Προβιοτικά, πρεβιοτικά, μεταβιοτικά: Η μικροβιακή ισορροπία ως κλειδί για την πρόληψη χρόνιων διαταραχών

Κατηγορία Υγεία
Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2026 08:38 Διαβάστηκε 129 φορές
Γράφει η Δήμητρα Τσακίρη (Βιολόγος, PhD στις Μοριακές Αλληλεπιδράσεις Μικροβίων-Ξενιστή), μέλος της Επιστημονικής Ομάδας της Διαγνωστικής Αθηνών

Πολλοί άνθρωποι ζουν με καθημερινές πεπτικές ενοχλήσεις που δύσκολα εξηγούνται με τις κλασικές εξετάσεις: φούσκωμα, δυσανεξίες, χρόνια κόπωση, ευερέθιστο έντερο, εναλλαγές της διάθεσης, ακμή ή ακόμη και «ανεξήγητο» άγχος. Συχνά, τα συμπτώματα αυτά θεωρούνται αποσπασματικά ή «ψυχοσωματικά», όμως η σύγχρονη επιστήμη δείχνει ότι έχουν κοινό παρονομαστή: τη διαταραγμένη ισορροπία του εντερικού μικροβιώματος.
Η ισορροπία των μικροοργανισμών που ζουν στο έντερό μας δεν είναι στατική ούτε αυτονόητη. Επηρεάζεται διαρκώς από τη διατροφή, το στρες, τα φάρμακα, το περιβάλλον και τον τρόπο ζωής. Όταν διαταράσσεται, μπορεί να επηρεάσει συστήματα φαινομενικά άσχετα με το πεπτικό: το ανοσοποιητικό, τον εγκέφαλο, τις ορμόνες, το δέρμα.
Αντί να αναζητούμε συνεχώς «το κατάλληλο σκεύασμα», είναι καιρός να κατανοήσουμε τι σημαίνει μικροβιακή ισορροπία, πώς μπορούμε να τη μετρήσουμε και γιατί αξίζει να αντιμετωπίζεται όχι εμπειρικά, αλλά στοχευμένα.
Για το σκοπό αυτό χρειάζεται να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο τη βιολογική βάση αυτής της ισορροπίας, όσο και τους βασικούς όρους που ακούμε όλο και συχνότερα: προβιοτικά, πρεβιοτικά και μεταβιοτικά.

Προβιοτικά: Τι είναι και γιατί το στέλεχος έχει σημασία
Τα προβιοτικά είναι συγκεκριμένα στελέχη ωφέλιμων μικροοργανισμών που, όταν λαμβάνονται σε σωστές ποσότητες, ενισχύουν τη σύνθεση και τη λειτουργία του εντερικού μικροβιώματος.
Δεν δρουν όλα με τον ίδιο τρόπο. Κάθε στέλεχος έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και επιδράσεις, ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού. Η προσθήκη προβιοτικών στο μικροβίωμα δεν είναι απλώς θέμα «καλών βακτηρίων», αλλά στοχευμένη ενίσχυση ενός σύνθετου οικοσυστήματος, με βάση επιστημονικά τεκμηριωμένες ιδιότητες.
Η δράση των προβιοτικών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το στέλεχος, όχι μόνο από το είδος. Για παράδειγμα, δύο προβιοτικά στελέχη που ανήκουν στο γένος Lactobacillus μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικές επιδράσεις στον οργανισμό. Το στέλεχος είναι ο γενετικός "υπότυπος" που καθορίζει τη λειτουργία τους.
Ορισμένα γνωστά στελέχη που μελετώνται εκτενώς στην επιστημονική βιβλιογραφία και παρουσιάζουν στοχευμένη δράση είναι:

  • Lactobacillus plantarum 299v: Έχει σχετιστεί με μείωση της φλεγμονής και βελτίωση των συμπτωμάτων του ευερέθιστου εντέρου. Υποστηρίζει την ακεραιότητα του εντερικού φραγμού και περιορίζει τη διαρροή ανεπιθύμητων ουσιών στην κυκλοφορία.
  • Bifidobacterium breve B632: Δείχνει ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε περιβάλλον φλεγμονής, κυρίως σε παιδιά ή άτομα με δυσανεξίες. Ρυθμίζει την ανοσολογική απόκριση και υποστηρίζει την ωρίμανση του εντερικού ανοσοποιητικού.
  • Saccharomyces boulardii CNCM I-745: Ένα μοναδικό στέλεχος μαγιάς με ισχυρή δράση ενάντια σε παθογόνους μικροοργανισμούς. Χρησιμοποιείται ευρέως μετά από λήψη αντιβιοτικών, για την αποκατάσταση της ισορροπίας του εντερικού μικροβιώματος.

