Δύο μέτρα και δύο σταθμά; Η επιστημονική διαμάχη για τις συμπληρωματικές θεραπείες
Ένα ιδιαίτερα επικριτικό editorial του BMJ απέναντι στη νέα στρατηγική του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την παραδοσιακή και συμπληρωματική ιατρική προκάλεσε έντονες επιστημονικές αντιδράσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα: αξιολογούνται πράγματι οι συμπληρωματικές θεραπείες με τα ίδια επιστημονικά μέτρα και σταθμά;
Στις 30 Ιουνίου 2026, το BMJ δημοσίευσε ένα editorial με έναν τίτλο που δύσκολα αφήνει αμφιβολίες για τη θέση των συγγραφέων του: «WHO’s misguided push for complementary and alternative medicine» – «Η λανθασμένη προώθηση της συμπληρωματικής και εναλλακτικής ιατρικής από τον ΠΟΥ». Στόχος της κριτικής ήταν η νέα Παγκόσμια Στρατηγική για την Παραδοσιακή Ιατρική 2025–2034 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Οι συγγραφείς του editorial υποστηρίζουν ότι η προσπάθεια ενσωμάτωσης των συμπληρωματικών και εναλλακτικών θεραπειών στα εθνικά συστήματα υγείας κινδυνεύει να προηγηθεί των απαραίτητων αποδείξεων για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά τους. Αναφέρονται σε προβλήματα όπως η ηπατοτοξικότητα ορισμένων φυτικών προϊόντων, οι αλληλεπιδράσεις με φάρμακα, η ανεπαρκής ρύθμιση της αγοράς και ο κίνδυνος ασθενείς να εγκαταλείψουν αποτελεσματικές συμβατικές θεραπείες. Μέχρι εδώ, η απαίτηση για ασφάλεια, ποιότητα και επιστημονική τεκμηρίωση είναι απολύτως θεμιτή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν εξετάσει κανείς με ποιον τρόπο εφαρμόζονται αυτά τα κριτήρια.
Ο αντίλογος ήρθε μέσα από το ίδιο το BMJ
Το editorial προκάλεσε μια ασυνήθιστα ζωηρή σειρά άμεσων αντιδράσεων από γιατρούς, ερευνητές και επιστήμονες, αρκετοί από τους οποίους αμφισβήτησαν όχι την ανάγκη επιστημονικής αξιολόγησης των συμπληρωματικών θεραπειών, αλλά τη συλλογιστική με την οποία το άρθρο επιχειρεί να τις απορρίψει. Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της αντιπαράθεσης αφορά τις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες (RCTs). Οι συγγραφείς του editorial επικρίνουν τον ΠΟΥ επειδή η στρατηγική του αναγνωρίζει, εκτός από τις RCTs, τη χρησιμότητα των μελετών παρατήρησης και των δεδομένων πραγματικού κόσμου – των λεγόμενων real-world data.
Όμως ο Peter T. Panhofer, καθηγητής Συμπληρωματικής Ιατρικής στο Center for Evidence Based Medicine του Sigmund Freud Private University στη Βιέννη, εντοπίζει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: το ίδιο editorial που θεωρεί ανεπαρκείς τις μελέτες παρατήρησης όταν εξετάζονται πιθανά οφέλη των συμπληρωματικών θεραπειών, βασίζεται σε observational data όταν επιχειρεί να τεκμηριώσει πιθανές βλάβες από φυτικά προϊόντα. Το ερώτημα είναι προφανές: γιατί ένα είδος επιστημονικού δεδομένου θεωρείται ανεπαρκές όταν δείχνει όφελος, αλλά αποκτά βαρύτητα όταν δείχνει κίνδυνο; Η επιστημονική αυστηρότητα δεν μπορεί να λειτουργεί à la carte.
Δεν απαντούν όλα τα ερευνητικά ερωτήματα οι RCTs
Οι τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές αποτελούν αναμφίβολα βασικό εργαλείο για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας μιας θεραπείας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι η κατάλληλη μεθοδολογία για κάθε επιστημονικό ερώτημα. Σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες, μακροχρόνιες επιπτώσεις, πραγματικές συνθήκες χρήσης και σύνθετες θεραπευτικές παρεμβάσεις συχνά απαιτούν διαφορετικές ερευνητικές προσεγγίσεις. Αυτό άλλωστε δεν αποτελεί κάποια «παραχώρηση» προς τις συμπληρωματικές θεραπείες αλλά μέρος της σύγχρονης επιδημιολογίας και της evidence-based medicine.
