Μια συλλογή φυτών που δημιουργείται εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα κινδύνευσε να διαλυθεί όταν το Πανεπιστήμιο Duke αποφάσισε να κλείσει το ερμπάριό του. Τώρα, περισσότερα από 825.000 δείγματα μεταφέρονται στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας και ενώνονται με μια εξίσου μεγάλη συλλογή. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια τεράστια «βιβλιοθήκη φυτών», αλλά ένα επιστημονικό αρχείο 1,7 εκατομμυρίων δειγμάτων που μπορεί να μας δείξει πώς άλλαξε η φύση μέσα σε περισσότερο από έναν αιώνα.

Σε ένα ερμπάριο ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Ένα φυτό που συλλέχθηκε σε ένα δάσος πριν από εκατό χρόνια πιέστηκε, αποξηράνθηκε, στερεώθηκε πάνω σε ένα φύλλο χαρτιού και συνοδεύτηκε από μια ετικέτα: όνομα, ημερομηνία, τόπος συλλογής, ίσως το υψόμετρο, ο βιότοπος ή τα άλλα φυτά που υπήρχαν γύρω του. Ο συλλέκτης πιθανότατα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι έναν αιώνα αργότερα κάποιος επιστήμονας θα μπορούσε να απομονώσει DNA από αυτό το φυτό ή να το χρησιμοποιήσει για να διερευνήσει πώς μετακινήθηκε ένα είδος καθώς άλλαζε το κλίμα. Αυτή είναι η πραγματική αξία των ερμπαρίων: δεν είναι αποθήκες νεκρών φυτών. Αποτελούν αρχεία ζωής. Και ένα από τα σημαντικότερα αρχεία στις Ηνωμένες Πολιτείες μόλις διασώθηκε.

Μια συλλογή ενός αιώνα κινδυνεύει: Το 2024 το Πανεπιστήμιο Duke ανακοίνωσε ότι θα έκλεινε το ερμπάριό του, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην επιστημονική κοινότητα. Η συλλογή του περιλαμβάνει περισσότερα από 825.000 δείγματα αγγειόφυτων, φυκών, μυκήτων και λειχήνων και είχε δημιουργηθεί μέσα σε περίπου έναν αιώνα επιστημονικής εργασίας. Το Duke επικαλέστηκε τις παλαιωμένες εγκαταστάσεις και το υψηλό κόστος που θα απαιτούσε η κατάλληλη συντήρηση ή μεταφορά της συλλογής. Για τους βοτανολόγους, όμως, το ενδεχόμενο διάσπασης ενός τέτοιου αρχείου ήταν πολύ πιο σοβαρό από μια απλή διοικητική αναδιάρθρωση. Ένα ερμπάριο αποκτά αξία όχι μόνο από κάθε μεμονωμένο δείγμα αλλά και από το σύνολό του. Δεκαετίες συλλογών από συγκεκριμένες περιοχές επιτρέπουν στους επιστήμονες να συγκρίνουν το παρελθόν με το παρόν. Τελικά βρέθηκε λύση.
Η συλλογή του Duke θα μεταφερθεί στο γειτονικό University of North Carolina at Chapel Hill (UNC), όπου θα ενωθεί με το ερμπάριο του πανεπιστημίου, το οποίο διαθέτει ήδη περισσότερα από 800.000 δείγματα. Η νέα ενιαία συλλογή θα αριθμεί περίπου 1,7 εκατομμύρια δείγματα, καθιστώντας την τρίτη μεγαλύτερη πανεπιστημιακή συλλογή στις ΗΠΑ και τη μεγαλύτερη στις νοτιοανατολικές πολιτείες.