Επομένως, η επιλογή προβιοτικού δεν πρέπει να γίνεται βάσει των γενικών χαρακτηριστικών ή μιας εντυπωσιακής ετικέτας του σκευάσματος. Η επιστημονική τεκμηρίωση του συγκεκριμένου στελέχους, η διάρκεια της λήψης, η κατάσταση του εντερικού οικοσυστήματος, αλλά και οι ανάγκες του κάθε οργανισμού είναι καθοριστικοί παράγοντες για την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας παρέμβασης.
Σε κάθε περίπτωση, για τη γενικότερη ενίσχυση και συντήρηση ενός υγιούς μικροβιώματος, τα προβιοτικά από φυσικές τροφές όπως το γιαούρτι με ζωντανές καλλιέργειες, το κεφίρ και τα προϊόντα ζύμωσης μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, ειδικά όταν συνοδεύονται από την κατάλληλη διατροφή.

Πρεβιοτικά: Τι τα «θρέφει» τα προβιοτικά και γιατί δεν φτάνει μόνο το συμπλήρωμα
Αν τα προβιοτικά εμπλουτίζουν το μικροβίωμα, τα πρεβιοτικά είναι εκείνα που το διατηρούν ζωντανό και λειτουργικό. Πρόκειται για θρεπτικά συστατικά που δεν πέπτονται από τον ανθρώπινο οργανισμό αλλά χρησιμεύουν ως τροφή για τα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου. Χωρίς αυτά, ακόμη και τα πιο ισχυρά προβιοτικά δεν μπορούν να επιβιώσουν ή να δράσουν αποτελεσματικά.
Τα πρεβιοτικά βρίσκονται κυρίως σε φυτικές τροφές πλούσιες σε διαλυτές ίνες, ανθεκτικό άμυλο (δηλαδή συγκεκριμένους τύπους αμύλου που δεν πέπτονται στο λεπτό έντερο, αλλά φτάνουν στο παχύ έντερο ανέπαφα), αλλά και συγκεκριμένους ολιγοσακχαρίτες. Όταν αυτά τα συστατικά φτάνουν στο παχύ έντερο, υφίστανται ζύμωση από συγκεκριμένα βακτήρια, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν ουσίες όπως το βουτυρικό οξύ, με ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση.
Παρά το γεγονός ότι κυκλοφορούν και ως συμπληρώματα, τα πρεβιοτικά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη διατροφή. Η καθημερινή κατανάλωση φυτικών τροφών όπως η βρώμη, τα πράσα, οι αγκινάρες, τα όσπρια και οι άγουρες μπανάνες παρέχει το απαραίτητο υπόστρωμα για την υποστήριξη της μικροβιακής ποικιλότητας.
Η ελλιπής πρόσληψη πρεβιοτικών οδηγεί σε φτωχή μικροβιακή σύνθεση, περιορισμένη παραγωγή μεταβολιτών και, τελικά, σε αποδυνάμωση της λειτουργικότητας του μικροβιώματος. Γι’ αυτό και η ενίσχυση της εντερικής υγείας δεν ξεκινά από το φαρμακείο, αλλά από το πιάτο μας.

