Μια μεγάλη ανασκόπηση 69 κλινικών δοκιμών επανεξετάζει τον ρόλο του ασβεστίου και της βιταμίνης D στην πρόληψη των καταγμάτων και αναδεικνύει τη σημασία μιας πιο ολοκληρωμένης προσέγγισης στην υγεία των οστών.

Για δεκαετίες, το ασβέστιο και η βιταμίνη D βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης για την υγεία των οστών. Και όχι χωρίς λόγο. Το ασβέστιο αποτελεί βασικό δομικό συστατικό του οστικού ιστού, ενώ η βιταμίνη D συμβάλλει στην απορρόφησή του και στη φυσιολογική λειτουργία του μυοσκελετικού συστήματος. Από αυτή τη βιολογική πραγματικότητα προέκυψε όμως σταδιακά μια πολύ ευρύτερη υπόθεση: ότι η συστηματική λήψη συμπληρωμάτων ασβεστίου ή βιταμίνης D μπορεί από μόνη της να προστατεύσει τον γενικό πληθυσμό από τις πτώσεις και τα κατάγματα. Μια νέα μεγάλη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο The BMJ επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το ερώτημα και τα αποτελέσματά της δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι ερευνητές ανέλυσαν 69 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 153.902 ενήλικες. Εξέτασαν ξεχωριστά τη χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D και του συνδυασμού των δύο, αξιολογώντας τον κίνδυνο καταγμάτων και πτώσεων. Στις περισσότερες μελέτες οι συμμετέχοντες ζούσαν ανεξάρτητα στην κοινότητα και δεν θεωρούνταν άτομα υψηλού κινδύνου για κατάγματα ή πτώσεις. Επίσης, η ανάλυση αφορούσε άτομα που δεν λάμβαναν φαρμακευτική θεραπεία για την οστεοπόρωση.

Τι έδειξε η ανάλυση: Για τη βιταμίνη D, τα δεδομένα ήταν ιδιαίτερα σαφή. Σε 36 δοκιμές που περιλάμβαναν περισσότερους από 92.000 ανθρώπους, η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D δεν συνδέθηκε με μείωση του συνολικού κινδύνου κατάγματος. Ο σχετικός κίνδυνος ήταν ουσιαστικά 1,00, δηλαδή δεν καταγράφηκε διαφορά μεταξύ των ομάδων που λάμβαναν βιταμίνη D και εκείνων που λάμβαναν placebo ή καμία παρέμβαση. Για το ασβέστιο μόνο, οι 11 μελέτες που συμπεριλήφθηκαν επίσης δεν παρείχαν ισχυρά στοιχεία για κλινικά ουσιαστική μείωση των καταγμάτων.
Πιο ενδιαφέρουσα ήταν η εικόνα για τον συνδυασμό ασβεστίου και βιταμίνης D. Εκεί καταγράφηκε μια μικρή στατιστική μείωση ορισμένων τύπων καταγμάτων. Για όλα τα κατάγματα συνολικά, ο σχετικός κίνδυνος ήταν 0,91. Ωστόσο, οι συγγραφείς τονίζουν μια σημαντική διάκριση: το ότι ένα αποτέλεσμα είναι στατιστικά σημαντικό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και κλινικά σημαντικό. Υπολογίζοντας το απόλυτο όφελος, εκτίμησαν ότι ο συνδυασμός ασβεστίου και βιταμίνης D αντιστοιχούσε περίπου σε 1% λιγότερα κατάγματα συνολικά και 0,3% λιγότερα κατάγματα ισχίου. Οι διαφορές αυτές βρίσκονταν κάτω από τα προκαθορισμένα όρια που οι ερευνητές είχαν θέσει για ένα αποτέλεσμα με ουσιαστική κλινική σημασία. Έτσι, το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D ή του συνδυασμού τους έχει μικρή ή καθόλου επίδραση στην πρόληψη καταγμάτων και πτώσεων για τους πληθυσμούς που μελετήθηκαν.

Δεν σημαίνει ότι ασβέστιο και βιταμίνη D δεν είναι σημαντικά: Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι το ασβέστιο και η βιταμίνη D είναι περιττά. Και τα δύο παραμένουν απολύτως απαραίτητα για τη φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού και τη διατήρηση της οστικής υγείας. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: εάν ένας άνθρωπος που δεν παρουσιάζει συγκεκριμένη ανεπάρκεια ή αυξημένο κίνδυνο αρχίσει να λαμβάνει συστηματικά ένα συμπλήρωμα, θα μειώσει με αυτόν τον τρόπο από μόνο του την πιθανότητα να υποστεί κάταγμα; Στον γενικό πληθυσμό που εξετάστηκε, η απάντηση της συγκεκριμένης ανάλυσης είναι ότι το αναμενόμενο όφελος φαίνεται περιορισμένο.
Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν μπορούν να γενικευθούν σε όλες τις κλινικές καταστάσεις. Άτομα με συγκεκριμένες παθήσεις των οστών, όσοι λαμβάνουν θεραπεία για οστεοπόρωση ή μακροχρόνια κορτικοστεροειδή, αλλά και άνθρωποι με τεκμηριωμένη ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να έχουν διαφορετικές ανάγκες. Με άλλα λόγια, άλλο πράγμα είναι η αντιμετώπιση μιας ανεπάρκειας και άλλο η γενικευμένη λήψη ενός συμπληρώματος με αποκλειστικό στόχο την πρόληψη των καταγμάτων.

