Μεγάλη μελέτη της Mayo Clinic σε περισσότερους από 1.300 ασθενείς εντόπισε διαφορετικά πρότυπα βακτηρίων του εντέρου που συνδέονται με συγκεκριμένες μορφές καρκίνου, αλλά και με την ηλικία εμφάνισης της νόσου και ορισμένες παρενέργειες της θεραπείας.

Το εντερικό μικροβίωμα (δηλαδή τα τρισεκατομμύρια μικροοργανισμών που ζουν στο πεπτικό μας σύστημα), έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο δραστήρια πεδία της σύγχρονης βιοϊατρικής έρευνας. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 στο Cell έρχεται να προσθέσει ένα ιδιαίτερα σημαντικό κομμάτι σε αυτή την εικόνα. Οι ερευνητές της Mayo Clinic ανέλυσαν δείγματα κοπράνων από 1.364 ασθενείς με διαφορετικούς τύπους καρκίνου και τα συνέκριναν με δείγματα από 287 υγιείς ανθρώπους. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μελέτες πραγματικών ασθενών που έχουν γίνει μέχρι σήμερα πάνω στη σχέση καρκίνου και εντερικού μικροβιώματος. ScienceDirect

341 βακτηριακά είδη και πέντε κατηγορίες καρκίνου
Αφού οι ερευνητές συνυπολόγισαν άλλες ασθένειες, δημογραφικά χαρακτηριστικά και κλινικές παραμέτρους, εντόπισαν 341 βακτηριακά είδη που συνδέονταν με πέντε διαφορετικές κατηγορίες καρκίνου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι καρκίνοι που εμφανίζονται πριν από τα 50 χρόνια. Στους νεότερους ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου βρέθηκαν αυξημένα επίπεδα γαλακτικού οξέος και μεγαλύτερη παρουσία του βακτηρίου Veillonella parvula, το οποίο χρησιμοποιεί το γαλακτικό ως πηγή ενέργειας. Αντίστοιχα, στον καρκίνο του μαστού πρώιμης εμφάνισης καταγράφηκαν αλλαγές σε δεκάδες βακτηριακά είδη και χαμηλότερα επίπεδα ορισμένων χολικών οξέων. Mayo Clinic News Network
Η μελέτη βρήκε επίσης ότι το μικροβίωμα μπορεί να σχετίζεται με την αντίδραση του οργανισμού στη θεραπεία. Για παράδειγμα, υψηλότερα επίπεδα ενός βακτηρίου που ονομάζεται Anaerostipes hadrus συνδέθηκαν με μικρότερο κίνδυνο διάρροιας σε ασθενείς που λάμβαναν 5-fluorouracil, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο χημειοθεραπευτικό φάρμακο. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι ερευνητές δεν υποστηρίζουν πως αυτά τα βακτήρια προκαλούν απαραίτητα τον καρκίνο. Προς το παρόν μιλάμε για συσχετίσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι τα μικροβιακά αυτά «αποτυπώματα» μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιηθούν ως βιοδείκτες για πιο έγκαιρη διάγνωση ή για καλύτερη πρόβλεψη της ανταπόκρισης σε μια θεραπεία.

Διατροφή, μικροβίωμα και ένα όλο και πιο δύσκολο διατροφικό περιβάλλον
Το μικροβίωμα επηρεάζεται έντονα από τη διατροφή, τον τρόπο ζωής, τα φάρμακα και το γενικό περιβάλλον στο οποίο ζει ένας άνθρωπος. Αυτό κάνει τη νέα μελέτη ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: όταν εξετάζουμε το μικροβίωμα, στην πραγματικότητα εξετάζουμε και ένα είδος βιολογικού αποτυπώματος της καθημερινής ζωής. Και αυτή η συζήτηση γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση σε ποιοτική τροφή γίνεται όλο και δυσκολότερη για μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Σύμφωνα με την Eurostat, το 8,5% των ανθρώπων στην ΕΕ το 2025 δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά ένα πλήρες γεύμα με κρέας, ψάρι ή αντίστοιχη φυτική πηγή πρωτεΐνης κάθε δεύτερη ημέρα. Παράλληλα, οι τιμές των τροφίμων στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά περίπου 44% μεταξύ 2014 και 2024, πολύ περισσότερο από τον γενικό δείκτη τιμών. European Commission Όταν τα νοικοκυριά πιέζονται οικονομικά, η επιλογή τροφής δεν καθορίζεται πάντα από την ποιότητα αλλά από την τιμή. Αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερη ποικιλία, λιγότερα φρέσκα τρόφιμα και μεγαλύτερη εξάρτηση από φθηνότερα, έντονα επεξεργασμένα προϊόντα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ενδιαφέρον και η συζήτηση για τα συμπληρώματα διατροφής. Δεν αποτελούν υποκατάστατο μιας ισορροπημένης διατροφής και η συγκεκριμένη μελέτη δεν εξέτασε αν μπορούν να προλάβουν τον καρκίνο. Ωστόσο, σε ανθρώπους με πραγματικές διατροφικές ελλείψεις, στοχευμένη συμπληρωματική υποστήριξη μπορεί να έχει διαφορετική σημασία από την αδιάκριτη κατανάλωσή τους.