Και, σε αντίθεση με την εντύπωση που δημιουργεί το editorial, ο ΠΟΥ δεν προτείνει την εγκατάλειψη των RCTs. Η στρατηγική του ζητά την επιλογή της κατάλληλης ερευνητικής μεθόδου ανάλογα με το ερώτημα: αποτελεσματικότητα, ασφάλεια, εφαρμογή στην πραγματική κλινική πράξη ή ενσωμάτωση στα συστήματα υγείας.
Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο πρόβλημα. Κάτω από τον όρο «complementary and alternative medicine» το editorial συγκεντρώνει εξαιρετικά διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η φυτοθεραπεία δεν είναι βελονισμός. Ο βελονισμός δεν είναι ομοιοπαθητική. Η Ayurveda δεν ταυτίζεται με την Traditional Chinese Medicine. Και η χρήση ενός ελεγμένου φυτικού φαρμάκου υπό την επίβλεψη εκπαιδευμένου επαγγελματία υγείας δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ανεξέλεγκτη αγορά ενός αμφίβολης προέλευσης συμπληρώματος μέσω διαδικτύου.
Αρκετές Rapid Responses επισημαίνουν ακριβώς αυτή την υπεραπλούστευση. Ο ίδιος ο ΠΟΥ χρησιμοποιεί πλέον τον ευρύτερο όρο Traditional, Complementary and Integrative Medicine (TCIM), αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για ένα πολυσύνθετο πεδίο που δεν μπορεί να αξιολογείται συλλήβδην.
Η ασφάλεια απαιτεί ενσωμάτωση, όχι περιθωριοποίηση
Οι κίνδυνοι από ορισμένα φυτικά προϊόντα είναι υπαρκτοί. Υπάρχουν αλληλεπιδράσεις με φάρμακα, νοθευμένα ή κακής ποιότητας προϊόντα και περιστατικά ηπατικής βλάβης. Η αναγνώριση αυτών των προβλημάτων όμως δεν αποτελεί επιχείρημα εναντίον των συμπληρωματικών θεραπειών. Αποτελεί επιχείρημα υπέρ της καλύτερης ρύθμισης, της εκπαίδευσης, του ποιοτικού ελέγχου και της φαρμακοεπαγρύπνησης. Μία από τις απαντήσεις στο BMJ επισημαίνει μάλιστα ότι μεγάλο μέρος των περιστατικών βλάβης που επικαλείται το editorial αφορά μη ρυθμιζόμενες αγορές, αυτοθεραπεία και προϊόντα χωρίς επαρκή εποπτεία. Η απάντηση σε ένα τέτοιο πρόβλημα δεν μπορεί λογικά να είναι λιγότερη εποπτεία και μεγαλύτερη περιθωριοποίηση.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η αξία της ολοκληρωμένης ιατρικής: ο ασθενής δεν αναγκάζεται να κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους που αγνοούν ο ένας τον άλλο. Οι θεραπείες μπορούν να αξιολογούνται, να καταγράφονται και, όπου υπάρχουν επαρκή στοιχεία, να χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά και με επαγγελματική επίβλεψη.
Η στρατηγική του ΠΟΥ δεν προέκυψε στο κενό. Παραδοσιακές, συμπληρωματικές και ολοκληρωμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις χρησιμοποιούνται ήδη σε τεράστια κλίμακα διεθνώς. Ο ίδιος ο ΠΟΥ αναφέρει ότι η παραδοσιακή ιατρική χρησιμοποιείται από δισεκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν θα «επιτρέψουμε» στους πολίτες να στραφούν σε αυτές τις προσεγγίσεις. Το κάνουν ήδη.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν αυτή η πραγματικότητα θα παραμείνει στο περιθώριο ή αν θα δημιουργηθούν: καλύτερη έρευνα, αυστηρότερη ρύθμιση, ποιοτικά πρότυπα, κατάλληλη εκπαίδευση και ουσιαστική συνεργασία με τη συμβατική ιατρική. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αντιμετωπίσει η στρατηγική 2025–2034 του ΠΟΥ.