Το κάταγμα δεν αφορά μόνο το οστό: Η μελέτη αναδεικνύει παράλληλα ένα μεγαλύτερο πρόβλημα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε συχνά την πρόληψη. Ένα κάταγμα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ποσότητα ασβεστίου που υπάρχει στα οστά ή από μια μέτρηση οστικής πυκνότητας. Εξαρτάται επίσης από το εάν κάποιος θα πέσει, από τον τρόπο με τον οποίο θα πέσει, από τη μυϊκή του δύναμη, την ισορροπία, την κινητικότητα και τη γενικότερη φυσική του κατάσταση. Οι πτώσεις αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα στις μεγαλύτερες ηλικίες. Σύμφωνα με το συνοδευτικό editorial του BMJ, περίπου το 30% των ανθρώπων ηλικίας άνω των 65 ετών βιώνει τουλάχιστον μία πτώση κάθε χρόνο. Γι' αυτό η πρόληψη των καταγμάτων δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη διατροφική πρόσληψη συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών.
Η άσκηση, ειδικά εκείνη που ενισχύει τη μυϊκή δύναμη, την ισορροπία και τη λειτουργική ικανότητα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι ίδιοι οι συγγραφείς της ανασκόπησης σημειώνουν ότι η άσκηση είναι μία από τις λίγες παρεμβάσεις για τις οποίες υπάρχουν σχετικά σταθερά στοιχεία σχετικά με τη μείωση του κινδύνου. Σημαντικό ρόλο μπορεί επίσης να έχουν η αξιολόγηση της όρασης, η ανασκόπηση φαρμάκων που ενδέχεται να αυξάνουν τη ζάλη ή τον κίνδυνο πτώσης και η διαμόρφωση ενός ασφαλέστερου περιβάλλοντος στο σπίτι.

Από το μεμονωμένο θρεπτικό συστατικό στη συνολική οστική υγεία: Το σημαντικότερο μήνυμα της νέας έρευνας δεν αφορά το εάν πρέπει να «πιστεύουμε» ή όχι στα συμπληρώματα. Αφορά την ανάγκη να ξεπεράσουμε την ιδέα ότι ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα όπως τα κατάγματα μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο διατροφική παρέμβαση. Η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου παραμένει σημαντική. Η επάρκεια βιταμίνης D επίσης. Και όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ελλείψεις ή ιατρικές ενδείξεις, η συμπληρωματική χορήγηση μπορεί να αποτελεί μέρος της κατάλληλης αντιμετώπισης. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από την αντίληψη ότι η καθημερινή λήψη ασβεστίου ή βιταμίνης D λειτουργεί από μόνη της ως «ασπίδα» απέναντι στα κατάγματα. Το οστό είναι ένας ζωντανός ιστός που αναδιαμορφώνεται διαρκώς και ανταποκρίνεται στη διατροφή, στην κίνηση, στη μηχανική φόρτιση και στη συνολική κατάσταση του οργανισμού.
Το πραγματικό μήνυμα των νέων δεδομένων είναι απλούστερο: για την προστασία των οστών δεν χρειάζεται να αναζητούμε μία μοναδική λύση, αλλά μια ολοκληρωμένη στρατηγική που συνδυάζει επαρκή θρέψη, κίνηση, μυϊκή δύναμη, πρόληψη των πτώσεων και εξατομικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών κάθε ανθρώπου.

Έρευνες και πηγές

1. Massé O, Mercurio CM, Dupuis S, et al. Calcium, vitamin D, or combined supplementation to prevent fractures and falls: systematic review and meta-analysis. The BMJ, 2026;393:e088050. DOI: 10.1136/bmj-2025-088050

2. Pillay J, Reynolds DL, Thériault G. Calcium, vitamin D, or combined supplementation to prevent fractures and falls. The BMJ, 2026;393:s913. DOI: 10.1136/bmj.s913

3. DIPART Group. Patient level pooled analysis of 68,500 patients from seven major vitamin D fracture trials in US and Europe. The BMJ, 2010;340:b5463. DOI: 10.1136/bmj.b5463

4. Bolland MJ, Leung W, Tai V, et al. Calcium intake and risk of fracture: systematic review. The BMJ, 2015;351:h4580. DOI: 10.1136/bmj.h4580