Η νέα έρευνα μας υπενθυμίζει ότι ο καρκίνος δεν εξελίσσεται απομονωμένα από τον υπόλοιπο οργανισμό. Το έντερο, η διατροφή, το ανοσοποιητικό και ο μεταβολισμός αποτελούν ένα πολύπλοκο δίκτυο. Και όσο περισσότερο κατανοούμε αυτό το δίκτυο, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αντιμετωπίζουμε τη διατροφή ως κάτι δευτερεύον στην υγεία.

Αναφορές

  1. Lu Yang et al., Microbiome signatures linked to cancer and treatment adverse events in a real-world cohort, Cell, 2026. DOI: 10.1016/j.cell.2026.09.009. ScienceDirect
  2. Mayo Clinic, Distinct gut microbiome patterns found in 5 cancer groups and in early-onset cancers, 29 Σεπτεμβρίου Mayo Clinic News Network
  3. Eurostat, Key figures on the European food chain – 2025 edition και Key figures on European living conditions – 2026 edition. European Commission

Συντακτική Ομάδα Holistic Life. © 2026 Holistic Life.

Κατηγορία Έρευνα

Το pH, τα οιστρογόνα και τα «καλά» βακτήρια συνεργάζονται καθημερινά για να προστατεύσουν τον κόλπο. Τι μπορεί να διαταράξει αυτή την ισορροπία και τι γνωρίζουμε πραγματικά για την υποστήριξή της;

Το μικροβίωμα δεν βρίσκεται μόνο στο έντερο. Ο κόλπος διαθέτει το δικό του οικοσύστημα μικροοργανισμών, και η ισορροπία του παίζει σημαντικό ρόλο στην προστασία από λοιμώξεις, ερεθισμούς και φλεγμονές. Σε πολλές γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, το κολπικό μικροβίωμα κυριαρχείται από βακτήρια του γένους Lactobacillus. Αυτά παράγουν γαλακτικό οξύ και βοηθούν να διατηρείται το κολπικό pH όξινο, συνήθως περίπου 3,5–4,5. Αυτό το όξινο περιβάλλον δυσκολεύει την υπερανάπτυξη άλλων βακτηρίων και αποτελεί μέρος της φυσικής άμυνας του κόλπου. Όταν αυτή η ισορροπία αλλάζει, μπορεί να εμφανιστεί δυσβίωση. Η πιο γνωστή μορφή της είναι η βακτηριακή κολπίτιδα, κατά την οποία μειώνονται οι λακτοβάκιλλοι και αυξάνονται διάφορα αναερόβια βακτήρια. Το CDC περιγράφει τη βακτηριακή κολπίτιδα ακριβώς ως μια διαταραχή της φυσιολογικής μικροβιακής ισορροπίας. cdc.gov

Τι μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία
Το κολπικό μικροβίωμα δεν είναι στατικό. Μπορεί να αλλάζει με τον εμμηνορροϊκό κύκλο, τη σεξουαλική δραστηριότητα, τη λήψη αντιβιοτικών, την εγκυμοσύνη και κυρίως με τις ορμονικές μεταβολές. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος των οιστρογόνων. Μετά την εμμηνόπαυση, η πτώση τους συνδέεται συχνά με αύξηση του κολπικού pH και μείωση των Lactobacillus. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να συμβάλλουν σε ξηρότητα, καύσο, ερεθισμό, πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή και ουρολογικά συμπτώματα, το σύνολο των οποίων περιγράφεται ως ουρογεννητικό σύνδρομο της εμμηνόπαυσης. PubMed
Πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση σε περισσότερες από 5.000 γυναίκες βρήκε ότι μετά την εμμηνόπαυση παρατηρείται σταθερά μικρότερη αφθονία Lactobacillus και μεγαλύτερη μικροβιακή ποικιλότητα. Ωστόσο, ένα πολύ σημαντικό εύρημα ήταν ότι η αποκατάσταση των λακτοβακίλλων από μόνη της δεν σημαίνει απαραίτητα και εξαφάνιση των συμπτωμάτων. PubMed Αυτό μας θυμίζει κάτι βασικό: το κολπικό μικροβίωμα είναι σημαντικό, αλλά δεν εξηγεί μόνο του κάθε ενόχληση.

