Όταν τα παιδιά σηκώνουν το βλέμμα από την οθόνη
Νέα στοιχεία από σχολεία στην Αγγλία δείχνουν ότι ο περιορισμός των smartphones κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας μπορεί να συνδέεται με καλύτερη συγκέντρωση, περισσότερη επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βελτίωση της σχολικής επίδοσης.
Για πολλά παιδιά, το smartphone έχει γίνει σχεδόν προέκταση της καθημερινότητάς τους. Συνομιλίες, βίντεο, παιχνίδια, κοινωνικά δίκτυα και σχολικές δραστηριότητες περνούν μέσα από την ίδια μικρή οθόνη. Τα τελευταία χρόνια, όμως, όλο και περισσότερα σχολεία αρχίζουν να αναρωτιούνται τι συμβαίνει όταν αυτή η οθόνη παραμένει διαθέσιμη συνεχώς, ακόμη και μέσα στην τάξη. Στην Αγγλία, σχολεία που συμμετείχαν σε πρόγραμμα περιορισμού της χρήσης smartphone ανέφεραν αισθητές αλλαγές στη συμπεριφορά και στην καθημερινότητα των μαθητών. Το σύστημα Blackout επιτρέπει στα σχολεία να απενεργοποιούν συγκεκριμένες λειτουργίες των κινητών κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας, όπως τα κοινωνικά δίκτυα, τα παιχνίδια και την κάμερα, αφήνοντας όμως διαθέσιμες βασικές λειτουργίες επικοινωνίας.
Περισσότερη συγκέντρωση, λιγότερες διακοπές
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν από σχολεία που χρησιμοποίησαν το σύστημα, πολλοί εκπαιδευτικοί παρατήρησαν πιο ήρεμες τάξεις, λιγότερη διάσπαση προσοχής και περισσότερη συμμετοχή των μαθητών. Από τα σχολεία που αξιολογήθηκαν, περίπου 60% ανέφεραν βελτίωση στις επιδόσεις των μαθητών στις εξετάσεις GCSE, ενώ καταγράφηκαν επίσης λιγότερα αιτήματα μαθητών να εγκαταλείψουν προσωρινά την τάξη και περισσότερη αλληλεπίδραση μεταξύ τους.
Τα δεδομένα προέρχονται από περισσότερους από 5.000 μαθητές και, παρότι δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη ότι ο περιορισμός των κινητών προκαλεί καλύτερες βαθμολογίες, δείχνουν μια ενδιαφέρουσα εικόνα: όταν το smartphone παύει να διεκδικεί συνεχώς την προσοχή, το σχολικό περιβάλλον αλλάζει. Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τη μάθηση. Εκπαιδευτικοί περιγράφουν παιδιά που μιλούν περισσότερο μεταξύ τους στα διαλείμματα, συμμετέχουν περισσότερο σε δραστηριότητες και περνούν λιγότερο χρόνο κοιτάζοντας μια οθόνη.
Το smartphone γίνεται μέρος της παιδικής ηλικίας όλο και νωρίτερα
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς τα παιδιά αποκτούν προσωπικό smartphone σε όλο και μικρότερη ηλικία. Στοιχεία της βρετανικής Ofcom δείχνουν ότι περισσότερο από το 50% των παιδιών έχει smartphone ήδη γύρω στην ηλικία των 10 ετών, ενώ μέχρι τα 11 η χρήση έχει γίνει σχεδόν καθολική. Αυτό σημαίνει ότι η μετάβαση από το δημοτικό στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση συνοδεύεται συχνά και από μια δεύτερη μετάβαση: το παιδί αποκτά πρόσβαση σε έναν ψηφιακό κόσμο που λειτουργεί συνεχώς, χωρίς πραγματικά διαλείμματα. Οι ειδοποιήσεις, τα μηνύματα, τα βίντεο μικρής διάρκειας και τα κοινωνικά δίκτυα είναι σχεδιασμένα για να τραβούν και να επαναφέρουν την προσοχή. Για έναν εγκέφαλο που ακόμη αναπτύσσεται, αυτή η συνεχής εναλλαγή μπορεί να κάνει δυσκολότερη τη διατήρηση της συγκέντρωσης σε μία μόνο δραστηριότητα.