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Έρευνα

Τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D συνδέονται άμεσα για τον διαβήτη τύπου 2, τις καρδιακές παθήσεις και τα αυτοάνοσα νοσήματα. Η βιταμίνη D ρυθμίζει τη φλεγμονή, η οποία αποτελεί ζωτικό μέρος της επούλωσης, αλλά όταν επιμένει και γίνεται χρόνια μπορεί να οδηγήσει σε διαβήτη, καρδιακά προβλήματα και ορισμένες μορφές καρκίνου.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Αυστραλίας αναφέρουν ότι υπάρχει άμεση συσχέτιση μεταξύ των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D και της χρόνιας φλεγμονής. Ανέπτυξαν το προφίλ σχεδόν 295.000 συμμετεχόντων στη μελέτη UK Biobank και μέτρησαν τα επίπεδα της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης, ενός δείκτη φλεγμονής.
Η αύξηση των επιπέδων της βιταμίνης με λήψη συμπληρώματος βιταμίνης D θα μπορούσε να μειώσει τα ποσοστά διαβήτη και καρδιακών παθήσεων και να γλιτώσει περισσότερους ανθρώπους από νοσηλεία στο νοσοκομείο, υποστηρίζουν οι ερευνητές. Πιστεύουν ακόμη ότι η ύπαρξη επαρκών επιπέδων βοηθά στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας και των ασθενειών που προκύπτουν από το υπερβολικό βάρος.
Η βιταμίνη D είναι ένα θρεπτικό συστατικό και μια ορμόνη που ρυθμίζει βιολογικές διεργασίες όπως, για παράδειγμα, την οικοδόμηση των οστών, την ανάσχεση της ανάπτυξης καρκίνου, τον έλεγχος των λοιμώξεων και τη μείωση της φλεγμονής.
Τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ συνιστούν ένα ημερήσιο συμπλήρωμα βιταμίνης D τουλάχιστον 400 IU, αλλά όπως συμβαίνει με τις περισσότερες συστάσεις των οργανισμών υγείας, η δόση αυτή θα έχει πολύ μικρή θεραπευτική αξία. Αντ' αυτού, ορισμένοι ερευνητές έχουν δώσει καθημερινές δόσεις 5000 IU σε συμμετέχοντες σε μελέτες, με μεγαλύτερο όφελος, χωρίς αρνητικές καθόλου επιπτώσεις.
Εκτός από τη λήψη συμπληρωμάτων, η έκθεση στον ήλιο και η προσθήκη τροφών πλούσιων σε βιταμίνη D -όπως τα λιπαρά ψάρια, το συκώτι και οι κρόκοι αβγών- στη διατροφή σας μπορεί επίσης να αυξήσει τα επίπεδα.
Πηγή:International Journal of Epidemiology, 2022; doi: 10.1093/ije/dyac087

Κατηγορία Έρευνα

Περίπου το 50% των γυναικών θα βιώσουν μία λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος στη διάρκεια της ζωής τους, με συμπτώματα όπως  επίμονη ανάγκη για ούρηση, η αίσθηση καύσου ή και πόνο κατά την ούρηση. Περίπου το 20-30% αυτών των γυναικών θα εμφανίσουν μία δεύτερη ουρολοίμωξη εντός έξι μηνών,1 και το 6% θα υποφέρουν από τρεις ή περισσότερες ουρολοιμώξεις κατά τη διάρκεια του έτους.2 
Αυτές οι δυσάρεστες λοιμώξεις προκαλούνται συνήθως από βακτήρια που εισέρχονται στον ουροποιητικό σωλήνα μέσω της ουρήθρας και πολλαπλασιάζονται στην ουροδόχο κύστη. Οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες λόγω της ανατομίας τους – της εγγύτητας της ουρήθρας με τον πρωκτό και της μικρής απόσταση από το ουρηθρικό άνοιγμα προς την ουροδόχο κύστη.
Η συμβατική απάντηση τόσο για την πρόληψη όσο και για τη θεραπεία είναι τα αντιβιοτικά, αλλά αυτά μπορεί να έχουν σοβαρές παρενέργειες, από αναπνευστικά προβλήματα και ζημιά στο ήπαρ (που συνδέεται με τη νιτροφουραντοΐνη) έως μόνιμη νευρική βλάβη και αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς (παρενέργεια από τις φθοροκινολόνες).3
Υπάρχει επίσης το αυξανόμενο πρόβλημα της αντοχής στα αντιβιοτικά και η καταστροφή που προκαλείται από τα φάρμακα στο μικροβίωμα, το οποίο παίζει ζωτικό ρόλο στη συνολική υγεία.4
Αλλά υπάρχουν πολλές αποτελεσματικές εναλλακτικές λύσεις αντί για τα αντιβιοτικά που μπορείτε να δοκιμάσετε και που θα σας βοηθήσουν να αποφύγετε τις ουρολοιμώξεις.

Αυξήστε την πρόσληψη βιταμίνης D
Πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα λοιμώξεων του ουροποιητικού.5 Είναι λογικό, επειδή η βιταμίνη D παίζει βασικό ρόλο στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και στην πρόληψη λοιμώξεων. Ελέγξτε τα επίπεδα της βιταμίνης D στον οργανισμό σας και ζητήστε τη βοήθεια ενός επαγγελματία υγείας που μπορεί και να σας συμβουλέψει σχετικά με την κατάλληλη δόση βιταμίνης D που πιθανώς να χρειαστεί να πάρετε.