Τι βοηθά και τι χρειάζεται περισσότερη προσοχή
Η πιο απλή αρχή είναι να αποφεύγονται πρακτικές που διαταράσσουν το φυσικό περιβάλλον του κόλπου χωρίς λόγο. Οι κολπικές πλύσεις αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο βακτηριακής κολπίτιδας και δεν συνιστώνται ως πρακτική «καθαρισμού». Ο κόλπος είναι αυτοκαθαριζόμενο όργανο και δεν χρειάζεται εσωτερικό καθαρισμό. cdc.gov
Το ίδιο ισχύει και για αρωματισμένα προϊόντα, αποσμητικά ή επιθετικά καθαριστικά που μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό ή να αλλάξουν το τοπικό περιβάλλον. Αντίθετα, η εξωτερική περιοχή μπορεί να καθαρίζεται ήπια, χωρίς υπερβολή και χωρίς την ιδέα ότι πρέπει να «απολυμανθεί». Πολύ ενδιαφέρον είναι και το θέμα των προβιοτικών. Θεωρητικά, η ιδέα φαίνεται λογική: αν οι Lactobacillus είναι ευεργετικοί, γιατί να μην τους προσθέσουμε; Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το CDC επισημαίνει ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποστηρίζουν σήμερα τα κοινά προβιοτικά προϊόντα ως υποκατάστατο ή καθιερωμένη συμπληρωματική θεραπεία της βακτηριακής κολπίτιδας. cdc.gov Υπάρχουν όμως ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις. Το Lactin-V, ένα ενδοκολπικό σκεύασμα που περιέχει συγκεκριμένο στέλεχος Lactobacillus crispatus, έχει δείξει μειωμένες υποτροπές βακτηριακής κολπίτιδας σε κλινική δοκιμή, αλλά δεν αποτελεί ακόμη ευρέως διαθέσιμη θεραπεία.
Μια νεότερη διπλά τυφλή κλινική δοκιμή του 2024 εξέτασε επίσης από του στόματος και κολπικά προβιοτικά για την πρόληψη υποτροπών βακτηριακής κολπίτιδας και έδειξε ότι το πεδίο παραμένει ενεργό ερευνητικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα τα προβιοτικά της αγοράς είναι ισοδύναμα ή ότι κάθε στέλεχος έχει κλινικό όφελος. PubMed

Η εμμηνόπαυση αλλάζει το τοπίο
Στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, η αντιμετώπιση είναι διαφορετική γιατί η βασική αιτία μπορεί να είναι ορμονική. Η τοπική οιστρογονική θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση του κολπικού επιθηλίου, να μειώσει το pH και να ευνοήσει την επανεμφάνιση Lactobacillus. Συστηματικές ανασκοπήσεις δείχνουν επίσης ότι τα κολπικά οιστρογόνα μπορούν να βελτιώσουν ορισμένα συμπτώματα του ουρογεννητικού συνδρόμου της εμμηνόπαυσης. PubMed Ωστόσο, και εδώ χρειάζεται εξατομίκευση. Δεν ανταποκρίνονται όλες οι γυναίκες με τον ίδιο τρόπο, και η αποκατάσταση του μικροβιώματος δεν εγγυάται από μόνη της πλήρη ανακούφιση. PubMed
Για γυναίκες με ιστορικό ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου ή άλλους ειδικούς παράγοντες κινδύνου, η επιλογή θεραπείας χρειάζεται εξατομικευμένη ιατρική εκτίμηση. Το ίδιο ισχύει και για το βορικό οξύ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υποτροπιαζουσών λοιμώξεων ή δύσκολα αντιμετωπιζόμενης βακτηριακής κολπίτιδας, αλλά δεν είναι προϊόν γενικής καθημερινής φροντίδας και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς σαφή ένδειξη και καθοδήγηση. Το βασικό μήνυμα είναι πιο απλό: το κολπικό μικροβίωμα είναι ένα δυναμικό οικοσύστημα και η καλύτερη «υποστήριξή» του συχνά σημαίνει να μην το διαταράσσουμε χωρίς λόγο. Όταν υπάρχουν επίμονα συμπτώματα, οσμή, κνησμός, πόνος, κάψιμο ή ασυνήθιστες εκκρίσεις, η σωστή διάγνωση είναι πιο σημαντική από οποιοδήποτε προβιοτικό ή προϊόν «εξισορρόπησης pH».
Διότι η γυναικεία υγεία δεν βασίζεται στην προσπάθεια να κάνουμε το σώμα πιο «καθαρό». Βασίζεται στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το σώμα διατηρεί από μόνο του την ισορροπία του, και στο να παρεμβαίνουμε μόνο όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη.