Τι κερδίζουν τα παιδιά όταν το κινητό σωπαίνει;
Η συζήτηση γύρω από τα smartphones συχνά περιορίζεται στο ερώτημα εάν πρέπει να απαγορευτούν. Ίσως όμως το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι διαφορετικό: τι επιστρέφει στη ζωή των παιδιών όταν η οθόνη σταματά για λίγο να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής τους; Επιστρέφει η συνομιλία. Η παρατήρηση. Η βαρεμάρα που συχνά γίνεται αφετηρία δημιουργικότητας. Η ανάγκη να πλησιάσεις έναν συμμαθητή αντί να του στείλεις μήνυμα. Ακόμη και η εμπειρία του να κάθεσαι για λίγα λεπτά χωρίς συνεχή εξωτερικά ερεθίσματα. Το smartphone αποτελεί πλέον μέρος της ζωής των παιδιών και δύσκολα θα εξαφανιστεί. Τα νέα σχολικά πειράματα, όμως, δείχνουν ότι ίσως δεν χρειάζεται να είναι παρόν κάθε στιγμή.
Και για μια γενιά που μεγαλώνει μέσα στην αδιάκοπη ψηφιακή σύνδεση, αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο σημαντικό από όσο αρχικά φαίνεται.
Αναφορές
- Ofcom, Children and Parents: Media Use and Attitudes Report 2025–26, 2026. ofcom.org.uk
- Tobias Böttger, Klaus Zierer, To Ban or Not to Ban? A Rapid Review on the Impact of Smartphone Bans in Schools on Social Well-Being and Academic Performance, Education Sciences, 2024. DOI: 3390/educsci14080906.
- Daniel L. King et al., “Phones off while school's on”: Evaluating problematic phone use and the social, wellbeing, and academic effects of banning phones in schools, Journal of Behavioral Addictions, DOI: 10.1556/2006.2024.00058.
- Miranda Pallan et al., School phone policies and their association with mental wellbeing, phone use, and social media use (SMART Schools), The Lancet Regional Health – Europe, DOI: 10.1016/j.lanepe.2025.101211.
Συντακτική Ομάδα Holistic Life. © 2026 Holistic Life.
Social media και παιδιά | Tι συμβαίνει όταν αλλοιώνεται η ψυχική υγεία;
Η συζήτηση γύρω από τα social media και την ψυχική υγεία των παιδιών επικεντρώνεται συνήθως σε όσα μπορούμε να παρατηρήσουμε και να μετρήσουμε: άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές, εξάρτηση από την οθόνη, κοινωνική απομόνωση, προβλήματα αυτοεκτίμησης. Η ψυχαναλύτρια και συγγραφέας Robin Kirman, όμως, θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: τι συμβαίνει στην εσωτερική ζωή ενός παιδιού όταν ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξής του διαμορφώνεται μέσα από τα social media; Σε πρόσφατο άρθρο στον Guardian, η Kirman υποστηρίζει ότι ίσως δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει πλήρως μία από τις σημαντικότερες συνέπειες της ψηφιακής ζωής: την επίδρασή της στην ικανότητα του παιδιού να ανακαλύπτει τι πραγματικά θέλει και, μέσα από αυτό, ποιο είναι. (The Guardian)
Η αφετηρία της είναι μια ιστορία από δικαστική υπόθεση στις ΗΠΑ σχετικά με την εξάρτηση ανηλίκων από τα social media. Μια νεαρή γυναίκα, η Kaley, η οποία χρησιμοποιούσε κοινωνικά δίκτυα από την ηλικία των έξι ετών, ρωτήθηκε κάποτε από τη θεραπεύτριά της πώς θα έμοιαζε η ιδανική της ημέρα, εάν μπορούσε να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε επιθυμία της. Η απάντησή της ήταν ότι θα ήθελε να είναι πιο όμορφη. Για την Kirman αυτή η απάντηση είναι ενδεικτική ενός βαθύτερου προβλήματος. Ένα παιδί ή ένας έφηβος θα μπορούσε να επιθυμεί να ταξιδέψει, να δημιουργήσει κάτι, να αγαπήσει, να ανακαλύψει, να μάθει, να παίξει, να γνωρίσει ανθρώπους ή να βιώσει μια περιπέτεια. Στην περίπτωση της Kaley, όμως, ο ορίζοντας των πιθανών επιθυμιών είχε συρρικνωθεί γύρω από μία και μόνη ιδέα: την εικόνα του εαυτού της στα μάτια των άλλων.