Πιείτε χυμό κράνμπερι
Ο χυμός κράνμπερι είναι μία δημοφιλής φυσική λύση για τις επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του ουροποιητικού, η οποία στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Αν και δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία ότι μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά όταν υπάρχει ήδη μία οξεία φάση ουρολοίμωξης, η κατανάλωση χυμού κράνμπερι ή η λήψη δισκίων κράνμπερι ή σκόνης φαίνεται να είναι πολύ αποτελεσματική ως μέσο πρόληψης.
Σε μια συγκεντρωτική ανάλυση επτά δοκιμών, η λήψη κράνμπερι μείωσε τον κίνδυνο λοιμώξεων του ουροποιητικού περισσότερο από ένα τέταρτο.6 Φαίνεται να λειτουργεί εμποδίζοντας τα βακτήρια που προκαλούν ουρολοίμωξη από το να κολλήσουν στα τοιχώματα του ουροποιητικού συστήματος, οπότε είναι πιο πιθανό να αποβληθούν από το σώμα μέσω της ούρησης.7
(Προτεινόμενη δοσολογία: 300-500 mL / ημέρα χυμού κράνμπερι χωρίς ζάχαρη ή 400mg συμπυκνωμένου εκχυλίσματος κράνμπερι δύο φορές την ημέρα.)

Δοκιμάστε D-mannose
Η μαννόζη είναι ένα απλό σάκχαρο που βρίσκεται στα φρούτα και φαίνεται να λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο με τα προϊόντα κράνμπερι - εμποδίζοντας τα βακτήρια να κολλήσουν στον ουροποιητικό σωλήνα.8 Μια πρόσφατη ανασκόπηση διαπίστωσε ότι παρέχει προστασία έναντι των επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων του ουροποιητικού, με «πιθανώς παρόμοια αποτελεσματικότητα με τα αντιβιοτικά.»9
Τα συμπληρώματα D-μαννόζης διατίθενται ευρέως στο διαδίκτυο, συχνά σε συνδυασμό με εκχύλισμα κράνμπερι.
(Προτεινόμενη δοσολογία: ακολουθήστε τις οδηγίες της ετικέτας.)

Φάτε σκόρδο
Το σκόρδο είναι ένα ισχυρό αντιμικροβιακό και τα εργαστηριακά στοιχεία δείχνουν ότι τα εκχυλίσματα σκόρδου είναι αποτελεσματικά έναντι βακτηρίων που είναι ανθεκτικά σε πολλά φάρμακα που εμπλέκονται σε τις λοιμώξεις του ουροποιητικού.10
Δοκιμάστε να προσθέσετε ακατέργαστο σκόρδο στο φαγητό σας όσο το δυνατόν περισσότερο ή πάρτε το ως συμπλήρωμα διατροφής.
(Προτεινόμενη δοσολογία: 1.000 mg / ημέρα εκχύλισμα σκόρδου ψυχρής ωρίμανσης.)

Ακολουθήστε χορτοφαγική διατροφή
Σε μια πρόσφατη μελέτη Ταϊβανών Βουδιστών, η χορτοφαγική διατροφή συσχετίστηκε με 16% χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης ουρολοιμώξεων σε σύγκριση με την κατανάλωση κρέατος. Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι το κρέας είναι μια σημαντική δεξαμενή για στελέχη βακτηρίων που συνήθως προκαλούν λοιμώξεις του ουροποιητικού, ανέφεραν οι ερευνητές. Ή μπορεί να έχει να κάνει περισσότερο με τις χορτοφαγικές δίαιτες που είναι πλούσιες σε φυτοχημικά που καταπολεμούν τα μικρόβια και μπορούν να αποτρέψουν τις ουρολοιμώξεις.11
Απαιτείται περισσότερη έρευνα, αλλά θα μπορούσατε να δοκιμάσετε να εγκαταλείψετε το κρέας για να δείτε αν αυτό κάνει τη διαφορά (απλώς φροντίστε να κάνετε την έρευνά σας εκ των προτέρων σχετικά με το πώς μπορείτε να ακολουθείτε μια υγιεινή, ποικίλη χορτοφαγική διατροφή). Ή απλώς μειώστε το κρέας και εστιάστε στην κατανάλωση περισσότερων φυτικών γευμάτων, συμπεριλαμβανομένης μιας ευρείας ποικιλίας ωφέλιμων φρούτων, λαχανικών και ξηρών καρπών.