Αναφορές

  1. Centers for Disease Control and Prevention. Bacterial Vaginosis – STI Treatment Guidelines. CDC – Bacterial Vaginosis
  2. Micks E, Reed SD, Mitchell C. The Postmenopausal Vaginal Microbiome and Genitourinary Syndrome of Menopause. Clinical Obstetrics and Gynecology. 2024;67(1):79–88. DOI: 1097/GRF.0000000000000832
  3. Gut, vaginal, and urinary microbiome alterations in women with genitourinary syndrome of menopause: A systematic review. PubMed
  4. Danan ER, Sowerby C, Ullman KE, et al. Hormonal Treatments and Vaginal Moisturizers for Genitourinary Syndrome of Menopause: A Systematic Review. Annals of Internal Medicine. 2024;177(10):1400–1414. DOI: 7326/ANNALS-24-00610
  5. Rezazadeh MB, Zanganeh M, Jarahi L, Fatehi Z. Comparative efficacy of oral and vaginal probiotics in reducing the recurrence of bacterial vaginosis: a double-blind clinical trial. BMC Women’s Health. 2024;24:575.
    DOI: 1186/s12905-024-03418-z
  6. Zeng Q, Shu H, Pan H, et al. Associations of vaginal microbiota with the onset, severity, and type of symptoms of genitourinary syndrome of menopause in women. Frontiers in Cellular and Infection Microbiology. 2024;14:1402389.
    DOI: 3389/fcimb.2024.1402389

Συντακτική Ομάδα Holistic Life. © 2026 Holistic Life.

Κατηγορία Υγεία

Μια νέα έρευνα αποκαλύπτει πώς η φλεγμονή μπορεί να μεταβάλλει το εντερικό μικροβίωμα, περιορίζοντας την ικανότητά του να διασπά συγκεκριμένα συστατικά των τροφών. Τα ευρήματα προσφέρουν μια πιθανή εξήγηση για την εμφάνιση νέων τροφικών ευαισθησιών, ακόμη και όταν μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου βρίσκεται σε ύφεση.

Γιατί ένας άνθρωπος που κατανάλωνε για χρόνια γαλακτοκομικά προϊόντα ή τρόφιμα με σιτάρι αρχίζει ξαφνικά να παρουσιάζει φούσκωμα, κοιλιακό πόνο ή διάρροια; Και γιατί τα συμπτώματα αυτά μπορεί να επιμένουν ακόμη και όταν η φλεγμονή του εντέρου έχει υποχωρήσει; Μια νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο McMaster του Καναδά, που δημοσιεύθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Gastroenterology, προσφέρει μια ενδιαφέρουσα πιθανή εξήγηση: η προηγούμενη εντερική φλεγμονή μπορεί να έχει μεταβάλει το μικροβίωμα, αφαιρώντας από τον οργανισμό βακτήρια που συμμετέχουν στη διάσπαση των τροφών.
Η ανακάλυψη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (IBD), η οποία περιλαμβάνει τη νόσο του Crohn και την ελκώδη κολίτιδα. Μέχρι σήμερα, πολλοί ασθενείς αναφέρουν ότι ορισμένα τρόφιμα προκαλούν συμπτώματα, χωρίς να είναι πάντοτε δυνατόν να προσδιοριστεί ο βιολογικός μηχανισμός που ευθύνεται. Η νέα έρευνα υποδεικνύει ότι το πρόβλημα μπορεί να μην βρίσκεται αποκλειστικά στην ίδια την τροφή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ένα μεταβαλλόμενο εντερικό οικοσύστημα την επεξεργάζεται.