Πώς μαθαίνουμε τι πραγματικά θέλουμε; Η Kirman στρέφεται στη θεωρία του Βρετανού παιδιάτρου και ψυχαναλυτή Donald Winnicott. Για τον Winnicott, η ανάπτυξη μιας αυθεντικής αίσθησης του εαυτού συνδέεται στενά με την ελευθερία του παιδιού να ακολουθεί αυθόρμητες παρορμήσεις και ενδιαφέροντα. Ένα παιδί που σκαρφαλώνει σε έναν φράχτη επειδή θέλει να δει τι υπάρχει από την άλλη πλευρά, που επινοεί ένα παιχνίδι χωρίς συγκεκριμένο σκοπό ή που τραβά βιβλία από ένα ράφι μέχρι να βρει κάτι που του κινεί την περιέργεια, δεν περνά απλώς την ώρα του. Μέσα από αυτές τις μικρές πράξεις αρχίζει να ανακαλύπτει τι το ενδιαφέρει. Και μαζί με αυτό, σύμφωνα με αυτή την ψυχαναλυτική οπτική, ανακαλύπτει σταδιακά ποιο είναι. Το πρόβλημα που εντοπίζει η Kirman είναι ότι τα social media εισάγουν έναν εξωτερικό παρατηρητή σχεδόν σε κάθε πλευρά αυτής της διαδικασίας. Η πράξη, το ενδιαφέρον, η εμφάνιση ή η γνώμη του παιδιού μπορούν πλέον να φωτογραφηθούν, να δημοσιευθούν, να σχολιαστούν και να μετρηθούν. Likes, followers, views και σχόλια δημιουργούν έτσι ένα περιβάλλον όπου το παιδί δεν αναρωτιέται μόνο «τι μου αρέσει;», αλλά όλο και συχνότερα «τι θα αρέσει στους άλλους;».
Από τον αυθεντικό στον «κατασκευασμένο» εαυτό: Εδώ η Kirman χρησιμοποιεί μία από τις γνωστότερες έννοιες του Winnicott: το false self, τον «ψευδή εαυτό». Δεν σημαίνει ότι κάποιος προσποιείται συνειδητά ότι είναι κάτι άλλο. Περιγράφει περισσότερο έναν εαυτό που μαθαίνει να προσαρμόζεται υπερβολικά στις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Σε ένα ψηφιακό περιβάλλον αυτό μπορεί να πάρει μια ιδιαίτερα έντονη μορφή. Το παιδί αρχίζει να παρατηρεί τον εαυτό του σχεδόν σαν να ήταν τρίτος άνθρωπος: Πώς φαίνομαι; Πόσο δημοφιλής είμαι; Αρέσει αυτό που κάνω; Πόσα likes πήρε; Πώς συγκρίνομαι με τους άλλους; Η Kirman θεωρεί ότι αυτή η συνεχής αξιολόγηση μπορεί να απομακρύνει τον νέο άνθρωπο από μια πιο αυθόρμητη εσωτερική σχέση με τις επιθυμίες του. Αντί να ζει μια εμπειρία, αρχίζει συγχρόνως να παρακολουθεί πώς φαίνεται ενώ τη ζει. Και αυτή η διαφορά είναι ουσιαστική.