Με μια δεύτερη ανάγνωση
Η υπεράσπιση των συμπληρωματικών και εναλλακτικών θεραπειών δεν σημαίνει απόρριψη της επιστημονικής αξιολόγησης. Το αντίθετο. Οι Σ.Ε.Θ. χρειάζονται περισσότερη και καλύτερη έρευνα, ισχυρότερη φαρμακοεπαγρύπνηση, αυστηρό ποιοτικό έλεγχο και σαφή διάκριση μεταξύ υπεύθυνης θεραπευτικής πρακτικής και ανεξέλεγκτης εμπορικής εκμετάλλευσης. Αυτό όμως προϋποθέτει και κάτι ακόμη: επιστημονική αξιολόγηση χωρίς προκαταλήψεις.
Η ολοκληρωμένη ιατρική δεν ζητά να αντικαταστήσει τη συμβατική ιατρική. Προτείνει ένα μοντέλο στο οποίο διαφορετικές θεραπευτικές δυνατότητες μπορούν να αξιολογούνται με βάση τα δεδομένα τους και να συνδυάζονται με επίκεντρο τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου. Αν μια θεραπεία αποδεικνύεται αποτελεσματική, πρέπει να μπορούμε να το αναγνωρίσουμε. Αν δεν λειτουργεί, πρέπει να μπορούμε να το πούμε. Αν παρουσιάζει κινδύνους, πρέπει να τους γνωρίζουμε και να τους αντιμετωπίζουμε. Αυτή είναι η ουσία της επιστημονικής στάσης. Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η επιστήμη πρέπει να κρίνει τις συμπληρωματικές θεραπείες. Το ερώτημα είναι αν τις κρίνει με τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά.
Έρευνες και πηγές
- Philips CA, Caulfield T, de Jong C, Qi X, Narayan DC. WHO’s misguided push for complementary and alternative medicine. BMJ. 2026;393:e100062. DOI: 10.1136/bmj-2026-100062
- World Health Organization. Global Traditional Medicine Strategy 2025–2034. WHO, Geneva, 2025. WHO Global Traditional Medicine Strategy 2025–2034
- Panhofer PT et al. Observational evidence should not be dismissed selectively. Rapid Response. BMJ. 2026. BMJ Rapid Response
- Panhofer PT et al. Methodological Considerations in Evaluating Traditional, Complementary and Integrative Medicine. Rapid Response. BMJ. 2026. BMJ Rapid Response
- Dharmarajan P. Misinterpreted Alternative Medicine. Rapid Response. BMJ. 2026. BMJ Rapid Response
- Subramanian DK. Traditional Medicine Deserves Rigorous Evaluation, Not Premature Rejection. Rapid Response. BMJ. 2026. BMJ Rapid Response
- World Health Organization. WHO Global Traditional Medicine Centre: Annual Report 2025. WHO, 2026. WHO Annual Report 2025
Η ανάγκη ενοποίησης των Ελλήνων εναλλακτικών θεραπευτών κάτω απο την ομπρέλα της παραδοσιακής ιατρικής
Ποια είναι η κατάσταση των Ελλήνων εναλλακτικών θεραπευτών σήμερα;
Ως γνωστόν στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά την ψευτοπανδημία και τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, υπάρχει μια στροφή του πληθυσμού προς τις εναλλακτικές θεραπευτικές τέχνες. Οι απλοί άνθρωποι, απεγνωσμένοι τώρα πια από την άσκηση της επίσημης Ιατρικής, στρέφονται κατά χιλιάδες προς τους εναλλακτικούς θεραπευτές. Οι εναλλακτικές θεραπευτικές τέχνες οι οποίες επιλέγονται από τους ασθενείς είναι, κατά σειρά συχνότητας, η Ομοιοπαθητική, ο Βελονισμός, η Βοτανοθεραπεία, η Διατροφή, η Μαλαξοθεραπεία (ρεφλεξολογία, shiatsu, κ.α.) και άλλες.
Και βέβαια τα αποτελέσματα είναι καλά και οι ασθενείς μένουν ευχαριστημένοι. Και αποδεικνύεται ότι οι εναλλακτικές θεραπευτικές τέχνες είναι πιο ασφαλείς και πιο αποτελεσματικές από την επίσημη δυτική Ιατρική, η οποία με τα φάρμακα, τις εγχειρήσεις και τα εμβόλιά της, προκαλεί πλήθος θανάτων. Χωρίς υπερβολή θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος στον Δυτικό κόσμο, τώρα πια πεθαίνει πιο συχνά από ιατρογενή αίτια παρά από φυσικά. Αυτοί που έχουν ελπίδες επιβίωσης το έχουν καταλάβει αυτό. Η ελπίδα στην Ιατρική βρίσκεται στην εναλλακτική Ιατρική και στους εναλλακτικούς θεραπευτές.