Όταν η φλεγμονή αλλάζει τη σχέση μας με την τροφή
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την Bruna B. Da Luz και τον Alberto Caminero, μελέτησαν 148 ενήλικες, ηλικίας 18 έως 75 ετών. Ανάμεσά τους βρίσκονταν 58 ασθενείς με νόσο Crohn, 46 με ελκώδη κολίτιδα και 44 άτομα χωρίς φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Οι ασθενείς βρίσκονταν σε κλινική και ιστολογική ύφεση. Παρά την ύφεση, το 85% των ασθενών με Crohn και το 86% εκείνων με ελκώδη κολίτιδα ανέφεραν ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε συγκεκριμένες τροφές. Στην ομάδα χωρίς φλεγμονώδη νόσο, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 33%. Αυτοαναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε τροφές.

01 ΔΣΧ

Στοιχεία από 148 συμμετέχοντες. Τα ποσοστά αφορούν αναφερόμενες αντιδράσεις, όχι επιβεβαιωμένες τροφικές αλλεργίες.

Οι συχνότερες ενοχλήσεις αφορούσαν γαλακτοκομικά, σιτάρι, ξηρούς καρπούς, καφεΐνη και τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες. Η ανάλυση των δειγμάτων κοπράνων αποκάλυψε μειωμένη μικροβιακή ποικιλότητα στους ασθενείς με IBD, καθώς και χαμηλότερη παρουσία ορισμένων βακτηρίων που συμμετέχουν στον μεταβολισμό συστατικών της τροφής. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε σε βακτήρια των ομάδων Clostridia και Bifidobacteriales. Οι μικροοργανισμοί αυτοί συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, στη διάσπαση συγκεκριμένων πρωτεϊνών.
Σε εργαστηριακές δοκιμές, τα μικροβιακά συστήματα που προέρχονταν από ασθενείς με IBD παρουσίασαν μειωμένη ικανότητα διάσπασης δύο πρωτεϊνών του γάλακτος, της β-λακτοσφαιρίνης και της β-καζεΐνης. Το εύρημα υποδηλώνει ότι η απώλεια ορισμένων μικροβιακών λειτουργιών μπορεί να μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο το έντερο έρχεται σε επαφή με συστατικά της διατροφής.

Από την αλλαγή του μικροβιώματος στην ανοσολογική αντίδραση
Για να διερευνήσουν τον μηχανισμό, οι επιστήμονες πραγματοποίησαν πειράματα σε ποντίκια, προκαλώντας πρώτα εντερική φλεγμονή και στη συνέχεια εξετάζοντας τις αντιδράσεις τους σε πρωτεΐνες γάλακτος και γλουτένης. Διαπίστωσαν ότι η φλεγμονή διευκόλυνε την ανάπτυξη ανοσολογικής ευαισθητοποίησης απέναντι σε αυτές τις τροφές. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε παραγωγή τροφικά ειδικών αντισωμάτων IgE και αυξημένη παρουσία μαστοκυττάρων στο έντερο. Τα μαστοκύτταρα αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος και συμμετέχουν σε φλεγμονώδεις και αλλεργικές αντιδράσεις. Όταν ενεργοποιούνται, απελευθερώνουν ουσίες που μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του εντέρου και την αίσθηση του πόνου.

Στα πειραματόζωα, οι αντιδράσεις αυτές παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό εντοπισμένες στο έντερο, χωρίς να εμφανίζουν απαραίτητα τα χαρακτηριστικά μιας γενικευμένης τροφικής αλλεργίας. Αυτό έχει σημασία, επειδή μια τροφική ευαισθησία δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με μια κλασική αλλεργία, ούτε η αντίδραση στο σιτάρι σημαίνει αυτομάτως κοιλιοκάκη.
Η έρευνα αποκάλυψε επίσης κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Όταν μικροβιακές κοινότητες από ποντίκια με προηγούμενη εντερική φλεγμονή μεταφέρθηκαν σε άλλα ποντίκια χωρίς δικό τους μικροβίωμα, τα τελευταία έγιναν περισσότερο ευάλωτα στην εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε τροφές. Αντίθετα, η χορήγηση ορισμένων βακτηρίων με ικανότητα διάσπασης πρωτεϊνών του γάλακτος, όπως τα Clostridium sporogenes και Bifidobacterium longum, περιόρισε αρκετούς δείκτες ανοσολογικής ενεργοποίησης. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν με τη χρήση ουσίας που σταθεροποιεί τα μαστοκύτταρα. Τα πειράματα αυτά υποστηρίζουν την ύπαρξη ενός πιθανού μηχανισμού που συνδέει τη φλεγμονή, το μικροβίωμα και την ανοσολογική αντίδραση στην τροφή.