Τι μπορεί να μας πει ένα αποξηραμένο φυτό; Η τεχνική μοιάζει σχεδόν αναχρονιστική. Τα φυτά πιέζονται και αποξηραίνονται με μια μέθοδο που χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες. Το δείγμα τοποθετείται σε ειδικό αρχειακό χαρτί και αποθηκεύεται σε ελεγχόμενες συνθήκες. Αυτό που έχει αλλάξει δραματικά είναι τι μπορούμε να κάνουμε με αυτό το δείγμα. Σήμερα οι ερευνητές μπορούν να χρησιμοποιήσουν συλλογές ερμπαρίων για να χαρτογραφήσουν την εξάπλωση ή την υποχώρηση ενός είδους, να παρακολουθήσουν φυτά που εισβάλουν, να μελετήσουν μεταβολές στην εποχή της ανθοφορίας, να διερευνήσουν την επίδραση της κλιματικής αλλαγής και ακόμη να εξαγάγουν γενετικό υλικό. Ένα δείγμα του 1920 μπορεί έτσι να συγκριθεί με ένα φυτό που συλλέγεται το 2026. Εάν ένα είδος ανθίζει σήμερα νωρίτερα, έχει μετακινηθεί βορειότερα ή έχει εξαφανιστεί από περιοχές όπου κάποτε ήταν κοινό, οι παλιές συλλογές μπορούν να προσφέρουν το σημείο αναφοράς που διαφορετικά θα είχε χαθεί. Ακόμη και η χημεία του περιβάλλοντος μπορεί να αφήσει ίχνη πάνω στα φυτά. Τα ιστορικά δείγματα μπορούν επομένως να αποκτούν νέα επιστημονική αξία κάθε φορά που εμφανίζεται μια νέα τεχνολογία ή ένα νέο ερευνητικό ερώτημα.

Μια βιβλιοθήκη που ακόμη γράφεται: Το ερμπάριο του UNC έχει και το δικό του μακρύ παρελθόν. Ιδρύθηκε επίσημα το 1908, αν και φυτικές συλλογές υπήρχαν στο πανεπιστήμιο ακόμη νωρίτερα. Και δεν αποτελεί ένα κλειστό ιστορικό αρχείο. Κάθε χρόνο προστίθενται περίπου 10.000 έως 20.000 νέα δείγματα, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η ψηφιοποίηση της συλλογής. Η ψηφιοποίηση αλλάζει ριζικά τη χρησιμότητα των ερμπαρίων. Ένα εύθραυστο δείγμα που παλαιότερα έπρεπε να ταξιδέψει ή να εξεταστεί επιτόπου μπορεί πλέον να φωτογραφηθεί σε πολύ υψηλή ανάλυση, να συνδεθεί με τα δεδομένα της ετικέτας του και να γίνει προσβάσιμο σε ερευνητές από ολόκληρο τον κόσμο. Το φυσικό δείγμα, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι αναντικατάστατο. Μια ψηφιακή εικόνα μπορεί να αποτυπώσει το σχήμα ενός φύλλου, αλλά δεν περιέχει το DNA, τη χημική σύσταση ή το μικροσκοπικό υλικό που μπορεί να χρειαστεί ένας μελλοντικός ερευνητής.

Η επιστημονική αξία του παρελθόντος: Η ιστορία του Duke αποκαλύπτει και μια λιγότερο ορατή πλευρά της επιστήμης. Οι επιστημονικές συλλογές χρειάζονται χώρο, ειδικές συνθήκες φύλαξης, προσωπικό και σταθερή χρηματοδότηση. Η αξία τους όμως δεν μεταφράζεται εύκολα σε άμεσο οικονομικό όφελος. Και αυτό τις καθιστά ευάλωτες. Η διάσωση της συλλογής του Duke δεν τελειώνει επομένως με τη μεταφορά των ντουλαπιών της στο Chapel Hill. Το UNC σχεδιάζει ένα νέο Plant Biodiversity Research Center, που θα μπορεί να στεγάσει έως και τρία εκατομμύρια δείγματα. Μέχρι να δημιουργηθεί, η συλλογή του Duke προβλέπεται να μεταφερθεί το 2027 σε προσωρινές εγκαταστάσεις. Η πρόκληση δεν είναι μόνο να βρεθούν αρκετά τετραγωνικά μέτρα. Χρειάζονται επιμελητές, ταξινομήσεις, τεχνικοί και επιστήμονες που θα διατηρούν τη συλλογή ζωντανή ως ερευνητικό εργαλείο. Γιατί 1,7 εκατομμύρια φυτά σε ντουλάπια δεν αποτελούν από μόνα τους επιστημονικό κέντρο. Χρειάζονται ανθρώπους που γνωρίζουν πώς να τα διαβάσουν.