Μεταβιοτικά: Τα σήματα ζωής του μικροβιώματος
Τα μεταβιοτικά είναι το επόμενο βήμα στην κατανόηση του μικροβιώματος. Δεν πρόκειται για βακτήρια, αλλά για τις βιοενεργές ουσίες που παράγουν τα βακτήρια όταν «κάνουν καλά τη δουλειά τους». Με άλλα λόγια, είναι το αποτύπωμα της μικροβιακής δραστηριότητας στον οργανισμό.
Περιλαμβάνουν ουσίες όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου (αλλιώς γνωστά ως SCFAs, περιλαμβάνουν βουτυρικό, προπιονικό οξύ κ.ά.), ένζυμα, βιταμίνες του συμπλέγματος Β, πολυσακχαρίτες και μόρια με αντιοξειδωτική ή ανοσορρυθμιστική δράση. Οι μεταβιοτικές ενώσεις δεν συνοδεύουν απλώς την ύπαρξη μικροβίων, αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο τα μικρόβια επηρεάζουν τις λειτουργίες του οργανισμού.
Ανάμεσά τους, το βουτυρικό οξύ θεωρείται κομβικός παράγοντας για την καλή λειτουργία του εντέρου. Θρέφει τα κύτταρα του εντερικού βλεννογόνου, περιορίζει τη διαπερατότητα του εντέρου και συμβάλλει στη ρύθμιση της φλεγμονής. Χαμηλά επίπεδα βουτυρικού έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο για σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου, τροφικές ευαισθησίες, ακόμα και διαταραχές της διάθεσης.
Τα μεταβιοτικά μπορούν να αξιολογηθούν μέσω ειδικών εξετάσεων κοπράνων και να καθοδηγήσουν στοχευμένες διατροφικές ή θεραπευτικές παρεμβάσεις. Επιπλέον, ορισμένα μεταβιοτικά παράγονται πλέον και τεχνητά, προσφέροντας νέες δυνατότητες για άτομα με βαριά δυσβίωση που δεν μπορούν να ανεχθούν προβιοτικά σκευάσματα.
Ουσιαστικά, τα μεταβιοτικά είναι δείκτης ισορροπίας του μικροβιώματος. Όταν υπάρχουν και στις σωστές ποσότητες, ο οργανισμός τα λαμβάνει ως σήμα ισορροπίας και ασφάλειας. Όταν λείπουν, η ρύθμιση πολλών βασικών λειτουργιών διαταράσσεται.

Τι διαταράσσει τη μικροβιακή ισορροπία και πώς σχετίζεται με χρόνιες διαταραχές
Η σύνθεση του μικροβιώματος δεν είναι σταθερή. Επηρεάζεται καθημερινά από επιλογές στον τρόπο ζωής, τη διατροφή, την υγιεινή, ακόμη και το επίπεδο άγχους. Αν και το μικροβίωμα έχει μια φυσική ικανότητα προσαρμογής, η συνεχής έκθεση σε επιβαρυντικούς παράγοντες μπορεί να το αποδυναμώσει και να οδηγήσει σε αυτό που ονομάζεται δυσβίωση.
Ορισμένοι από τους πιο συχνούς παράγοντες που διαταράσσουν το μικροβίωμα είναι:

  • Η συχνή χρήση αντιβιοτικών: Ακόμα και μία σύντομη αντιβιοτική αγωγή μπορεί να μειώσει σημαντικά τον αριθμό και την ποικιλομορφία των ωφέλιμων βακτηρίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μικροχλωρίδα δεν επανέρχεται πλήρως, ιδιαίτερα αν δεν υποστηριχθεί με κατάλληλη διατροφή και προβιοτικά.
  • Το χρόνιο στρες: Το παρατεταμένο στρες επηρεάζει όχι μόνο το νευρικό σύστημα, αλλά και το μικροβίωμα. Η αυξημένη κορτιζόλη και η αλλαγή στην κινητικότητα του εντέρου δημιουργούν δυσμενές περιβάλλον για τα ωφέλιμα βακτήρια και ευνοούν την ανάπτυξη παθογόνων.
  • Η φτωχή, επαναλαμβανόμενη διατροφή: Διατροφή χαμηλή σε φυτικές ίνες, πλούσια σε σάκχαρα και επεξεργασμένα λίπη δεν παρέχει στα μικρόβια το απαραίτητο «υπόστρωμα» για να επιβιώσουν και να λειτουργήσουν. Όσο μικρότερη η ποικιλία στη διατροφή, τόσο φτωχότερη και η μικροβιακή σύνθεση.