Η προσφορά των εναλλακτικών θεραπευτών σε μια δύσκολη στιγμή για την Ελλάδα (υπογεννητικότητα) και την ανθρωπότητα γενικότερα (μαζική εξόντωση πληθυσμού), είναι πολύ μεγάλη και σπουδαία, παρ’ όλα αυτά δεν έχουν καμία επαγγελματική κατοχύρωση και αναγνώριση. Παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα στον χώρο της υγείας και της περίθαλψης έχουν αλλάξει άρδην τα τελευταία χρόνια, το νομοθετικό πλαίσιο παραμένει απαρχαιωμένο και προσκολλημένο στην εξυπηρέτηση γιατρών και φαρμακοβιομηχάνων.
Σε πρόσφατη ερώτηση στην Βουλή από βουλευτίνα και αξιέπαινη για αυτά που τόλμησε να πει, η αποστομωτική απάντηση του Υπουργού Υγείας για τους εναλλακτικούς θεραπευτές, είναι ότι αυτό είναι θέμα το οποίο αφορά το Κ.Ε.Σ.Υ.. και ότι «εγώ σαν Υπουργός Υγείας θα κάνω ότι μου πει το Κ.Ε.Σ.Υ.»
Το Κ.Ε.Σ.Υ. είναι το κεντρικό συμβούλιο Υγείας το οποίο αποτελείται από γιατρούς – εκπροσώπους συμφερόντων της φαρμακοβιομηχανίας. Δηλαδή από ανθρώπους αντιθέτων συμφερόντων με τους εναλλακτικούς θεραπευτές. Δηλαδή από εκείνους που έχουν κάθε λόγο να μην κατοχυρωθούν και αναγνωρισθούν οι εναλλακτικοί θεραπευτές. Αυτούς που εξαφάνισαν τους παραδοσιακούς Έλληνες θεραπευτές (με δικαστήρια, κ.α.) και ισοπέδωσαν την Παραδοσιακή Ελληνική Ιατρική. Μας ζητάει ο Υπουργός Υγείας λοιπόν να δεχθούμε ότι τα πρόβατα πρέπει να τα φυλάει ο λύκος.
Σαφώς εμείς οι εναλλακτικοί θεραπευτές στην Ελλάδα, δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτε ούτε από το Κ.Ε.Σ.Υ. ούτε από το Υπουργείο Υγείας, ούτε από την Ελληνική Πολιτεία.
Πρέπει μονάχοι μας να βρούμε έναν τρόπο αυτοοργάνωσης, αυτοαναγνώρισης και αυτοκατοχύρωσης. Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο πρέπει να ενωθούμε.
Και ποια είναι η κατάσταση των εναλλακτικών θεραπευτών ως προς την ενοποίηση και αυτοοργάνωση;
Η κατάσταση βέβαια ως προς την ενοποίηση και άρα την ενδυνάμωση της διεκδίκησης των δικαιωμάτων μας, είναι για γέλια και για κλάματα. Οι ομοιοπαθητικοί έχουν το δικό τους μαγαζί και ούτε θέλουν να γνωρίζουν τίποτα για όλους τους άλλους. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τους βελονιστές. Στην πραγματικότητα μέσα στους κόλπους των εναλλακτικών θεραπευτών όλοι είναι εναντίον όλων. Οι ομοιοπαθητικοί ενάντια στους βελονιστές. Οι βελονιστές γιατροί ενάντια στους βελονιστές μη γιατρούς. Μια ατέρμονη αντιπαλότητα και ένας εξωφρενικός ανταγωνισμός διέπει τις σχέσεις των εναλλακτικών θεραπευτών μεταξύ τους. Καμία πιθανότητα συνεννόησης, επικοινωνίας και ενδεχομένως συνεργασίας μεταξύ των εναλλακτικών θεραπευτών δεν διαφαίνεται ότι μπορεί να συμβεί. Παρ’ όλα αυτά όλους εμάς τους σκληρά ανταγωνιζόμενους εναλλακτικούς θεραπευτές, υπάρχουν πράγματα που μας συνδέουν και οπωσδήποτε πρέπει να τα εντοπίσουμε και ενδεχομένως να τα αξιοποιήσουμε. Πρώτα απ’ όλα μας συνδέει το γεγονός ότι έχουμε αναπτύξει μια απέχθεια απέναντι στο επίσημο ιατρικό σύστημα. Δεύτερον ότι προσπαθούμε να σταθούμε σαν επαγγελματίες και να επιβιώσουμε χρησιμοποιώντας άλλα θεραπευτικά εργαλεία πέρα απ’ αυτά που επιτρέπει το επίσημο ιατρικό σύστημα. Βοηθάμε συνήθως τους ασθενείς μας, οι οποίοι μας εμπιστεύονται και μας ακολουθούν, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν παύουμε να είμαστε οι παρίες της ιατρικής σήμερα, περιθωριοποιημένοι σε μια ιδιότυπη κατάσταση νόμιμης παρανομίας.