Όταν η περιέργεια γίνεται ατελείωτο scrolling: Η συγγραφέας συνδέει ακόμη το ζήτημα με το έργο του νευροεπιστήμονα Jaak Panksepp, ο οποίος είχε περιγράψει ένα θεμελιώδες νευροβιολογικό σύστημα αναζήτησης, το λεγόμενο Seeking system. Πρόκειται, απλουστευμένα, για τον μηχανισμό που μας ωθεί προς το καινούργιο: να εξερευνήσουμε, να αναζητήσουμε, να περιμένουμε κάτι, να κινηθούμε προς έναν στόχο. Κατά την Kirman, η δύναμη των social media βρίσκεται ακριβώς στο ότι αξιοποιούν αυτή την τάση. Κάθε swipe μπορεί να αποκαλύψει κάτι νέο. Κάθε ειδοποίηση υπόσχεται μια μικρή έκπληξη. Κάθε νέο βίντεο δημιουργεί την προσδοκία του επόμενου. Έτσι, η ίδια η ανάγκη για αναζήτηση μπορεί να εγκλωβιστεί μέσα σε έναν κλειστό κύκλο. Το παιδί εξακολουθεί να «αναζητά», αλλά η αναζήτησή του δεν στρέφεται απαραίτητα προς τον πραγματικό κόσμο, προς ένα ενδιαφέρον, μια δεξιότητα, έναν άνθρωπο ή μια εμπειρία. Στρέφεται προς το επόμενο περιεχόμενο. Η Kirman το περιγράφει ως μια αλλοίωση της επιθυμίας: η φυσική περιέργεια χάνει την ποικιλία και τον αυθορμητισμό της και προσανατολίζεται συνεχώς προς το feed.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο χρόνος οθόνης: Συχνά αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα των social media ποσοτικά: πόσες ώρες περνά ένα παιδί στο κινητό; Πόσο TikTok βλέπει; Πόσο χρόνο βρίσκεται στο Instagram; Η Kirman προτείνει να θέσουμε και μια διαφορετική ερώτηση: Τι καταλαμβάνει ο ψηφιακός κόσμος μέσα στην εσωτερική ζωή του παιδιού; Ένα παιδί μπορεί να περάσει δύο ώρες στο διαδίκτυο και παρ' όλα αυτά να έχει φίλους, ενδιαφέροντα, παιχνίδι, δημιουργικότητα, περιέργεια και έναν ζωντανό κόσμο έξω από την οθόνη. Ένα άλλο μπορεί να έχει οργανώσει μεγάλο μέρος της αυτοεκτίμησης και της ταυτότητάς του γύρω από το πώς εμφανίζεται και πώς αξιολογείται διαδικτυακά. Η διαφορά δεν μετριέται εύκολα με ένα χρονόμετρο.
Χώρος για να μην συμβαίνει τίποτα: Η προσέγγιση της Kirman οδηγεί τελικά σε μια αρκετά απλή αλλά απαιτητική ιδέα: τα παιδιά χρειάζονται χώρο στον οποίο δεν παρακολουθούνται, δεν αξιολογούνται και δεν χρειάζεται να παρουσιάζουν τον εαυτό τους. Χρειάζονται χρόνο για τεμπελιά, παιχνίδι, εξερεύνηση και ενδιαφέροντα που δεν έχουν κοινό. Χρειάζονται δραστηριότητες που δεν φωτογραφίζονται και στιγμές που δεν μετατρέπονται σε περιεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε χρήση των social media οδηγεί αναγκαστικά σε ψυχική βλάβη, ούτε ότι η ψυχαναλυτική ερμηνεία της Kirman αποτελεί από μόνη της επιστημονική απόδειξη. Η ίδια παρουσιάζει μια κλινική και θεωρητική ανάγνωση ενός πολύπλοκου φαινομένου. Αλλά ίσως θέτει μια ερώτηση που αξίζει να κρατήσουμε. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει διαρκώς μπροστά σε ένα πραγματικό ή φανταστικό κοινό, πόσο εύκολο είναι να ανακαλύψει ποιο θα ήταν εάν κανείς δεν το παρακολουθούσε; Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της ψηφιακής εποχής δεν είναι μόνο να βοηθήσουμε τα παιδιά να χρησιμοποιούν λιγότερο τις οθόνες. Είναι να προστατεύσουμε εκείνον τον εσωτερικό χώρο όπου μπορούν, χωρίς likes, αλγόριθμους και συγκρίσεις, να ανακαλύψουν τι τα συγκινεί, τι επιθυμούν και τελικά ποια θέλουν να γίνουν.