Όταν αυτά τα ερεθίσματα δρουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η δυσβίωση δεν εκδηλώνεται απλώς με φούσκωμα ή αέρια. Συνδέεται όλο και πιο συχνά με χρόνιες καταστάσεις, όπως:

  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS)
  • Τροφικές ευαισθησίες
  • Χρόνια κόπωση
  • Ορμονική ανισορροπία και αστάθεια
  • Φλεγμονώδεις δερματικές καταστάσεις
  • Αυξημένη ευαλωτότητα στο άγχος ή τις μεταπτώσεις διάθεσης

Επομένως, η μικροβιακή ισορροπία, δεν είναι κάτι που αφορά μόνο την πέψη, αλλά αποτελεί έναν θεμελιώδη ρυθμιστή της συνολικής υγείας και της λειτουργίας του οργανισμού σε πολλαπλά επίπεδα.

Πώς αξιολογείται η μικροβιακή ισορροπία: Η σημασία της λειτουργικής διάγνωσης
Η κατανόηση του μικροβιώματος δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε συμπτώματα. Παρότι η κλινική εικόνα δίνει ενδείξεις, η ακριβής αποτύπωση της μικροβιακής κατάστασης και ισορροπίας απαιτεί πιο εξειδικευμένη προσέγγιση. Η λειτουργική διάγνωση έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, προσφέροντας δεδομένα που συνδέονται με τη λειτουργία και όχι μόνο με τη σύνθεση του εντερικού οικοσυστήματος.
Μια πλήρης λειτουργική ανάλυση παρέχει λεπτομερή εικόνα για πολλαπλές παραμέτρους που αποτυπώνουν την κατάσταση του εντερικού οικοσυστήματος. Ορισμένες από τις πιο χρήσιμες είναι:

  • Καταγραφή της σύστασης και κατανομής του μικροβιώματος και μοριακός έλεγχος για την ποσοτική ανάλυση των ωφέλιμων και των δυνητικά παθογόνων ειδών
  • Εκτίμηση δεικτών φλεγμονής, όπως η καλπροτεκτίνη
  • Αξιολόγηση της πέψης και απορρόφησης, με δείκτες όπως η παγκρεατική ελαστάση, η ισταμίνη και η εκκριτική IgA
  • Έλεγχος μεταβιοτικών προϊόντων, όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου (SCFAs)
  • Παράγοντες εντερικής διαπερατότητας και δυσβίωσης, μέσω δεικτών όπως η εντερική αλκαλική φωσφατάση και η A1-αντιθρυψίνη
  • Ανίχνευση παθογόνων ή ευκαιριακών μικροοργανισμών, όπως ορισμένοι μύκητες, ή το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού

Με βάση αυτά τα ευρήματα, ο ειδικός μπορεί να αξιολογήσει αν υπάρχει δυσβίωση, αν υπάρχουν ενδείξεις φλεγμονής ή ελλείψεων, και κυρίως, να καθοδηγήσει στοχευμένα και εξατομικευμένα τη διατροφική ή συμπληρωματική παρέμβαση.
Η επιλογή προβιοτικού, για παράδειγμα, δεν είναι θέμα “καλής μάρκας”. Όταν γίνεται χωρίς γνώση της υπάρχουσας μικροβιακής εικόνας, μπορεί να είναι αναποτελεσματική ή και αντιπαραγωγική, ιδίως σε περιπτώσεις φλεγμονής ή υπερανάπτυξης συγκεκριμένων ειδών. Η λειτουργική διάγνωση επιτρέπει στοχευμένη παρέμβαση, με βάση τις πραγματικές ανάγκες του κάθε οργανισμού.