Αποκτήστε καλά βακτήρια
Τα προβιοτικά που περιέχουν Lactobacillus φαίνεται να είναι χρήσιμα για την πρόληψη των λοιμώξεων του ουροποιητικού. Οι λακτοβάκιλλοι είναι τα κυρίαρχα βακτήρια της κολπικής χλωρίδας και διαθέτουν αντιμικροβιακές ιδιότητες που βοηθούν στην αποφυγή των λοιμώξεων.12 Σε μια μελέτη μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών που ήταν επιρρεπείς σε ουρολοιμώξεις, ένα προβιοτικό συμπλήρωμα που περιέχει Lactobacillus rhamnosus GR-1 και Lactobacillus reuteri RC-14 μείωσε τον αριθμό των υποτροπιάσεων πάνω από το μισό μέσα σε ένα χρόνο. Το συμπλήρωμα δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό όσο τα αντιβιοτικά, αλλά είχε το πλεονέκτημα ότι δεν οδηγεί στην εμφάνιση ανθεκτικών στα φάρμακα βακτηρίων, ούτε βλάπτει την υγεία του πολύ σημαντικού μικροβιώματος.4,13 Τα κολπικά υπόθετα με Lactobacillus φαίνεται επίσης να λειτουργούν καλά όσον αφορά στη μείωση των επαναλαμβανόμενων ουρολοιμώξεων.14
(Προτεινόμενη δοσολογία: επιλέξτε ένα συμπλήρωμα προβιοτικών υψηλής ποιότητας που περιέχει λακτοβάκιλλους και ακολουθήστε τις οδηγίες της ετικέτας, ή δοκιμάστε ένα κολπικό υπόθετο με προβιοτικά.)

Δοκιμάστε τον βελονισμό
Ο βελονισμός είναι ευεργετικός τόσο για τη θεραπεία όσο και για την πρόληψη επαναλαμβανόμενων ουρολοιμώξεων, σύμφωνα με πρόσφατη ανασκόπηση - και μπορεί να είναι ακόμη πιο αποτελεσματικός από τα αντιβιοτικά.15

Βοηθηθείτε από τον ιβίσκο
Ο ιβίσκος (Hibiscus sabdariffa), δείχνει να βοηθά στην πρόληψη των λοιμώξεων του ουροποιητικού. Είναι αποδεδειγμένα αποτελεσματικός κατά των βακτηρίων που προκαλούν ουρολοιμώξεις,18 και μια μελέτη σε άτομα σε κλινικές μακροχρόνιας φροντίδας στα οποία είχε τοποθετηθεί καθετήρας, διαπιστώθηκε ότι η λήψη ιβίσκου ως αφέψημα μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης λοιμώξεων.19
(Προτεινόμενη δοσολογία: φτιάξτε τσάι από τα αποξηραμένα άνθη και πίνετε τακτικά.)

Συμπληρώστε βιταμίνη C
Η βιταμίνη C μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη και τη θεραπεία των ουρολοιμώξεων αλλάζοντας το pH στα ούρα, δημιουργώντας έτσι ένα εχθρικό περιβάλλον για βακτήρια που προκαλούν λοίμωξη.16 Σε μία μελέτη σε έγκυες – που είναι γενικά πιο επιρρεπείς σε λοιμώξεις του ουροποιητικού – εκείνες στις οποίες δίνοντας καθημερινά συμπληρώματα που περιλάμβαναν 100mg βιταμίνης C (ασκορβικό οξύ) καθημερινά είχαν σημαντικά λιγότερες UTI από τις γυναίκες που λάμβαναν συμπληρώματα χωρίς τη συγκεκριμένη βιταμίνη.
(Προτεινόμενη δοσολογία: Από 100 έως 5.000mg/ημέρα ασκορβικό οξύ. Η ποσότητα που θα λάβετε εξαρτάται και από την ανοχή του εντέρου σας).

Δοκιμάστε ένα θεραπευτικό βοτανικό μείγμα σε αφέψημα
Για την αντιμετώπιση ενεργούς λοίμωξης, ο βοτανολόγος Meilyr James, ιδιοκτήτης της Βοτανικής Κλινικής στο Swansea της Ουαλίας προτείνει την παρασκευή συγκεκριμένου αφεψήματος με τα παρακάτω βότανα:
Ένα τσάι είναι ο καλύτερος τρόπος για να πάρετε τα βότανα, λέει ο James, καθώς το πρόσθετο υγρό βοηθά στην έκπλυση και τον καθαρισμό της ουροδόχου κύστης. Απλώς φροντίστε να δείτε έναν γιατρό εάν τα συμπτώματά σας δεν βελτιωθούν μετά από μερικές ημέρες ή αν επιδεινωθούν.

Ο αρκτοστάφυλλος (Uva-ursi) περιέχει την γλυκοσίδη αρμπουτίνη, η οποία έχει αντιμικροβιακές ιδιότητες, και τανίνες, οι οποίες σφίγγουν και τονώνουν τις βλεννογόνες μεμβράνες του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης, συμβάλλοντας στη μείωση της φλεγμονής και στην αποτροπή της προσκόλλησης των μικροοργανισμών.
Τα μουστάκια από το καλαμπόκι (Zea mays) που είναι ένα καταπραϋντικό, διουρητικό φυτό, περιέχουν μία θεραπευτική βλεννώδη ουσία που ηρεμεί τη φλεγμονή και βοηθά στην ανακούφιση της αίσθησης καψίματος κατά την ούρηση.
Το Buchu (Agathosma betulina) είναι ένα βότανο με αντισηπτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες που ενθαρρύνει την αυξημένη ούρηση, η οποία βοηθά στην απομάκρυνση των μικροοργανισμών.
Το Meadowsweet (Filipendula ulmaria) αποτελεί αντισηπτικό ούρων με ανοσοδιεγερτικές ιδιότητες, καθώς και ανακουφιστικά και αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα.