Αναφορές
- Avci H, Baams L, Kretschmer T. A Systematic Review of Social Media Use and Adolescent Identity Development. Adolescent Research Review, 2025. DOI: 10.1007/s40894-024-00251-1.
- Pérez-Torres V. Social media: a digital social mirror for identity development during adolescence. Current Psychology, 2024. DOI: 10.1007/s12144-024-05980-z.
- American Psychological Association. Health Advisory on Social Media Use in Adolescence.
- Social Media Use and adolescents’ mental health and well-being: An umbrella review. Computers in Human Behavior Reports, 2024. DOI: 10.1016/j.chbr.2024.100404.
Προβληματισμοί για τα παιδιατρικά δεδομένα του εμβολίου Covid, όπως αναφέρονται από στέλεχος του FDA
Τα εμβόλια κατά της Covid πιθανόν προκάλεσαν περισσότερους θανάτους παιδιών απ’ όσους έσωσαν — και οι θάνατοι αυτοί θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, καθώς τα παιδιά δεν διέτρεχαν ουσιαστικό κίνδυνο από τον ιό. Αυτό παραδέχεται ένας από τους κορυφαίους υγειονομικούς αξιωματούχους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σε εσωτερικό υπόμνημα που διέρρευσε στον Τύπο, ο αξιωματούχος αναφέρει ότι τουλάχιστον 10 παιδιά πέθαναν ως άμεση συνέπεια του εμβολιασμού κατά της Covid, αφού εμφάνισαν μυοκαρδίτιδα, αναφυλαξία και άλλες οξείες καρδιακές επιπλοκές που σχετίζονται με τα εμβόλια mRNA.
«Πρόκειται για μια βαθιά αποκαλυπτική διαπίστωση. Για χρόνια, οι ομοσπονδιακές υγειονομικές αρχές —συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας— υποστηρίζαμε ότι ο παιδιατρικός εμβολιασμός κατά της Covid-19 δεν ενείχε επιβεβαιωμένους κινδύνους θνησιμότητας πέρα από θεωρητικές ανησυχίες. Διαβεβαιώσαμε το κοινό, τους γονείς και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ότι τα οφέλη υπερείχαν αναμφίβολα των πιθανών βλαβών σε υγιή παιδιά», αναφέρει ο Vinay Prasad, επικεφαλής Ιατρικός και Επιστημονικός Αξιωματούχος και Διευθυντής του Κέντρου Αξιολόγησης Βιολογικών Προϊόντων (CBER) του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), σε υπόμνημα προς το προσωπικό.
Οι θάνατοι αποδίδονται σε σοβαρές ελλείψεις στα συστήματα φαρμακοεπαγρύπνησης. Παράλληλα, δεν υπήρχαν επαρκή δεδομένα που να παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού κατά της Covid σε μικρά παιδιά, παρότι οι υγειονομικές αρχές γνώριζαν ότι ο κίνδυνος από τον ιό ήταν «εξαιρετικά χαμηλός» σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
«Βασιζόμενοι σε δεδομένα από μελέτες ενηλίκων ή από ομάδες χαμηλού κινδύνου, η απόλυτη μείωση κινδύνου (ARR) για θάνατο ή σοβαρή νόσηση σε υγιή παιδιά ήταν πιθανότατα 1 στις 100.000 ή και μικρότερη ανά δόση. Αν αυτό ισχύει, τότε η πολιτική μας ενδέχεται να οδήγησε σε 10 επιπλέον θανάτους χωρίς να έχουν αποδεδειγμένα σωθεί ζωές», σημειώνει.
Ο ίδιος ζητά ριζικές αλλαγές στα συστήματα φαρμακοεπαγρύπνησης, προκειμένου —όπως τονίζει— να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στα εμβόλια.
