Τα περισσότερα από τα φαρμακευτικά σκευάσματα για τη θεραπεία του κρυολογήματος και της γρίπης - από τα αντιβιοτικά έως τις παστίλιες ψευδαργύρου – εμφανίζουν μεγάλη αστοχία και δεν είναι αποτελεσματικά όσο οι δοκιμασμένες και παραδοσιακές θεραπείες.

Ουσιαστικά όλοι έχουν μια θεωρία για τα κρυολογήματα και τη γρίπη και, δεδομένης της πληθώρας των πληροφοριών, μπορεί να είναι δύσκολο να χωριστούν τα αληθινά γεγονότα από την απλή μυθοπλασία. Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν τι μας κάνει ευάλωτους σε αυτές τις λοιμώξεις και πώς μπορούμε να παραμείνουμε υγιείς το χειμώνα.

Ευαισθησία και στρες

Το να κολλήσει κανείς γρίπη δεν είναι τυχαίο γεγονός. Τα μικρόβια γίνονται όλο και πιο ισχυρά και το περιβάλλον μας που μπορεί να μην έχει καλό αερισμό ή μερικές φορές να υπάρχει συνωστισμός ατόμων σε μικρό χώρο, μπορεί να ενθαρρύνει την εξάπλωση λοιμογόνων ιών. Όμως αν η έκθεση στα παθογόνα ήταν ο μόνος παράγοντας, όλοι μας θα αρρωσταίναμε κάθε φορά που εκτιθέμεθα σε αυτά. Στην πραγματικότητα, πολλοί άνθρωποι σε ένα δωμάτιο μπορεί να εκτεθούν σε ένα κρυολόγημα ή γρίπη, αλλά μόνο μερικοί θα μολυνθούν. Αυτό συμβαίνει γιατί το κλειδί είναι η ευαισθησία στα παθογόνα, όχι η έκθεση σε αυτά, και είναι πιθανό να επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.

Τα άτομα που πάσχουν από καρδιακές παθήσεις, άσθμα, χρόνια νεφρική νόσο ή διαβήτη ή που λαμβάνουν φάρμακα (για παράδειγμα, στεροειδή) είναι πιο ευαίσθητα σε κρυολογήματα και γρίπη. Οι καπνιστές είναι επίσης περισσότερο ευαίσθητοι στη μόλυνση του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (URTI, Am J Public Health, 1993; 83: 1277-83).

Αλλά η πρόβλεψη της ευαισθησίας σε έναν κατά τα άλλα υγιή πληθυσμό είναι λιγότερο απλή. Η διατροφική κατάσταση και η άσκηση διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, αλλά πρόσφατα, μία μεγάλη μελέτη εστιάστηκε στο ρόλο του στρες.

Σε μία μελέτη, αφού προσδιορίστηκαν με τη χρήση ερωτηματολόγιου τα επίπεδα του στρες, 394 άτομα εκτέθηκαν σε κοινούς ρινοϊούς (ο ιός που προκαλεί το κοινό κρυολόγημα). Μόνο το 27% της ομάδας χαμηλού στρες εμφάνισε κλινικά συμπτώματα σε σύγκριση με το 47% αυτών που βρίσκονταν στο υψηλότερο σημείο της κλίμακας (N Engl J Med, 1991, 325: 606-12).

Σε άλλη μελέτη, δόθηκαν ρινικές σταγόνες που περιείχαν ρινοϊούς σε 276 άτομα, τα οποία είχαν αξιολογηθεί προσεκτικά για το επίπεδο συμμετοχής τους σε έναν ή περισσότερους κοινωνικούς δεσμούς - για παράδειγμα, με σύζυγο ή σύντροφο, αδελφό, γονέα, στενό φίλο ή συνεργάτη. Η ευαισθησία στα κρυολογήματα ήταν μικρότερη καθώς αυξανόταν η κοινωνική στήριξη. Από τους συμμετέχοντες με τρεις ή λιγότερες σχέσεις, κρυολόγησε το 62% σε σύγκριση με μόνο το 35% σε αυτούς με έξι ή περισσότερους τύπους κοινωνικής στήριξης (J Am Med Assoc, 1997; 277: 1940-4).

