι οποίες επηρεάζουν τον εγκέφαλό μας. Στην πραγματικότητα, το έντερο και τα μικρόβιά του φαίνεται να επηρεάζουν τον εγκέφαλο τόσο πολύ που η προκλινική έρευνα έδειξε ότι τα προβιοτικά έχουν αντικαταθλιπτική και αγχολυτική δράση. Μάλιστα, υπήρξε μία μελέτη που διαπίστωσε ότι το Bifidobacterium infantis είχε αντικαταθλιπτικά αποτελέσματα ισοδύναμα με αυτά του αντικαταθλιπτικού φάρμακου σιταλοπράμη.

Η αλλαγή της μικροχλωρίδας του εντέρου με κάποιο τρόπο μπορεί να οδηγήσει σε συμπεριφορές που σχετίζονται με το άγχος και την κατάθλιψη.

Όλοι ξέρουμε ότι οι φυτικές ίνες βοηθούν την καλή λειτουργία του εντέρου. Ωστόσο, θεωρώντας ότι οι φυτικές ίνες δεν είναι τροφή για εμάς, αλλά για τα μικρόβιά μας, μια διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες από ποικιλία πηγών θα πρέπει επίσης να είναι καλή για την ψυχική μας υγεία.

Όλες αυτές οι πληροφορίες σχετικά με το μικροβίωμα του εντέρου μάς κάνουν να αναρωτιόμαστε πόσες νοητικές παθήσεις θα μπορούσαν να εντοπιστούν σε διαταραχές στην υγεία του εντέρου, για παράδειγμα από δίαιτες με επεξεργασμένα τρόφιμα χωρίς ίνες και εξευγενισμένους υδατάνθρακες, ή από την απρόσκοπτη χρήση αντιβιοτικών.

Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν;

Δεν θα ήταν εύκολο (και ούτε σωστό) να κατηγοριοποιήσουμε τα μικρόβια σε «καλά» και «κακά». Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ισορροπία είναι αυτή που συμβάλλει στη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Και καθώς όλοι είμαστε διαφορετικοί, το μικροβίωμά μας είναι διαφορετικό και τείνει να προσαρμόζεται ανάλογα με τα προβλήματα, τις διαταραχές και τις ανάγκες μας. Όμως είναι ευάλωτο σε φαρμακευτικές παρεμβάσεις όπως τα αντιβιοτικά, τα κορτικοστεροειδή κλπ, οπότε σε αυτές τις περιπτώσεις θα χρειαστεί η λήψη προβιοτικών σκευασμάτων για να βοηθηθεί επαρκώς η αποκατάσταση της ισορροπίας.

Για να ενισχύσουμε μικροβίωμα με φυσικούς τρόπους:

  • προσθέτουμε στη διατροφή μας προβιοτικές και πρεβιοτικές τροφές και αποφεύγουμε τα επεξεργασμένα τρόφιμα
  • ζούμε σε επαφή με τη φύση, το περιβάλλον, τα κατοικίδια ζώα μας,
  • χρησιμοποιούμε προβιοτικά συμπληρώματα, ειδικά αν οι ανάγκες αποκατάστασης του οργανισμού είναι μεγάλες (π.χ. λήψη αντιβίωσης, κορτικοστεροειδών κλπ.).Μέσα από τη μελέτη του μικροβιώματος, επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η θεωρία ολιστικών συστημάτων υγείας (όπως για παράδειγμα η Ομοιοπαθητική) που υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι μια οντότητα ξεκομμένη από το περιβάλλον της και καμία διαταραχή - είτε σωματική είτε ψυχική - δεν αφορά σε ένα μόνο όργανο ή σύστημα του οργανισμού.

    table 01

    Μέσα από τη μελέτη του μικροβιώματος, επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η θεωρία ολιστικών συστημάτων υγείας (όπως για παράδειγμα η Ομοιοπαθητική) που υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι μια οντότητα ξεκομμένη από το περιβάλλον της και καμία διαταραχή - είτε σωματική είτε ψυχική - δεν αφορά σε ένα μόνο όργανο ή σύστημα του οργανισμού.