Πηγές: Health and Me , The Guardian , Reuters
Ομοιοπαθητική και Ωτίτιδα στα Παιδιά: Η Φυσική Αντιμετώπιση
Η ωτίτιδα, ιδιαίτερα η οξεία μέση ωτίτιδα, είναι μια από τις πιο συχνές φλεγμονές στην παιδική ηλικία. Μέχρι την ηλικία των 3 ετών, περίπου το 80% των παιδιών εμφανίζει τουλάχιστον ένα επεισόδιο. Πρόκειται για φλεγμονή στο μέσο αυτί, συχνά ως συνέπεια ιογενών λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού. Παρότι η συμβατική αντιμετώπιση προβλέπει αντιβιοτικά, μελέτες δείχνουν ότι η πλειονότητα των περιπτώσεων μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς αυτά.
Η ωτίτιδα κατηγοριοποιείται σε:
1. Οξεία μέση ωτίτιδα: Φλεγμονή του μέσου αυτιού, συνήθως μετά από κρυολόγημα ή ιογενή λοίμωξη.
Συμπτώματα: Πόνος στο αυτί, πυρετός, ευερεθιστότητα, κλάμα, μείωση της ακοής, ροή υγρού από το αυτί (αν τρυπήσει το τύμπανο).
2. Εκκριτική μέση ωτίτιδα: Παρουσία υγρού στο μέσο αυτί χωρίς σημεία οξείας φλεγμονής.
Συμπτώματα: Μείωση ακοής, αίσθημα «βουλωμένου» αυτιού.
3. Εξωτερική ωτίτιδα: Μόλυνση του έξω ακουστικού πόρου, συχνά μετά από κολύμβηση.
Συμπτώματα: Πόνος στο εξωτερικό αυτί, ευαισθησία στην αφή, ροή υγρού.
Πρόγραμμα Πρόληψης Ωτίτιδας Ανά Ηλικία
Βρέφη (0–2 ετών)
Καθημερινές συνήθειες: Θηλασμός για τουλάχιστον 6 μήνες ● Τάισμα με το μωρό σε ημικαθιστή θέση ● Καθαρισμός μύτης καθημερινά, ειδικά σε περίπτωση ρινίτιδας ● Αποφυγή έκθεσης σε καπνό.
Υγεία & πρόληψη: Καλή υγιεινή χεριών στο σπίτι ● Περιορισμός επαφών με άρρωστα παιδιά σε περιόδους έξαρσης ιώσεων.
Παιδιά προσχολικής ηλικίας (2–5 ετών)
Καθημερινές συνήθειες: Συχνός καθαρισμός ρινικής κοιλότητας ● Εκμάθηση φυσήματος της μύτης ● Αποφυγή βάζουν αντικείμενα ή τα δάχτυλα στα αυτιά
Περιβάλλον: Έλεγχος συνθηκών σε παιδικούς σταθμούς (π.χ. μεγάλα τμήματα, κακός αερισμός) ● Έλεγχος για «κρεατάκια» αν παρουσιάζεται ροχαλητό, ρινική φωνή ή επαναλαμβανόμενες ωτίτιδες.
Παιδιά σχολικής ηλικίας (6+ ετών)
Συνήθειες: Στέγνωμα αυτιών μετά το κολύμπι (όχι χρήση μπατονέτας) ● Καθαριότητα και σωστή χρήση ακουστικών
Έλεγχος ακοής: Αν υπάρχει ιστορικό πολλών ωτίτιδων ή καθυστέρηση ομιλίας, συχνός έλεγχος από ΩΡΛ. Η διάγνωση γίνεται από παιδίατρο και σε υποτροπιάζουσες περιπτώσεις συνίσταται και αξιολόγηση από παιδοΩΡΛ με ακοογράφημα.
Αντιβιοτικά και επαναξιολόγηση χρήσης
Τα αντιβιοτικά, αν και αποτέλεσαν λύση για την αντιμετώπιση της ωτίτιδας επί δεκαετίες, πλέον επανεξετάζονται λόγω της αυξανόμενης μικροβιακής αντοχής (AMR). Αιτία αποτελούν οι ακατάλληλες συνταγογραφήσεις και η υπερβολική χρήση τους (Marston et al 2016).