Μην πετάξεις ποτέ το παλιό δείγμα: Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο στην ιστορία των ερμπαρίων. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της γενετικής αλληλούχησης και των δορυφορικών παρατηρήσεων, ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για την κατανόηση της σημερινής κρίσης της βιοποικιλότητας μπορεί να είναι ένα ξεραμένο φυτό κολλημένο πάνω σε χαρτί πριν από εκατό χρόνια. Ο λόγος είναι απλός. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στο παρελθόν για να συλλέξουμε δεδομένα που δεν κρατήσαμε. Τα ερμπάρια το έκαναν για εμάς. Κατέγραψαν πού υπήρχαν κάποτε τα φυτά, πότε άνθιζαν και πώς έμοιαζαν οι πληθυσμοί τους πριν από τη σημερινή μεταμόρφωση των οικοσυστημάτων. Έτσι, κάθε παλιό δείγμα αποτελεί ένα μικρό στιγμιότυπο ενός κόσμου που μπορεί να έχει ήδη αλλάξει ή ακόμη και να μην υπάρχει πια.

Γι' αυτό η συγχώνευση των συλλογών Duke και UNC δεν αφορά μόνο τη διάσωση 825.000 αποξηραμένων δειγμάτων. Αφορά τη διατήρηση της μνήμης της φύσης. Και σε μια εποχή κατά την οποία η βιοποικιλότητα αλλάζει ταχύτερα από όσο προλαβαίνουμε να την καταγράψουμε, αυτή η μνήμη μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη για να καταλάβουμε όχι μόνο τι έχουμε σήμερα, αλλά και τι έχουμε ήδη χάσει.

Αναφορές

  1. Science (2026). Massive herbarium merger rescues century-old plant collection. Science – Massive herbarium
  2. Duke University (2026). Duke, UNC-Chapel Hill to Combine Herbaria, Creating Third-Largest University Plant Collection in the U.S. Duke University – Department of Biology
  3. WUNC (2026). UNC and Duke herbaria to merge in Chapel Hill, two years after Duke announced plant collection cannot stay on campus. WUNC – UNC and Duke herbaria to merge
  4. WUNC (2024). One herbarium’s thorny future: Duke to close century-old ‘gem’ of biodiversity research. WUNC – Duke herbarium closure
  5. Paton, A.J. (2025). Life after herbarium digitisation: Physical and digital collections, curation and use. Plants, People, Planet. Wiley
  6. UNC-Chapel Hill (2026). UNC-Chapel Hill, Duke to combine herbaria, creating the third-largest university plant collection in the United States. UNC announcement via EurekAlert
Κατηγορία Περιβάλλον