Έτσι την επόμενη φορά που θα έχετε να αντιμετωπίσετε οποιοδήποτε ζήτημα του οργανισμού σας, λάβετε υπόψη σας τόσο τη σωματική όσο και την ψυχολογική σας κατάσταση και οπωσδήποτε τον τρόπο ζωής σας και τη σχέση σας με το φυσικό περιβάλλον σας.


Βιβλιογραφία

  1. Proc Natl Acad Sci U S A 2011 Feb 15;108(7):3047-52.
  2. J Physiol. 2004;558(Pt 1):263-275. doi:10.1113/jphysiol.2004.063388
  3. Clinical Psychopharmacology and Neuroscience 2015;13(3):239-244
  4. https://www.caltech.edu/about/news/microbes-help-produce-serotonin-gut-46495
  5. Trends Neurosci. 2016;39(11):763-781. doi:10.1016/j.tins.2016.09.002
  6. Nutrients. 2017;9(2):125. Published 2017 Feb 10. doi:10.3390/nu9020125
  7. Maes, Kubera, Leunis, Berk, J. Affective Disorders, 2012 και Berk, Williams, Jacka, BMC Med, 2013).
Κατηγορία Διατροφή

Είναι γνωστό ότι τα προβιοτικά αποικίζουν το έντερο με «καλά» βακτήρια, τα οποία συμβάλλουν στον τρόπο με τον οποίο το έντερο ρυθμίζει την υγεία μας. Αυτό που δεν ήταν γνωστό μέχρι σήμερα είναι η ιδιαίτερη συμβολή των προβιοτικών στην υγεία των οστών. Ερευνητές ανακάλυψαν ότι η χρήση προβιοτικών βοηθά στη μείωση της οστικής απώλειας στους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας και χαρακτηρίζουν την ανακάλυψη αυτή ως έναν νέο, διαφορετικό τρόπο με τον οποίο μπορούμε να προστατεύουμε τα οστά μας.
Οι περισσότερες γυναίκες μεγάλης ηλικίας πάσχουν από οστεοπόρωση ή ευθραυστότητα των οστών, πράγμα που σημαίνει ότι η παραμικρή πτώση μπορεί να προκαλέσει κάταγμα. Τα φάρμακα που κυκλοφορούν στην αγορά μπορούν να αντιμετωπίσουν την οστεοπόρωση σε κάποιο βαθμό, αλλά συχνά συνταγογραφούνται μόνο μετά την ανίχνευση της οστικής απώλειας.
Ωστόσο, όπως ανακάλυψαν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ στη Σουηδία, οι γυναίκες που παίρνουν προβιοτικά για τουλάχιστον έναν χρόνο, έχουν τη μισή απώλεια οστού σε σχέση με τις γυναίκες σε παρόμοια κατάσταση που όμως δεν παίρνουν προβιοτικό συμπλήρωμα.
Οι ερευνητές δοκίμασαν ένα προβιοτικό σε 90 γυναίκες με μέσο όρο ηλικίας 76 ετών, στις μισές από τις οποίες δόθηκε η ενεργή εκδοχή του και στις υπόλοιπες ένα εικονικό συμπλήρωμα (placebo). Μετά από ένα χρόνο, οι αξονικές τομογραφίες που μέτρησαν την υγεία των οστών στα κάτω άκρα όλων των γυναικών ανακάλυψαν ότι εκείνες που λάμβαναν το προβιοτικό είχαν τη μισή απώλεια οστού σε σχέση με εκείνες που έλαβαν το εικονικό σκεύασμα.
Καμία από τις γυναίκες που έλαβαν προβιοτικά δεν παρουσίασε παρενέργειες ή αντιδράσεις.
Είναι η πρώτη φορά που δοκιμάστηκαν τα αποτελέσματα των προβιοτικών στην υγεία των οστών, αναφέρουν οι ερευνητές. Μέχρι τώρα, οι μελέτες περιορίζονταν σε πειραματόζωα. Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δείχνουν έναν ακόμα τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να βοηθήσει στην πρόληψη και την αντιμετώπιση της οστικής απώλειας. 


(Πηγή: Journal of Internal Medicine, 2018; doi: 10.1111/joim.12805)

 

Κατηγορία Έρευνα
Σελίδα 2 από 3