Επιπλέον, η χρήση αντιβιοτικών στα μικρά παιδιά έχει συσχετιστεί με αλλεργίες (Metsälä J et al 2013), άσθμα (Arrieta MC et al 2015), διαβήτη τύπου 1 (Kilkkinen A et al 2006), παχυσαρκία (Azad et al 2014), φλεγμονώδεις νόσους εντέρου (Hviid A et al 2011). διαταραχή της εντερικής χλωρίδας, με επιπτώσεις στη σύνθεση βιταμινών και το ανοσοποιητικό (Fouhy F et al 2012, Dethlefsen L et al 2011).
Σύμφωνα με τους M. Sijbom et al (2023), ένας παράγοντας υπερσυνταγογράφησης είναι η λανθασμένη εντύπωση των ιατρών ότι οι ασθενείς επιθυμούν αντιβιοτικά. Οι πολίτες οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι η πίεση για λήψη αντιβίωσης δεν βοηθά ούτε την προσωπική υγεία ούτε το έργο των ιατρών ούτε το μέλλον της δημόσιας υγείας.
Πώς βοηθά η ομοιοπαθητική;
Η ομοιοπαθητική προσφέρει μια εξατομικευμένη, φυσική και ασφαλή υποστήριξη, ενεργοποιώντας τους μηχανισμούς αυτορρύθμισης του οργανισμού. Στόχος δεν είναι να καταστείλει τα συμπτώματα αλλά να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία και να μειώσει την επαναληψιμότητα.
Επιστημονικές Μελέτες για την Ομοιοπαθητική στην Ωτίτιδα
Παρακάτω παρατίθενται ερευνητικά δεδομένα που τεκμηριώνουν τη συμβολή της ομοιοπαθητικής στην ωτίτιδα:
- Sharma P et al (2020) – Σε μελέτη 20 παιδιών με μέση ωτίτιδα, καμία περίπτωση δεν χρειάστηκε αντιβίωση και η ανάρρωση έγινε αποκλειστικά με ομοιοπαθητικά μέσα.
- Jessica R. Levi et al (2013) – Δημοσίευση στο International Journal of Pediatric Otorhinolaryngology. Αναφέρει ότι η ομοιοπαθητική επιφέρει ταχύτερη λύση και ανακούφιση του πόνου.
- Jacobs J. et al (2021) – Πιλοτική μελέτη 75 παιδιών με οξεία μέση ωτίτιδα. Παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση εντός 24 ωρών.
- Haidvogl M. et al (2007) – Πολυκεντρική μελέτη 1.577 ασθενών σε 8 χώρες. Η βελτίωση ήταν ταχύτερη στην ομάδα της ομοιοπαθητικής, ενώ υπήρξαν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.
- Sinha M.N. et al (2012) – Τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη στην Ινδία: 97,5% των παιδιών στη συμβατική ομάδα χρειάστηκαν αντιβιοτικά, σε αντίθεση με την ομοιοπαθητική ομάδα.
- Frei H. et al (2001) – Μελέτη 230 παιδιών στην Ελβετία: Το 72% απέφυγε πλήρως την ανάγκη για αντιβιοτικά.
- Harrison H. (1999) – Μελέτη που έδειξε φυσιολογικά τυμπανογράμματα και βελτιωμένη ακοή στα παιδιά που έλαβαν ομοιοπαθητικά.
Πρόληψη υποτροπών με ομοιοπαθητική
Η συχνή εμφάνιση ωτίτιδας συνδέεται συχνά με ανοσολογική αδυναμία ή τάση για φλεγμονές. Με την κατάλληλη υποστηρικτική προσέγγιση, η ομοιοπαθητική μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της συχνότητας των επεισοδίων, τη βελτίωση της άμυνας του οργανισμού και την αποφυγή περιττής φαρμακευτικής επιβάρυνσης. Ειδικά σε παιδιά με ιστορικό συχνών λοιμώξεων, η εξατομικευμένη παρακολούθηση με ομοιοπαθητική συνεδρία μπορεί να κάνει σημαντική διαφορά.