Εκείνο όμως το οποίο είναι πιο σημαντικό απ’ όλα και από το οποίο δυστυχώς απέχουμε πολύ στο να το συνειδητοποιήσουμε, είναι το γεγονός ότι όλοι εμείς οι εναλλακτικοί θεραπευτές, είμαστε οι ζωντανοί συνεχιστές της ιατρικής παράδοσης των προγόνων μας, δηλαδή της Παραδοσιακής Ελληνικής Ιατρικής.
Μπορεί ν’ ασκούμε τον Βελονισμό ακολουθώντας την Παραδοσιακή Κινέζικη Ιατρική ή την Ayurveda ακολουθώντας την Παραδοσιακή Ινδική Ιατρική, παρ’ όλα αυτά δεν είμαστε οι συνεχιστές της Παραδοσιακής Κινέζικης ή Ινδικής Ιατρικής, αλλά οι συνεχιστές της Παραδοσιακής Ελληνικής Ιατρικής που για ιδιαίτερους ιστορικούς λόγους αντί να μάθουμε την Ιατρική του Ιπποκράτη, όταν αντιδράσαμε στο επίσημο ιατρικό σύστημα, μάθαμε Βελονισμό και Ayurveda. Αυτά όμως δεν μας καθιστούν Κινέζους ή Ινδούς. Ασκώντας την τέχνη της θεραπείας στην Ελλάδα και μιλώντας την Ελληνική γλώσσα, αναγκαστικά συμπορευόμαστε με τον Απόλλωνα, τον Ασκληπιό, τον Ιπποκράτη, τον Γαληνό, τον Αγάπιο, και όλους τους υπόλοιπους λαϊκούς θεραπευτές οι οποίοι κουβαλούν την κληρονομιά του Ιπποκράτη. Αυτή την ίδια κληρονομιά κουβαλάμε και όλοι εμείς οι Έλληνες εναλλακτικοί θεραπευτές, η ελπίδα της Ελλάδος και του κόσμου.
Και εμείς λοιπόν οι Έλληνες εναλλακτικοί θεραπευτές, το μοναδικό ελπιδοφόρο φως στη ζοφερή πραγματικότητα του επίσημου ιατρικού συστήματος, σπαρασσόμαστε από έριδες, αδελφοκτόνα μίση, ζηλοφθονία, χωριστικότητα. Ως πότε αδέλφια θα ακολουθούμε το πεπρωμένο της Ελλάδος, ως προς τον διχασμό και τον εμφύλιο πόλεμο;
Ενώ βρισκόμαστε στην ίδια όχθη, με αρχαίο καθοδηγητή τον Ιπποκράτη και απέναντι από το επίσημο ιατρικό σύστημα, δεν μπορούμε να δούμε ούτε την σύνδεσή μας με τον Ιπποκράτη, ούτε την ανάγκη της ενότητας μεταξύ μας.
Δύο θέματα λοιπόν νομίζω ότι πρέπει ν’ απασχολήσουν τους Έλληνες εναλλακτικούς θεραπευτές άμεσα:
1ον: Η ανάγκη σύνδεσης με τον Ιπποκράτη και η ιστορική συνέχεια της Παραδοσιακής Ελληνικής Ιατρικής, με ενσαρκωτές τους σύγχρονους εναλλακτικούς θεραπευτές.
2ον : Η ανάγκη ενότητας όλων όσων βρίσκονται στην ίδια όχθη γιατρών, μη γιατρών θεραπευτών, βελονιστών, ομοιοπαθητικών, ρεφλεξολόγων. Η ανάγκη παραμερισμού των διαφορών και η εστίαση σ’ αυτά που μας ενώνουν και όχι σ’ αυτά που μας χωρίζουν.