Οι αλλεργίες στα παιδιά αυξάνονται. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται στον σύγχρονο τρόπο ζωής και στη μειωμένη επαφή με τη φύση, γεγονός που συνδέεται με τη μείωση της μικροβιακής ποικιλομορφίας. Το ανθρώπινο μικροβίωμα, και ιδιαίτερα εκείνο του δέρματος, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με το μικροβίωμα του εδάφους στο οποίο ζει κανείς. Μια φινλανδική μελέτη διερεύνησε σε ποιον βαθμό το μικροβίωμα του εδάφους και του περιβάλλοντος σε αστικούς παιδικούς σταθμούς επηρεάζει το εντερικό και το δερματικό μικροβίωμα των παιδιών. Διαπιστώθηκε ότι το παιχνίδι σε δασικό έδαφος και γρασίδι οδηγεί σε μεγαλύτερη μικροβιακή ποικιλομορφία. Η επαφή με ένα υγιές περιβάλλον μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη των αλλεργιών.
Το μικροβίωμα και η υγεία συνδέονται στενά. Οι αλλεργίες εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα που ζουν σε πόλεις σε σύγκριση με εκείνα που ζουν σε αγροτικές περιοχές. Η κύρια αιτία θεωρείται η χαμηλή μικροβιακή ποικιλομορφία σε συνδυασμό με αυξημένη έκθεση σε παθογόνα βακτήρια. Αυτό οφείλεται εν μέρει σε αυστηρότερα μέτρα υγιεινής, στη συχνότερη χρήση αντιβιοτικών και σε διατροφικά πρότυπα. Μια διατροφή πλούσια σε ζάχαρη και λιπαρά, καθώς και σε πολύ επεξεργασμένα τρόφιμα -χαρακτηριστικά της λεγόμενης δυτικού τύπου διατροφής- συνδέεται με αύξηση επιβλαβών βακτηρίων και ταυτόχρονη μείωση της βακτηριακής ποικιλομορφίας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες προάγουν τη δυσβίωση, δηλαδή τη μικροβιακή ανισορροπία.
Ιδιαίτερα στα πρώιμα στάδια της ζωής, η μικροβιακή αποίκιση είναι καθοριστική για τη φυσιολογική ανάπτυξη. Η αποίκιση αυτή επηρεάζεται κυρίως από τον τρόπο γέννησης, τη γενετική, τη διατροφή και άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της επαφής με τη φύση. Είναι αξιοσημείωτο ότι παρατηρούνται πολλές ομοιότητες μεταξύ των βακτηριακών κοινοτήτων του δέρματος και εκείνων του εδάφους και του άμεσου περιβάλλοντος με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή. Αν και τα βακτήρια του εντέρου και του εδάφους διαφέρουν σημαντικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι ο τύπος κάλυψης του εδάφους και η βλάστηση στους κήπους μπορούν να επηρεάσουν το εντερικό μικροβίωμα και, κατ’ επέκταση, το ανοσοποιητικό σύστημα.
Καθώς οι αλλεργίες εμφανίζονται ολοένα συχνότερα, ιδίως σε μικρή ηλικία, το ζήτημα των προληπτικών μέτρων καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτικό. Οι Roslund et al. (2020) εξέτασαν, λοιπόν, σε ποιον βαθμό η οικολογική βιοποικιλότητα των μικροοργανισμών σε αστικούς παιδικούς σταθμούς επηρεάζει το εντερικό και το δερματικό μικροβίωμα των παιδιών και, κατ’ επέκταση, την υγεία τους.

Σχεδιασμός της μελέτης
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε δέκα παιδικούς σταθμούς στις φινλανδικές πόλεις Lahti και Tampere. Συνολικά εξετάστηκαν 75 παιδιά ηλικίας τριών έως πέντε ετών. Οι παιδικοί σταθμοί κατηγοριοποιήθηκαν ως εξής:

  • Παιδικοί σταθμοί με συμβατικές αυλές (τυπικοί παιδικοί σταθμοί): περίπου 500 m² αυλής με ελάχιστο ή καθόλου πράσινο, που λειτούργησαν ως ομάδα ελέγχου, με 16 παιδιά.
  • Παιδικοί σταθμοί με αυλές παρέμβασης (παιδικοί σταθμοί παρέμβασης): αυλές με 100 m² δασικού εδάφους και 200 m² γρασιδιού. Επιπλέον, τοποθετήθηκαν φυτά ενός έτους σε γλάστρες και μπλοκ τύρφης για σκαρφάλωμα και σκάψιμο. Σε αυτούς τους σταθμούς συμμετείχαν 36 παιδιά.
  • Παιδικοί σταθμοί με προσανατολισμό στη φύση, όπου τα παιδιά επισκέπτονταν καθημερινά κοντινά δάση (θετική ομάδα ελέγχου): εξετάστηκαν 23 παιδιά.

Όλα τα παιδιά έπαιζαν δύο φορές ημερησίως για περίπου μισή έως δύο ώρες στην αυλή ή στο δάσος. Λάμβαναν τρία τυποποιημένα γεύματα ημερησίως από δύο κεντρικές κουζίνες, παρασκευασμένα σύμφωνα με τις οδηγίες της Φινλανδικής Αρχής Τροφίμων και του Εθνικού Συμβουλίου Διατροφής. Η ιδιωτική κατανάλωση φρέσκων λαχανικών, η επαφή με ζώα, ο χρόνος παραμονής σε εξωτερικούς χώρους και ο αριθμός αδελφών ήταν συγκρίσιμα σε όλες τις ομάδες παιδικών σταθμών.
Πριν και μετά την περίοδο παρέμβασης των 28 ημερών (Μάιος–Ιούνιος), οι ερευνητές προσδιόρισαν το δερματικό και το εντερικό μικροβίωμα των παιδιών μέσω δειγμάτων δέρματος και κοπράνων. Παιδιά που έλαβαν αντιβιοτικά ή άλλα φάρμακα κατά τη διάρκεια της παρέμβασης αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Μετρήθηκαν επίσης ανοσολογικές παράμετροι. Επιπλέον, συγκρίθηκε το μικροβίωμα του περιβάλλοντος στους συμβατικούς και στους παιδικούς σταθμούς παρέμβασης πριν και μετά την παρέμβαση, με ανάλυση της σχετικής αφθονίας και ποικιλομορφίας βακτηρίων σε δείγματα εδάφους από αυλές και αμμοδόχους.