Πόσο ασφαλής είναι η Ομοιοπαθητική;
Η ομοιοπαθητική έχει αξιολογηθεί σε πολλές μελέτες και έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής μέθοδος υποστήριξης:
- Μελέτες από τους Kirby BJ (2002), Thompson E et al. (2004), Endrizzi C et al. (2005), Marian F et al. (2008), ECCH (2009), Habs M και Koller M (2021) συμφωνούν ότι είναι ασφαλής.
- Αν και η ανασκόπηση των Posadzki P et al (2012) ανέφερε αρνητικά αποτελέσματα, επόμενες δημοσιεύσεις την απέδωσαν σε μεθοδολογικά σφάλματα (Tournier A et al. 2013, Walach H et al. 2013, Grimes DR 2013).
- Πέντε συστηματικές ανασκοπήσεις (Bornhöfft & Mathiessen, 2011, Jong MC et al, 2012, Stub T et al. 2016, 2022, Dantas F & Rampes H 2000) καταλήγουν ότι η ομοιοπαθητική είναι γενικά ασφαλής.
- Η πιο πρόσφατη μετα-ανάλυση (Stub T et al., 2022) καταλήγει: «Το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σημαντικά υψηλότερο σε όσους λάμβαναν συμβατικά φάρμακα απ’ όσους λάμβαναν μόνο ομοιοπαθητικά».
- Η Ελβετική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας (ΟΔΔ), μέσω της Έκθεσης Τεχνολογίας Υγείας για την Ομοιοπαθητική, σημειώνει ότι η σωστά εφαρμοσμένη ομοιοπαθητική από εκπαιδευμένους επαγγελματίες θεωρείται αποτελεσματική και απαλλαγμένη από τοξικές επιδράσεις (Bornhöft G et al. 2006).
Βιβλιογραφία
- Forsch Komplement,Klass.Natur;12:24-31.
- Sci Transl Med 7:307ra152
- Int J Obes (Lond) 38:1290–1298
- Forsch Komplementarmed; 13 Suppl 2:19-29.
- Homeopathy, 2004; 93:203-9
- Proc Natl Acad Sci 108:4554–4561
- ECCH 2009 The Safety of Homeopathy. Report prepared by the European Council for Classical Homeopathy (ECCH). Jan 2009
- Homeopathy, 2005; 94:233-40
- Antimicrob Agent Chemother 56:5811– 5820
- Int. J. Clin. Pharm. and Ther., 1997, 35:296-301
- Int J Clin Pract, 2013; 67: 387
- Complementary Medicine Research, 2021; 28:64-84
- BMC Complementary and Alternative Medicine;7:7
- Complement Ther Med 7 (3) (1999) 132–135
- British Homeopathic Journal 2001; 90: 180-182
- Gut 60:49–54
- The Pediatric Infectious Disease Journal 20(2):p 177-183, February 2001.
- Intern Journ of Pediatric Otorhinolaryngology , Vol 77, Issue 6, June 2013, P926-931
- Diabetologia 49:66–70
- J R Soc Med, 2002; 95:221-2
- BMJ Open 13 (5) (2023) e065006.
- BMC Complement Altern Med, 2008; 18:52
- JAMA 316:1193–1204
- European Journal of Pediatrics , 183:5455–5465
- Int J Clin Pract, 2012; 66 :1178–1188
- Int J Clin Pract, 2013; 67: 389
- Bull World Health Organ 95:49–61
- Homoeopathic Links 2020; 33(04): 309-317
- Homeopath , Volume 101, Issue 1, January 2012, P 5-12
- Complement Ther Med, 2016; 26: 146-63
- Explore (NY), 2022; 18:114-128
- Homeopathy; 100(3):109-15
- Homeopathy, 2004; 93:203-9
- Int J Clin Pract, 2013; 67: 388-9
- Int J Clin Pract, 2013; 67: 385-6