Πριν επιλέξετε ένα προβιοτικό σκεύασμα, καλό είναι να αναζητήσετε συγκεκριμένες πληροφορίες στην ετικέτα:

  1. Αναφορά στελέχους, όχι μόνο είδους, καθώς κάθε στέλεχος έχει διαφορετική δράση και επιστημονική τεκμηρίωση.
  2. Δόση σε αριθμό ζώντων οργανισμών. Η ισχύς ενός προβιοτικού αποτυπώνεται σε CFUs (colony forming units). Αξιόπιστα σκευάσματα προσδιορίζουν τόσο αυτόν τον αριθμό όσο και την ημερομηνία ισχύος τους.
  3. Αντοχή σε γαστρικά υγρά και χολικά άλατα. Τα καλά προβιοτικά έχουν τεχνολογία όπως ειδική κάψουλα που τα προστατεύει, ώστε να φτάνουν ζωντανά στο έντερο.
  4. Αναφορά κλινικών χρήσεων. Ορισμένα σκευάσματα συνοδεύονται από ενδείξεις βασισμένες σε μελέτες, όπως «για αποκατάσταση μετά από αντιβιοτικά» ή «για υποστήριξη σε IBS». Αυτές οι ενδείξεις πρέπει να τεκμηριώνονται επιστημονικά.
  5. Διαφάνεια στα έκδοχα. Προτιμήστε σκευάσματα χωρίς περιττά πρόσθετα, σάκχαρα ή αλλεργιογόνες ουσίες, ειδικά σε περιπτώσεις ευαισθησίας.

Από τα χρόνια συμπτώματα στην ουσιαστική κατανόηση
To εντερικό μικροβίωμα δεν είναι απλώς «άλλο ένα σύστημα». Αποτελεί σημείο συνάντησης μεταξύ της πέψης και πολλαπλών συστημάτων και οργάνων του σώματος. Όταν το μικροβίωμα είναι ισορροπημένο, πολλές βασικές λειτουργίες του οργανισμού αυτορυθμίζονται χωρίς ιδιαίτερη παρέμβαση. Όταν όμως αυτή η ισορροπία διαταράσσεται, εκδηλώνονται συμπτώματα που συχνά παραμένουν αδιάγνωστα ή αντιμετωπίζονται αποσπασματικά.
Η κόπωση που δεν περνά, η αστάθεια στη διάθεση, οι ευαισθησίες στις τροφές, το φούσκωμα ή οι δερματικές εξάρσεις μπορεί να έχουν κοινή ρίζα. Όχι απαραίτητα παθολογική, αλλά λειτουργική. Εκεί είναι που η σύγχρονη προσέγγιση μέσω της λειτουργικής διάγνωσης κάνει τη διαφορά.

Αναρωτιέστε τι ακριβώς χρειάζεστε για να αποκαταστήσετε την ισορροπία του εντέρου σας; Η Διαγνωστική Αθηνών προσφέρει εξειδικευμένες εξετάσεις λειτουργικής ιατρικής που σας βοηθούν να κατανοήσετε την προσωπική σας εντερική ισορροπία και να εντοπίσετε φλεγμονώδεις ή μικροβιακές διαταραχές που επηρεάζουν τη συνολική σας ευεξία. Μάθετε περισσότερα στο https://athenslab.gr/exetaseis-prolipsis

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Sanz Y, Cryan JF, Deschasaux-Tanguy M, Elinav E, Lambrecht R, Veiga P. The gut microbiome connects nutrition and human health. Nat Rev Gastroenterol Hepatol. 2025;22(8):534-555. doi:10.1038/s41575-025-01077-5
Salminen, S., Collado, M.C., Endo, A. et al. The International Scientific Association of Probiotics and Prebiotics (ISAPP) consensus statement on the definition and scope of postbiotics. Nat Rev Gastroenterol Hepatol 18, 649–667 (2021). https://doi.org/10.1038/s41575-021-00440-6
Sanders, M.E., Merenstein, D.J., Reid, G. et al. Probiotics and prebiotics in intestinal health and disease: from biology to the clinic. Nat Rev Gastroenterol Hepatol 16, 605–616 (2019). https://doi.org/10.1038/s41575-019-0173-3
do Carmo Greier M, Hofauer BG. Prä‑, Pro- und Postbiotika – eine Einführung [Prebiotics, probiotics and postbiotics-An introduction]. HNO. 2025;73(9):622-627. doi:10.1007/s00106-025-01657-6
Smolinska S, Popescu FD, Zemelka-Wiacek M. A Review of the Influence of Prebiotics, Probiotics, Synbiotics, and Postbiotics on the Human Gut Microbiome and Intestinal Integrity. J Clin Med. 2025;14(11):3673. Published 2025 May 23. doi:10.3390/jcm14113673