Νέα διεθνής μελέτη των Πανεπιστημίων Cambridge και East Anglia, με περισσότερους από 6.600 ασθενείς, αποκαλύπτει ότι οι γυναίκες με αυτοάνοσα νοσήματα αναφέρουν συχνότερα λανθασμένες ψυχιατρικές ή ψυχοσωματικές διαγνώσεις. Τα ευρήματα αναδεικνύουν ένα σοβαρό πρόβλημα στην ιατρική πρακτική: τι συμβαίνει όταν η ψυχολογική ερμηνεία προηγείται της επαρκούς διερεύνησης των σωματικών συμπτωμάτων;

Η επίμονη κόπωση, οι διάχυτοι πόνοι, η αδυναμία συγκέντρωσης και οι διαταραχές του ύπνου αποτελούν συμπτώματα που μπορούν να επηρεάσουν βαθιά την καθημερινότητα. Όταν όμως δεν συνοδεύονται από σαφή εργαστηριακά ευρήματα, υπάρχει ο κίνδυνος να αποδοθούν πρόωρα στο άγχος, στην κατάθλιψη ή σε άλλους ψυχολογικούς παράγοντες. Για πολλές γυναίκες με αυτοάνοσα νοσήματα, η εμπειρία αυτή φαίνεται να αποτελεί μέρος μιας μακράς διαδρομής μέχρι την οριστική διάγνωση. 
Μια νέα διεθνής μελέτη, που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό eClinicalMedicine του ομίλου The Lancet, δείχνει ότι οι γυναίκες αναφέρουν σημαντικά συχνότερα από τους άνδρες ότι τα συμπτώματα της αυτοάνοσης νόσου τους είχαν αρχικά αποδοθεί λανθασμένα σε ψυχιατρικά ή ψυχοσωματικά αίτια. Το ζήτημα δεν αφορά την αμφισβήτηση της σχέσης ανάμεσα στην ψυχική και τη σωματική υγεία. Αφορά τον κίνδυνο να χρησιμοποιείται αυτή η σχέση ως πρόωρη εξήγηση, πριν ολοκληρωθεί η απαραίτητη κλινική διερεύνηση.

Τι αποκάλυψε η νέα μελέτη για τις διαγνωστικές ανισότητες
Οι ερευνητές των Πανεπιστημίων Cambridge και East Anglia ανέλυσαν τις εμπειρίες 6.607 ανθρώπων με αυτοάνοσα νοσήματα, οι οποίοι συμμετείχαν σε διεθνή διατομεακή έρευνα. Οι ασθένειες αυτές εμφανίζονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, την πολλαπλή σκλήρυνση και αυτοάνοσα νοσήματα του θυρεοειδούς. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν αξιοσημείωτες διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Ασθενείς που ανέφεραν προηγούμενη λανθασμένη απόδοση των συμπτωμάτων τους

πίνακας 1

Συγκεκριμένα, το 43% των γυναικών ανέφερε ότι τα συμπτώματά τους είχαν αρχικά αποδοθεί σε ψυχιατρική αιτία, έναντι 33% των ανδρών. Αντίστοιχα, το 34% των γυναικών ανέφερε λανθασμένη ψυχοσωματική διάγνωση, έναντι 22% των ανδρών.
Ακόμη και μετά τη στατιστική προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, η ομάδα νοσημάτων, η γεωγραφική περιοχή και η οικονομική κατάσταση, οι γυναίκες είχαν περίπου 46% μεγαλύτερη πιθανότητα να αναφέρουν ψυχιατρική και 74% μεγαλύτερη πιθανότητα να αναφέρουν ψυχοσωματική λανθασμένη διάγνωση. Παράλληλα, οι διαγνωστικές καθυστερήσεις ήταν μεγαλύτερες. Για τους άνδρες, το συχνότερα αναφερόμενο χρονικό διάστημα μέχρι τη διάγνωση ήταν μικρότερο από τρεις μήνες. Για τις γυναίκες ήταν ένα έως δύο χρόνια. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το αντίστροφο εύρημα: οι άνδρες ανέφεραν ελαφρώς συχνότερα λανθασμένες διαγνώσεις άλλων σωματικών παθήσεων. Η διαφοροποίηση αυτή ενισχύει τον προβληματισμό ότι τα ίδια ή παρόμοια συμπτώματα ενδέχεται να ερμηνεύονται διαφορετικά ανάλογα με το φύλο του ασθενούς.