Μπορούμε να αποκαταστήσουμε την ανοχή στις τροφές;
Τα ευρήματα δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα θεραπευτική προοπτική: αντί να αποκλείουμε διαρκώς τρόφιμα από τη διατροφή, θα μπορούσαμε κάποτε να αποκαθιστούμε τις μικροβιακές λειτουργίες που έχουν χαθεί. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της ιδέας στην κλινική πράξη παραμένει ακόμη μακριά. Το ισχυρότερο αιτιώδες σκέλος της έρευνας προέρχεται από πειράματα σε ζώα. Στους ανθρώπους, οι ερευνητές κατέγραψαν συσχετίσεις ανάμεσα στο μικροβίωμα και στις αυτοαναφερόμενες τροφικές αντιδράσεις, χωρίς να αποδείξουν ότι η απώλεια συγκεκριμένων βακτηρίων τις προκαλεί. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε ακόμη αν η χορήγηση των συγκεκριμένων μικροοργανισμών θα μπορούσε να αποκαταστήσει με ασφάλεια την ανοχή στις τροφές. Δεν υπάρχει επομένως λόγος να θεωρήσουμε ότι ένα συνηθισμένο προβιοτικό συμπλήρωμα μπορεί να αναπαράγει τα αποτελέσματα των πειραμάτων.

Μια ακόμη μελέτη, δημοσιευμένη τον Μάιο του 2026 στο Gastroenterology, έδειξε ότι μεταβολές στο μικροβίωμα και στο εντερικό περιβάλλον μπορούν να επιμένουν σε ασθενείς με νόσο Crohn ακόμη και μετά την επίτευξη ύφεσης με αποτελεσματική ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Το εύρημα ενισχύει την άποψη ότι η υποχώρηση της φλεγμονής δεν συνεπάγεται απαραίτητα πλήρη αποκατάσταση του εντερικού οικοσυστήματος.
Υπάρχει όμως και μια σημαντική πλευρά που δεν πρέπει να παραβλέψουμε. Πολλοί άνθρωποι με χρόνιες εντερικές παθήσεις περιορίζουν σταδιακά ολοένα περισσότερα τρόφιμα, προσπαθώντας να αποφύγουν τα συμπτώματα. Αυτή η διαδικασία μπορεί να καταλήξει σε ιδιαίτερα περιορισμένη διατροφή, με ανεπαρκή πρόσληψη θρεπτικών συστατικών και σημαντική επιβάρυνση της καθημερινότητας.
Η νέα έρευνα δεν δικαιολογεί την αυθαίρετη επανεισαγωγή τροφών που προκαλούν σοβαρές αντιδράσεις. Υπογραμμίζει όμως την ανάγκη εξατομικευμένης αξιολόγησης, ώστε να αποφεύγονται οι περιττοί διατροφικοί αποκλεισμοί. Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι το έντερο δεν λειτουργεί ως ένα απλό όργανο πέψης. Αποτελεί ένα δυναμικό οικοσύστημα στο οποίο οι μικροοργανισμοί, το ανοσοποιητικό σύστημα και η τροφή αλληλεπιδρούν διαρκώς. Η ικανότητά μας να ανεχόμαστε μια τροφή δεν εξαρτάται μόνο από τη χημική της σύσταση, αλλά ενδεχομένως και από τη λειτουργική κατάσταση του μικροβιώματος που συμμετέχει στην επεξεργασία της. Η πρόκληση για τη μελλοντική ιατρική δεν είναι απλώς να εντοπίζει ποιες τροφές προκαλούν συμπτώματα, αλλά να κατανοεί γιατί ένας οργανισμός που προηγουμένως τις ανεχόταν παύει να μπορεί να τις διαχειριστεί.

Αναφορές

1. Bruna B. Da Luz κ.ά., Gut inflammation favors adverse food reactions by disrupting the microbial metabolism of food triggers, Gastroenterology, 2026. DOI: 10.1053/j.gastro.2026.07.042.
2. Perturbations of Diet and Gut Signatures Persist During Remission in Crohn’s Disease Despite Effective Immune Suppression, Gastroenterology, 2026. DOI: 10.1053/j.gastro.2025.12.007.
3. Luis Mayorga κ.ά., Distinct microbial mediators link diet to inflammation in Crohn's disease and ulcerative colitis, Gut, 2026. DOI: 10.1136/gutjnl-2025-337480.