Οδηγίες:
• Συνδυάστε ίσα μέρη των αποξηραμένων βοτάνων.
• Προσθέστε 15g βοτάνων σε 1 λίτρο βραστό νερό και αφήστε το να εγχυθεί για μισή ώρα
• Πιείτε το αφέψημα κατά τη διάρκεια της ημέρας, λαμβάνοντας περίπου το ένα τρίτο κάθε φορά.
Λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε τανίνες, αυτό το τσάι συνιστάται μόνο για βραχυπρόθεσμη χρήση (έως και ένα μήνα). Πιείτε το μόλις εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια ουρολοίμωξης. Για πρόληψη, καταναλώστε το meadowsweet (σπειραία) ως τσάι μόνο του.

Βιβλιογραφικές αναφορές

1   Am J Public Health, 1990; 80: 331–3.
2   J R Coll Gen Pract, 1983; 33: 411–5.
3   Case Rep Med, 2014; 2014: 698758.
4   Arch Intern Med, 2012; 172: 712–4.
5   Ann Clin Lab Sci, 2019; 49: 134–42; Saudi J Biol Sci, 2020; 27: 2942–7.
6   J Nutr, 2017; 147: 2282–8.
7   Clinics (Sao Paulo), 2012; 67: 661–7.
8   Eur Urol Focus, 2020; S2405-4569(20)30263-7.
9   Am J Obstet Gynecol, 2020; 223: 265.e1–13.
10 Pertanika J Trop Agric Sci, 2015; 38: 271–8.
11 Sci Rep, 2020; 10: 906.
12 Clin Ther, 2008; 30: 453–68.
13 Arch Intern Med, 2012; 172: 704–12.
14 Clin Infect Dis, 2011; 52: 1212–7.
15 BJOG, 2020; 127: 1459–68.
16 Nitric Oxide, 2001; 5: 580–6.
17 Acta Obstet Gynecol Scand, 2007; 86: 783–7.
18 Asian Pac J Trop Dis, 2014; 4: 317–22.
19 J Ethnopharmacol, 2016; 194: 617–25.

Κατηγορία Υγεία

Η λεύκη είναι μία ενοχλητική δερματική πάθηση κατά την οποία περιοχές του δέρματος και των βλεννογόνων χάνουν σταδιακά την φυσιολογική τους χρωστική (μελανίνη) και γίνονται λευκές. Η λατινική ονομασία της λεύκης είναι vitiligo, που σημαίνει ελάττωμα ή ψεγάδι. Προσβάλλει το 1-2% του παγκόσμιου πληθυσμού, μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία αλλά συχνότερα εμφανίζεται σε άτομα 10-30 ετών. Πολλές φορές η λεύκη ξεκινάει από την παιδική ακόμη ηλικία επηρεάζοντας την ευαίσθητη ψυχολογία των παιδιών. Συχνά η λεύκη έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αυτοεκτίμηση και την ποιότητα ζωής.1
Η λεύκη είναι μια προοδευτική κατάσταση που προκαλεί αποχρωματισμό (λεύκανση) του δέρματος σε μπαλώματα. Εμφανίζονται αποχρωματισμένες ή λευκές κηλίδες, οι οποίες στερούνται της χρωστικής μελανίνης. Εκδηλώνεται με την εμφάνιση λευκών κηλίδων και πλακών σε διάφορα σημεία του σώματος, όπως τα χέρια, τα πόδια, τις μασχάλες, γύρω από το στόμα, τα μάτια και τα γεννητικά όργανα, καθώς και σε σημεία τραυματισμού του δέρματος από διάφορες αιτίες.
Αυτό που προκαλεί τη λεύκη είναι ακόμη ασαφές, αλλά η κύρια θεωρία είναι ότι είναι μια αυτοάνοση διαταραχή στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα στοχεύει τα μελανοκύτταρα, τα κύτταρα που είναι υπεύθυνα για τις χρωστικές που δίνουν χρώμα στο δέρμα, τα οποία πεθαίνουν ή δεν μπορούν να λειτουργήσουν κανονικά.2
Το οξειδωτικό στρες – μία ανισορροπία στο σώμα μεταξύ των καταστροφικών ελευθέρων ριζών και των αντιοξειδωτικών που αμύνονται εναντίον τους πιστεύεται επίσης ότι παίζει σημαντικό ρόλο.3 Και κάποιοι υποθέτουν ότι το οξειδωτικό στρες είναι αυτό που προκαλεί την αυτοάνοση απόκριση.4
Για την ήπια λεύκη, η συνήθης θεραπεία είναι τα τοπικά κορτικοστεροειδή, τα οποία μπορεί να είναι αποτελεσματικά αλλά έχουν παρενέργειες όπως λέπτυνση του δέρματος και ορμονικά προβλήματα.5
Για τις σοβαρότερες περιπτώσεις, με πιο εκτεταμένες αλλαγές στο δέρμα, η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη θεραπεία είναι η προσέλκυση περισσότερων μελανοκυττάρων στην επιφάνεια του δέρματος μέσω φωτοθεραπείας χρησιμοποιώντας υπεριώδη ακτινοβολία (UV)A ή UVB - όπως συμβαίνει φυσικά όταν ξαπλώνετε στον ήλιο για να μαυρίσετε - είτε από μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες όπως τα φωτοευαίσθητα φάρμακα psoralen. Ωστόσο, έχουν καταγραφεί ανησυχίες σχετικά με παρενέργειες όπως φωτοτοξικές αντιδράσεις και φουσκάλες και την έλλειψη δεδομένων σχετικά με τους κινδύνους καρκίνου του δέρματος από την μακροχρόνια ακτινοβολία UV.6
Όσον αφορά τις φυσικές θεραπείες, υπάρχουν αρκετές υποσχόμενες θεραπείες για τη λεύκη, ειδικά εάν χρησιμοποιηθούν στα αρχικά στάδια της πάθησης, αν και οι περισσότερες έχουν δοκιμαστεί σε συνδυασμό με συμβατικές θεραπείες, οπότε δεν είναι σαφές τι αποτέλεσμα θα έχουν από μόνες τους.
Η καλύτερη επιλογή σας θα ήταν να συνεργαστείτε με έναν έμπειρο φυσιοπαθητικό που μπορεί να δημιουργήσει ένα ολιστικό εξατομικευμένο πρόγραμμα. Ωστόσο, παρακάτω καταγράφονται κάποιες από τις καλύτερες φυσικές επιλογές που μπορείτε να δοκιμάσετε.