Αποτελέσματα

Μικροβίωμα του εδάφους
Μετά την παρέμβαση, παρατηρήθηκαν αλλαγές τόσο σε μεμονωμένα βακτηριακά στελέχη όσο και σε ολόκληρες βακτηριακές κοινότητες μεταξύ των παιδικών σταθμών παρέμβασης και των συμβατικών. Για παράδειγμα, τα Gammaproteobacteria συσσωρεύτηκαν στους παιδικούς σταθμούς παρέμβασης, με οκταπλάσια υψηλότερη σχετική αφθονία σε σύγκριση με τους συμβατικούς σταθμούς. Συνολικά, η παρέμβαση οδήγησε σε αύξηση της μέσης ποικιλομορφίας (άλφα-ποικιλομορφία), καθώς και σε μεγαλύτερη διαφοροποίηση μεταξύ των μικροβιακών κοινοτήτων των παιδικών σταθμών (βήτα-ποικιλομορφία).

Δερματικό μικροβίωμα
Πριν από την παρέμβαση, τα παιδιά στους παιδικούς σταθμούς με προσανατολισμό στη φύση παρουσίαζαν πιο ποικιλόμορφη βακτηριακή κοινότητα στο δέρμα σε σύγκριση με τα παιδιά στους συμβατικούς και στους παιδικούς σταθμούς παρέμβασης, ιδίως όσον αφορά τα Alphaproteobacteria. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των παιδιών στους συμβατικούς και στους παιδικούς σταθμούς παρέμβασης πριν από την παρέμβαση. Μετά την παρέμβαση, τα παιδιά στους παιδικούς σταθμούς παρέμβασης εμφάνισαν πιο ποικιλόμορφο δερματικό μικροβίωμα, ιδίως όσον αφορά τα Proteobacteria και τα Gammaproteobacteria, σε σύγκριση με τα παιδιά στους συμβατικούς παιδικούς σταθμούς. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη ήταν η αύξηση της ποικιλομορφίας των Alphaproteobacteria (p<0.001). Στο τέλος της μελέτης, η σύσταση του δερματικού μικροβιώματος των παιδιών στους παιδικούς σταθμούς παρέμβασης έμοιαζε με εκείνη των παιδιών στους παιδικούς σταθμούς με προσανατολισμό στη φύση. 

Εντερικό μικροβίωμα
Παρόμοια με το δερματικό μικροβίωμα, η σύσταση του εντερικού μικροβιώματος των παιδιών στους συμβατικούς και στους παιδικούς σταθμούς παρέμβασης ήταν σε μεγάλο βαθμό συγκρίσιμη πριν από την παρέμβαση. Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές στην παρόμοια παρουσία των Ruminococcaceae, μιας βακτηριακής οικογένειας που προάγει την υγεία και εμφανιζόταν συχνότερα στα παιδιά των παιδικών σταθμών με προσανατολισμό στη φύση. Μετά την παρέμβαση, τόσο η ποικιλομορφία όσο και η σχετική αφθονία των Ruminococcaceae στα παιδιά των παιδικών σταθμών παρέμβασης αυξήθηκαν σημαντικά (p=0.01 και p=0.03 αντίστοιχα) και έγιναν παρόμοιες με εκείνες των παιδιών στους παιδικούς σταθμούς με προσανατολισμό στη φύση. Ταυτόχρονα, η σχετική αφθονία των Clostridiales -μιας ομάδας βακτηρίων με περισσότερο παθογόνα χαρακτηριστικά- μειώθηκε στα παιδιά των παιδικών σταθμών παρέμβασης (p=0.003).
Η παρέμβαση επηρέασε και το ανοσολογικό προφίλ, καθώς οι εξετάσεις αίματος έδειξαν βελτιωμένη ρύθμιση των φλεγμονωδών διεργασιών.