Όταν η ψυχοσωματική ερμηνεία προηγείται της διάγνωσης
Τα αυτοάνοσα νοσήματα αποτελούν ιδιαίτερη διαγνωστική πρόκληση. Στα πρώτα στάδια μπορεί να εμφανίζονται με μη ειδικά συμπτώματα, όπως κόπωση, μυϊκούς πόνους, δυσκολία συγκέντρωσης ή μεταβολές στη διάθεση. Ορισμένες φορές τα συμπτώματα εμφανίζονται και υποχωρούν, ενώ οι εργαστηριακές εξετάσεις δεν προσφέρουν αμέσως μια σαφή απάντηση. Σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, η αναζήτηση ψυχολογικών παραγόντων μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή. Το άγχος, η κατάθλιψη και το χρόνιο στρες μπορούν να επηρεάζουν τη σωματική λειτουργία και ενδέχεται να συνυπάρχουν με οργανικές ασθένειες. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η ψυχολογική εξήγηση αντιμετωπίζεται ως οριστική διάγνωση χωρίς επαρκή στοιχεία.
Η Melanie Sloan, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, επισημαίνει ότι τα αυτοάνοσα νοσήματα συχνά χρειάζονται μήνες ή χρόνια μέχρι να αναγνωριστούν και ότι οι ψυχολογικές εξηγήσεις ενδέχεται να δίνονται υπερβολικά νωρίς. Μια προηγούμενη έρευνα της ίδιας ομάδας, δημοσιευμένη το 2025 στο Rheumatology, είχε εξετάσει τις μακροχρόνιες επιπτώσεις τέτοιων λανθασμένων διαγνώσεων. Τα ευρήματα ανέδειξαν ότι οι ασθενείς μπορεί να βιώνουν επίμονο αίσθημα αμφισβήτησης, απώλεια εμπιστοσύνης στους επαγγελματίες υγείας και δυσκολία να αναζητήσουν εκ νέου βοήθεια όταν εμφανιστούν νέα συμπτώματα.
Εδώ βρίσκεται μια σημαντική διάσταση του προβλήματος: η λανθασμένη διάγνωση δεν καθυστερεί μόνο την κατάλληλη θεραπεία. Μπορεί να μεταβάλει τη σχέση του ανθρώπου με το σώμα του και με το ίδιο το σύστημα υγείας. Παράλληλα, χρειάζεται επιστημονική προσοχή. Η νέα μελέτη βασίστηκε στις εμπειρίες που ανέφεραν οι ασθενείς και όχι σε ανεξάρτητη επανεξέταση κάθε ιατρικού φακέλου. Επομένως, δεν αποδεικνύει ότι κάθε περίπτωση οφειλόταν σε προκατάληψη λόγω φύλου. Αναδεικνύει, όμως, μια σημαντική και συστηματική διαφορά που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.

Μια ιατρική που ακούει τον ασθενή χωρίς να εγκαταλείπει την επιστημονική κρίση
Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν σημαίνει ότι κάθε ανεξήγητο σύμπτωμα πρέπει να θεωρείται αυτομάτως ένδειξη αυτοάνοσης νόσου. Μια τέτοια πρακτική θα μπορούσε να οδηγήσει στο αντίθετο άκρο: περιττές εξετάσεις, υπερδιάγνωση και αδικαιολόγητη ανησυχία. Αυτό που απαιτείται είναι μια πιο προσεκτική και ολοκληρωμένη διαγνωστική προσέγγιση. Οι ερευνητές προτείνουν οι γιατροί να αναγνωρίζουν την αβεβαιότητα όταν δεν υπάρχει ακόμη σαφής διάγνωση, να επανεξετάζουν προηγούμενα συμπεράσματα όταν προκύπτουν νέα δεδομένα και να εξασφαλίζουν συνέχεια στη φροντίδα.
Η στάση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε νοσήματα με πολύπλοκη συμπτωματολογία, όπου η κλινική εικόνα μπορεί να εξελίσσεται σταδιακά. Υπάρχει επίσης ανάγκη να αποφεύγεται μια παλαιότερη αντίληψη που αντιμετωπίζει τα σωματικά συμπτώματα των γυναικών ως πιθανότερο αποτέλεσμα συναισθηματικής ευαισθησίας ή ψυχολογικής επιβάρυνσης. Η αναγνώριση πιθανών προκαταλήψεων δεν αποτελεί επίθεση στην ιατρική επιστήμη. Αντίθετα, αποτελεί προϋπόθεση για την εξέλιξή της.
Η ουσιαστική σχέση ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα δεν δικαιολογεί τη βιαστική αναγωγή των σωματικών συμπτωμάτων σε ψυχολογικά αίτια. Ούτε η επιβεβαίωση μιας οργανικής νόσου σημαίνει ότι η ψυχική κατάσταση του ασθενούς είναι αδιάφορη. Οι δύο διαστάσεις μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς η μία να ακυρώνει την άλλη. Μια πραγματικά ολοκληρωμένη ιατρική οφείλει να αναγνωρίζει τόσο τις βιολογικές όσο και τις ψυχολογικές διαστάσεις της ασθένειας, χωρίς να χρησιμοποιεί τη μία για να παρακάμπτει τη διερεύνηση της άλλης.
Το ουσιαστικό μήνυμα της νέας έρευνας είναι ότι οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν να σταματούν την αναζήτηση της σωστής διάγνωσης όταν μια ψυχολογική εξήγηση φαίνεται αρχικά βολική ή πιθανή.

Αναφορές

  1. Melanie Sloan κ.ά., Sex and disease differences in patients’ diagnostic experiences in autoimmune diseases: an international cross-sectional study, eClinicalMedicine, 2026. DOI: 10.1016/j.eclinm.2026.104259.
  1. Melanie Sloan κ.ά., ‘I still can’t forget those words’: mixed methods study of the persisting impact on patients reporting psychosomatic and psychiatric misdiagnoses, Rheumatology, 2025. DOI: 10.1093/rheumatology/keaf115.
  1. Melanie Sloan κ.ά., Two-year follow-up of neuropsychiatric symptoms in patients with systemic autoimmune rheumatic diseases: longitudinal insights on depression, anxiety, memory and adaptation in the INSPIRE cohort, eClinicalMedicine, 2026. DOI: 10.1016/j.eclinm.2026.103818.

Αρχικό δημοσιογραφικό άρθρο: Women ‘more likely to be told autoimmune conditions are psychological’, The Guardian, 13 Οκτωβρίου 2026.

Συντακτική Ομάδα Holistic Life. © 2026 Holistic Life

Κατηγορία Έρευνα