Επιλέξτε αντιοξειδωτικά
Το οξειδωτικό στρες θεωρείται ότι εμπλέκεται στη λεύκη και τα αντιοξειδωτικά αποτελούν μία πολύ υποσχόμενη λύση για την αντιμετώπισή της. Σε μια μελέτη, ένα αντιοξειδωτικό συμπλήρωμα που περιέχει άλφα-λιποϊκό οξύ, βιταμίνες C και E και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα ενίσχυσε τα αποτελέσματα της φωτοθεραπείας στενής ζώνης UVB. Σχεδόν οι μισοί ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία είδαν περισσότερο από 75% επαναχρωματισμό έναντι μόνο 18% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.7 Μια άλλη δοκιμή διαπίστωσε ότι όσοι έλαβαν συμπληρώματα βιταμίνης Ε μαζί με τη θεραπεία φωτοθεραπείας στενής ζώνης UVB είχαν καλύτερα αποτελέσματα από εκείνους που έκαναν μόνο φωτοθεραπεία.8
(Προτεινόμενες δόσεις: 100 mg άλφα-λιποϊκού οξέος. 100 mg βιταμίνης C; 40 mg βιταμίνης Ε).

Αυξήστε τη δόση της βιταμίνης D
Τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, της «βιταμίνης του ήλιου», έχουν συνδεθεί με τη λεύκη,9 οπότε ίσως είναι καλή ιδέα να ελέγξετε αν ο οργανισμός σας έχει επάρκεια. Σε μια μελέτη για παιδιά που έλαβαν θεραπεία με την συμβατική τοπική αγωγή με tacrolimus, μόνο εκείνα που έλαβαν επίσης συμπληρώματα βιταμίνης D (1.500 IU / ημέρα ή 3.000 IU / ημέρα ανάλογα με τα υπάρχοντα επίπεδα) είδαν βελτίωση στη λεύκη τους.10

Διερευνήστε άλλες ανεπάρκειες βιταμινών
Με τη λεύκη έχουν σχετιστεί και ανεπάρκειες σε άλλες βιταμίνες, συγκεκριμένα σε φολικό (βιταμίνη Β9), βιταμίνη Β12 και βιταμίνη C.11 Σε μια μικρή μελέτη, η συμπλήρωση με αυτές τις βιταμίνες οδήγησε σε σημαντικές βελτιώσεις στη λεύκη μετά από τρεις μήνες και ακόμη και πλήρη επαναχρωματισμό σε κάποιες περιπτώσεις μετά από ένα έως δύο χρόνια.12 Μια άλλη μακροχρόνια μελέτη ανέφερε επαναχρωματισμό περίπου στους μισούς από όσους χρησιμοποίησαν συνδυασμένη θεραπεία έκθεσης στον ήλιο, φολικό οξύ και συμπληρώματα Β12.13 Συμβουλευτείτε έναν έμπειρο επαγγελματία υγείας που μπορεί να σας βοηθήσει να εντοπίσετε τυχόν ελλείψεις και να τις διορθώσετε με τα σωστά συμπληρώματα και δοσολογίες.