Συντακτική Ομάδα Holistic Life. © 2026 Holistic Life.

Κατηγορία Έρευνα

Από την ιβερμεκτίνη και τη μεμπενδαζόλη μέχρι το μικροβίωμα του όγκου, ένα απροσδόκητο πεδίο έρευνας ανοίγει νέες ερωτήσεις για τη θεραπεία του καρκίνου

Μερικές φορές η καινοτομία δεν γεννιέται από ένα νέο φάρμακο, αλλά από μια νέα χρήση ενός παλιού. Η προσέγγιση αυτή ονομάζεται drug repurposing (επαναχρησιμοποίηση φαρμάκων), και κερδίζει έδαφος και στην ογκολογία. Ανάμεσα στις ουσίες που εξετάζονται βρίσκονται πλέον και αντιπαρασιτικά φάρμακα όπως η ιβερμεκτίνη, η μεμπενδαζόλη και η νικλοσαμίδη. Το ενδιαφέρον δεν είναι αυθαίρετο. Εργαστηριακές και ζωικές μελέτες δείχνουν ότι ορισμένες από αυτές τις ουσίες μπορούν να επηρεάσουν μηχανισμούς που σχετίζονται με τον καρκίνο: μικροσωληνίσκους, μιτοχόνδρια, καρκινικά βλαστοκύτταρα και μονοπάτια κυτταρικής σηματοδότησης. Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στο Wnt/β-catenin, ένα σύστημα που φυσιολογικά συμμετέχει στην ανάπτυξη και ανανέωση των ιστών, αλλά όταν απορρυθμιστεί μπορεί να ευνοήσει την επιβίωση και τον πολλαπλασιασμό καρκινικών κυττάρων. Πρόσφατες ανασκοπήσεις θεωρούν το πεδίο ενδιαφέρον, αλλά τονίζουν ότι τα κλινικά δεδομένα στον άνθρωπο παραμένουν ακόμη περιορισμένα.

Η εργαστηριακή υπόθεση συναντά πραγματικούς ασθενείς: Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ενδιαφέρον η μελέτη των Frederick Tim Guilford και Simon Yu, που δημοσιεύθηκε το 2026. Οι συγγραφείς παρουσίασαν έξι ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο: καρκίνο μαστού, πνεύμονα και προστάτη, πολλαπλό μυέλωμα και δύο περιπτώσεις υποτροπιάζοντος γλοιοβλαστώματος. Οι ασθενείς έλαβαν διαφορετικούς συνδυασμούς αντιπαρασιτικών, αντιμυκητιασικών και άλλων παρεμβάσεων. Οι πορείες που καταγράφηκαν ήταν ασυνήθιστες. Σε ασθενή με τριπλά αρνητικό καρκίνο μαστού σταδίου IV αναφέρθηκε πλήρης ακτινολογική ανταπόκριση και πάνω από 30 μήνες χωρίς ανιχνεύσιμη νόσο. Σε ασθενή με πολλαπλό μυέλωμα σημειώθηκε μεγάλη πτώση των ελαφρών αλυσίδων κάππα και επιβίωση 14 ετών, ενώ ασθενής με προχωρημένο καρκίνο πνεύμονα παρακολουθήθηκε για μία δεκαετία με επανειλημμένα αρνητικές απεικονίσεις. Στον καρκίνο του προστάτη, το PSA (Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο) μειώθηκε από 32 σε 0,3 ng/mL. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, αλλά χρειάζονται αυστηρή ερμηνεία. Η μελέτη περιλάμβανε μόλις έξι ανθρώπους, χωρίς ομάδα ελέγχου, με διαφορετικούς καρκίνους και πολλαπλές ταυτόχρονες παρεμβάσεις. Οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ποια παρέμβαση (αν κάποια) ευθύνεται για τις κλινικές ανταποκρίσεις. Η επιλογή των φαρμάκων έγινε με Acupuncture Meridian Assessment (AMA – Αξιολόγηση Μεσημβρινών Βελονισμού), μια τροποποίηση της ηλεκτροβελονιστικής μεθόδου Voll που μετρά ηλεκτρική αγωγιμότητα σε σημεία του δέρματος.