Ο Αλέξανδρος Τηλικίδης γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα. Αποφοίτησε απ' την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών το 1991. Πήρε τον τίτλο Ιατρικής ειδικότητας, ως φυσίατρος το 2001, απ' το Ασκληπιείο της Βούλας. Απ' το 1994 και ενώ βρισκόταν ήδη στην Κίνα με ετήσια κρατική υποτροφία, άρχισε να ασχολείται με τα Κινέζικα Βότανα. Την ίδια χρονιά άρχισε να διαβάζει τα Άπαντα του Ιπποκράτους και να μυείται μέσω της μελέτης αυτής, στην Αρχαία Ελληνική σκέψη. Το 1999 άρχισε να τα διδάσκει στην Ελλάδα, ενώ επίσης εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο: "Η Βασική Θεωρία της Παραδοσιακής Κινέζικης Ιατρικής". Το 2011 εξέδωσε το δεύτερο του βιβλίο: "Ο ελληνικός βελονισμός". Το 2014 εξέδωσε το τέταρτό του βιβλίο: "Η βασική θεωρία της αρχαίας ελληνικής ιατρικής, μέρος Α".
Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ): Νέα έκθεση για την παραδοσιακή και συμπληρωματική ιατρική.
Μια νέα έκθεση του (Π.Ο.Υ), με τίτλο: «Global Report on Traditional and Complementary Medicine 2019» καταγράφει την ανάπτυξη της παραδοσιακής και συμπληρωματικής ιατρικής τα τελευταία είκοσι χρόνια με μια επικαιροποιημένη και περιεκτική επισκόπηση της πολιτικής, των κανονισμών, των προϊόντων, των πρακτικών και των επαγγελματιών της παραδοσιακής και συμπληρωματικής ιατρικής σε έξι περιοχές του Π.Ο.Υ. και σε 179 κράτη μέλη.
Το 88% των κρατών μελών του Π.Ο.Υ. αναγνωρίζουν την χρήση των παραδοσιακών και συμπληρωματικών θεραπειών και την αυξημένη ζήτηση αυτών των μεθόδων θεραπείας καθώς προσπαθούν να αξιοποιήσουν τη συμβολή τους στην υγεία και την ποιότητα ζωής. Το 50% των χωρών έχουν μια εθνική πολιτική για τις παραδοσιακές και συμπληρωματικές θεραπείες, μόλις το 13% από το 1999, ενώ το 55% όλων των κρατών μελών έχει εθνική υπηρεσία για αυτές και σχεδόν το 40% ένα εθνικό ερευνητικό ινστιτούτου. Πιο συγκεκριμένα. η Ευρώπη καθυστερεί στη σύγκλιση μένοντας πίσω σε σχέση με άλλες ηπείρους, έχοντας αναπτύξει εθνική πολιτική για τις παραδοσιακές και συμπληρωματικές θεραπείες μόνο σε 11 κράτη.
Η Ομοιοπαθητική χρησιμοποιείται σε 100 χώρες σε όλο τον κόσμο, αποτελώντας έτσι την 3η πιο δημοφιλή μέθοδο εναλλακτικής θεραπείας μετά τον βελονισμό και την παραδοσιακή βοτανοθεραπεία.
Στον πρόλογο της έκθεσής του ο Dr Tedros Adhanom Ghebreyesus, Γενικός διευθυντής του Π.Ο.Υ., αναφέρει ότι οι παραδοσιακές και συμπληρωματικές θεραπείες αποτελούν συχνά ένα υποτιμημένο πόρο για την υγεία με πολλές εφαρμογές ειδικά στην πρόληψη και τη διαχείριση χρόνιων νοσημάτων που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες που προκύπτουν από την γήρανση του πληθυσμού, σε μια εποχή όπου οι προσδοκίες των καταναλωτών και το κόστος για την φροντίδα αυξάνονται ενώ οι περισσότεροι προϋπολογισμοί είτε μένουν στάσιμοι είτε μειώνονται. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι χώρες που επιδιώκουν να ενοποιήσουν τις καλύτερες από τις παραδοσιακές και συμπληρωματικές θεραπείες με την συμβατική ιατρική θα πρέπει να μην εστιάσουν μόνο στις πολλές διαφορές μεταξύ των δυο συστημάτων αλλά και σε εκείνες τις περιοχές που και τα δύο συστήματα συγκλίνουν για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα. Η έκθεση συνιστά να αποτελέσει η παραδοσιακή ιατρική μια επιλογή που προσφέρεται από ένα καλά λειτουργικό, ανθρωποκεντρικό σύστημα υγείας, ισορροπώντας τις υπηρεσίες θεραπείας με εκείνες της πρόληψης.
Πηγή: European Coalition on Homeopathic & Anthroposophic Medicinal Products