Συμπέρασμα
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η έκθεση στη μικροβιακή ποικιλομορφία του περιβάλλοντος μπορεί να μεταβάλει το μικροβίωμα και να επηρεάσει το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών. Με τον επανασχεδιασμό της αυλής -την εισαγωγή δασικού εδάφους και γρασιδιού, καθώς και φυτών και μπλοκ τύρφης για παιχνίδι- αυξήθηκε η ποικιλομορφία των Gammaproteobacteria στο δέρμα και το ποσοστό των Treg κυττάρων στο αίμα. Οι Gammaproteobacteria μπορούν να υποστηρίξουν το ανοσοποιητικό σύστημα, προάγοντας την ωρίμανση των Treg κυττάρων και παρέχοντας αντιφλεγμονώδη σήματα. Μαζί, τα Gammaproteobacteria και τα Treg κύτταρα συμβάλλουν στην πρόληψη των αλλεργιών. Παράλληλα, παρατηρήθηκε θετική μεταβολή στο εντερικό μικροβίωμα, με αύξηση των Ruminococcaceae, μιας βακτηριακής οικογένειας που σχετίζεται με τη διατήρηση της υγείας του εντέρου. Επιπλέον, η παρέμβαση βελτίωσε τις αναλογίες κυτοκινών υπέρ των αντιφλεγμονωδών κυτοκινών.
Αν και η μελέτη χρονολογείται από το 2020, αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο σημαντική είναι η επίδραση του περιβάλλοντος -και ιδιαίτερα του εδάφους ως βιότοπου αμέτρητων μικροοργανισμών- στο ανθρώπινο σώμα, φτάνοντας έως τα μικρότερα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Εντυπωσιακό είναι το πόσο γρήγορα και εύκολα μεταβλήθηκε το μικροβίωμα των παιδιών: απλώς με το να βρίσκονται σε εξωτερικούς χώρους και να έρχονται σε επαφή με το έδαφος παίζοντας. Ένας πόρος υγείας που είναι εύκολα προσβάσιμος.
Το παιχνίδι στη φύση -ακόμη και το σκάψιμο στο χώμα- δεν είναι πλέον αυτονόητο σήμερα, όταν τα μικρά παιδιά περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους μπροστά σε τάμπλετ και παρόμοιες συσκευές. Αν, όμως, παίζουν έξω και μπορούν να κινηθούν ελεύθερα, δεν είναι μόνο πιο ισορροπημένα και χαρούμενα, αλλά ενισχύουν μακροπρόθεσμα το ανοσοποιητικό τους σύστημα και προλαμβάνουν τις αλλεργίες. Για να προκύψει αυτό το ευεργετικό αποτέλεσμα, εκτός από την επαφή, απαιτείται έδαφος υγιές και με υψηλή μικροβιακή ποικιλομορφία. Αυτό επιτυγχάνεται όταν η διαχείριση του εδάφους είναι βιώσιμη, δηλαδή χωρίς χημικά και συνθετικά λιπάσματα και φυτοφάρμακα. Ακριβώς αυτός είναι ο στόχος της βιοδυναμικής γεωργίας: η καλλιέργεια του εδάφους με τρόπο που ενισχύει τον σχηματισμό χούμου και διατηρεί υψηλή βιοποικιλότητα. Ένα τέτοιο έδαφος περιέχει βακτήρια που προάγουν την υγεία και μπορούν, μέσω της επαφής, να επηρεάσουν θετικά το ανθρώπινο μικροβίωμα και το ανοσοποιητικό σύστημα.

Βιβλιογραφία
[1] Roslund MI, Puhakka R, Grönroos M, Nurminen N, Oikarinen S, Gazali AM, Cinek O, Kramná L, Siter N, Vari HK, Soininen L, Parajuli A, Rajaniemi J, Kinnunen T, Laitinen OH, Hyöty H, Sinkkonen A, ADELE research group (2020): Biodiversity intervention enhances immune regulation and health-associated commensal microbiota among daycare children. Sci. Adv. 6, eaba2578.

Κατηγορία Υγεία