Ο καρκίνος ως μικροπεριβάλλον: Ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον πεδίο αφορά τον ίδιο τον όγκο. Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν είναι απλώς μια μάζα καρκινικών κυττάρων, αλλά ένα πολύπλοκο μικροπεριβάλλον που περιλαμβάνει ανοσοκύτταρα, αγγεία, συνδετικό ιστό, μεταβολίτες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μικροοργανισμούς. Από τους Guilford και Yu, ιστολογική εξέταση ενός όγκου πνεύμονα αποκάλυψε μυκητιασική λοίμωξη μέσα στη μάζα. Οι συγγραφείς συζητούν την πιθανότητα ότι μικροβιακοί και φλεγμονώδεις παράγοντες μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επηρεάζουν το περιβάλλον του όγκου. Αυτό δεν σημαίνει ότι «ο καρκίνος είναι λοίμωξη». Σημαίνει όμως ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ καρκίνου και μικροβιώματος αποτελεί πραγματικό πεδίο έρευνας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Fusobacterium nucleatum, βακτήριο της στοματικής κοιλότητας που έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Μελέτη στο Nature το 2024 εντόπισε ένα συγκεκριμένο στέλεχος του βακτηρίου που εμφανιζόταν συχνά μέσα στους όγκους και σε πειραματικά μοντέλα συνδέθηκε με βιολογικές αλλαγές ευνοϊκές για την ανάπτυξή τους.

Ούτε ενθουσιασμός ούτε απόρριψη: Το κρίσιμο σημείο είναι να μην μετατρέψουμε μια ερευνητική υπόθεση σε θεραπευτική βεβαιότητα. Η  ιβερμεκτίνη, η μεμπενδαζόλη και η νικλοσαμίδη δεν αποτελούν σήμερα αποδεδειγμένες αντικαρκινικές θεραπείες. Τα περισσότερα δεδομένα προέρχονται ακόμη από προκλινικές μελέτες, μικρές σειρές περιστατικών ή πρώιμες κλινικές έρευνες. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει λόγος να απορρίπτεται ένα πεδίο μόνο επειδή τα φάρμακα αυτά δημιουργήθηκαν αρχικά για άλλη χρήση. Η επιστήμη προχωρά ακριβώς μέσα από τέτοιες υποθέσεις: παρατήρηση, πείραμα, κλινική δοκιμή και (μόνο αν τα δεδομένα το επιβεβαιώσουν), νέα θεραπευτική εφαρμογή. Για μια ολιστική προσέγγιση στην υγεία, η ανοιχτή σκέψη δεν πρέπει να σημαίνει χαμηλότερα κριτήρια απόδειξης. Το ενδιαφέρον είναι να μπορούμε να κρατάμε ταυτόχρονα δύο πράγματα: περιέργεια για το νέο και αυστηρότητα απέναντι στους ισχυρισμούς. Η νέα σειρά των έξι ασθενών δείχνει ότι το πεδίο της επαναχρησιμοποίησης φαρμάκων, του μεταβολισμού του όγκου και του καρκινικού μικροβιώματος αξίζει να διερευνηθεί πολύ πιο συστηματικά.

Έρευνες και πηγές

  1. Guilford FT, Yu S. Cancer Therapy Using Antiparasitic Medications Guided by Acupuncture Meridian Assessment: A Case Series of Six Patients. Integrative Medicine. 2026;25(3):27–33.
  2. Al-Zoubi RM, Farhan A, Hanbali B, et al. Antiparasitic agents in oncology: Innovative mechanisms, emerging evidence and clinical potential in cancer treatment. European Journal of Medicinal Chemistry. 2026.
  3. Melotti A, Mas C, Kuciak M, et al. The river blindness drug Ivermectin and related macrocyclic lactones inhibit WNT-TCF pathway responses in human cancer. EMBO Molecular Medicine. 2014;6(10):1263–1278.
  4. Osada T, Chen M, Yang XY, et al. Antihelminth compound niclosamide downregulates Wnt signaling and elicits antitumor responses in tumors with activating APC mutations. Cancer Research. 2011;71(12):4172–4182.
  5. Liu Y, Fang S, Sun Q, Liu B. Anthelmintic drug ivermectin inhibits angiogenesis, growth and survival of glioblastoma through inducing mitochondrial dysfunction and oxidative stress. Biochem Biophys Res Commun. 2016;480(3):415–421.
  6. Zepeda-Rivera M, Minot SS, Bouzek H, et al. A distinct Fusobacterium nucleatum clade dominates the colorectal cancer niche. Nature. 2024;628:424–432.

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Info
Σελίδα 1 από 8