Προσέξτε την  L-φαινυλαλανίνη
Τα συμπληρώματα διατροφής αυτού του απαραίτητου αμινοξέος, που βρίσκεται στο κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα φασόλια, φαίνεται να είναι αποτελεσματικά για τη λεύκη όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με φωτοθεραπεία.14
(Προτεινόμενη δοσολογία: 50 mg / ημέρα ανά κιλό σωματικού βάρους)

Δοκιμάστε βότανα
Αρκετά βότανα φαίνεται να είναι χρήσιμα για τη λεύκη. Παρακάτω αναφέρονται αυτά που ήταν αποτελεσματικά σε κλινικές δοκιμές.

Ginkgo biloba. Γνωστό για τις ισχυρές αντιοξειδωτικές του ιδιότητες, αυτό το βότανο συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο και βρέθηκε να είναι αποτελεσματικό τόσο στη διακοπή της εξέλιξης της λεύκης όσο και στη βελτίωση της χρωματισμού.16
(Προτεινόμενη δοσολογία: 40 mg τρεις φορές την ημέρα)

Αγριομάραθο (Ammi visnaga). Το Khellin, το ενεργό συστατικό αυτού του βοτάνου της Βόρειας Αφρικής, φαίνεται να διεγείρει τον επαναχρωματισμό του δέρματος σε ασθενείς με λεύκη όταν εκτίθενται σε ηλιακό φως.17
(Προτεινόμενη δοσολογία: 120-160 mg khellin)

Φλεβόδιο το χρυσό (Polypodium leucotomos). Οι ασθενείς που έλαβαν αυτό το είδος φτέρης της Νότιας Αμερικής σε συνδυασμό με φωτοθεραπεία στενής ζώνης UVB είδαν καλύτερα αποτελέσματα από αυτούς που έκαναν μόνο φωτοθεραπεία.18
(Προτεινόμενη δοσολογία: 250 mg τρεις φορές την ημέρα)

Δοκιμάστε ομοιοπαθητική
Η ομοιοπαθητική μπορεί να είναι χρήσιμη για τη λεύκη, σύμφωνα με αναφορές περιπτώσεων 14 ασθενών που έλαβαν εξατομικευμένες ομοιοπαθητικές θεραπείες. Εκείνοι που υποβλήθηκαν σε θεραπεία στα πρώτα στάδια της κατάστασής τους είχαν τα καλύτερα αποτελέσματα, ανέφεραν οι ερευνητές.19

Δοκιμάστε κινεζικά φυτικά φάρμακα
Σε μια ανασκόπηση πέντε δοκιμών, οι πάσχοντες από λεύκη που έλαβαν από του στόματος κινεζικά βότανα σε συνδυασμό με φωτοθεραπεία παρουσίασαν περισσότερο επαναχρωματισμό σε σύγκριση με εκείνους που χρησιμοποίησαν μόνο φωτοθεραπεία.20

Βοηθηθείτε με την υπνοθεραπεία
Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μια ψυχολογική πτυχή σε πολλές δερματικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της λεύκης, και ότι η ύπνωση μπορεί να βοηθήσει ως συμπληρωματική θεραπεία.21

Βιβλιογραφικές αναφορές:
1.Int J Womens Dermatol, 2018; 4: 32-7
2.Autoimmun Rev, 2010; 9: 516-20
3.Indian J Dermatol Venereol Leprol, 2009; 75: 268-71
4.Med Sci Monit, 2019; 25: 1017-23
5.Am Fam Physician, 2009; 79: 135-40
6.BMC Dermatol, 2008; 8; 2
7.Clin Exp Dermatol, 2007; 32: 631-6
8.J Clin Pharmacol, 2009; 49: 852-5
9.Photodermatol Photoimmunol Photomed, 2016; 32: 181-90
10.Clin Nutr ESPEN, 2016; 15: 28-31
11.Pigment Int [serial online] 2015; 2: 76-80; Clin Exp Dermatol, 2012; 37: 62-4
12.Cutis, 1992; 50: 39-42
13.Acta Derm Venereol, 1997; 77: 460-2
14.Cochrane Database Syst Rev, 2006; (1): CD003263; J Dtsch Dermatol Ges, 2007; 5: 467-75
15.Acta Dermatovenerol Croat, 2011; 19: 248-54; J Am Acad Dermatol, 2005; 53: 220-3
16.Clin Exp Dermatol, 2003; 28: 285-7
17.Dermatologica, 1982; 165: 136-40
18.J Eur Acad Dermatol Venereol, 2007; 21: 942-50
19.Am J Case Rep, 2017; 18: 1276-83
20.Complement Ther Med, 2016; 26: 21-7
21.Arch Dermatol, 2000; 136: 393-9

Κατηγορία Υγεία
Σελίδα 1 από 3