Μία επανάληψη αυτής της μελέτης (Health Psychol, 1998, 17: 214-23) αξιολόγησε περισσότερο τον στρες (μακροπρόθεσμα έναντι βραχυπρόθεσμα) καθώς και τη σοβαρότητα της ασθένειας, καθώς επίσης μέτρησε τα επίπεδα αίματος των φυσικών κυττάρων-δολοφόνων (NK), των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος που καταπολεμούν τους μολυσματικούς παράγοντες. Αυτοί που είχαν έντονο στρες για περισσότερο από ένα μήνα είχαν χαμηλότερη δραστικότητα των κυττάρων ΝΚ και ήταν 2,2 φορές πιο πιθανό να εμφανίσουν κρυολόγημα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος προήλθε από το αυξημένο άγχος εργασίας.

Τα στρεσαρισμένα παιδιά έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και παρουσιάζουν μετρήσιμες μειώσεις στην ανοσία του βλεννογόνου (J Psychosom Res, 1997; 43: 271-8). Η κατάθλιψη σχετίζεται επίσης έντονα με το κρυολόγημα (Epidemiology, 2001, 12: 345-9).

Τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, όπως τα αντιβιοτικά, μπορούν επίσης να αυξήσουν την ευαισθησία σε κρυολογήματα / γρίπη. Ένας σημαντικός αριθμός οικογενειακών γιατρών εξακολουθεί να συνταγογραφεί αντιβιοτικά για κρυολογήματα / γρίπη, παρόλο που αυτά τα φάρμακα δεν δρουν κατά των ιών (J Am Med Assoc, 1997, 278: 901-4, J Am Med Assoc, 1998, 279: 875-7).

Αυστραλοί γιατροί αναφέρουν ότι η φλουκλοξασιλίνη, μια ημισυνθετική πενικιλίνη, μπορεί να προκαλέσει χολοστατικό ίκτερο (Med J Aust, 1989, 151: 701-5), αν και η σύνδεσή του με το φάρμακο μπορεί να μη αναγνωριστεί λόγω καθυστερημένης έναρξης (Lancet, 1992, 339: 679). Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και εκείνοι που λαμβάνουν φλουκλοξασιλίνη για περισσότερες από δύο εβδομάδες είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι σε κίνδυνο (BMJ, 1993; 306: 233-5).

Τα νεότερα αντιβιοτικά συνδυασμού όπως το Septrin (τριμεθοπρίμη και σουλφαμεθοξαζόλη) ή η συν-τριμοξαζόλη έχουν συνδεθεί με δερματικά εξανθήματα και φλύκταινες (Ind J Derm, 1982; 48: 207-8; Br J Dermatol, 1987; 116: 241-2; Dermatology, 1986, 172: 230-1) και μια σειρά από συμπτώματα που συμπεριλαμβάνουν αναιμία, απώλεια όρεξης, ναυτία, έμετο, μούδιασμα, σπασμούς, ρίγη, πυρετό, διογκωμένους αδένες και έλκη στο στόμα, τα μάτια και την ουρήθρα.

Η υπερβολική χρήση αντιβιοτικών συμβάλλει επίσης στην εμφάνιση ιδιαίτερα ανθεκτικών μικροβίων («superbugs») και μπορεί να καταστρέψει τα φιλικά βακτήρια του εντέρου που απαιτούνται για να διατηρηθεί η καλή υγεία και η ανοσία. Σαφώς, όταν παίρνετε αντιβιοτικά, αποφεύγετε μεν κάποια συμπτώματα αλλά διακινδυνεύετε να γίνετε πιο ευαίσθητοι σε λοιμώξεις και λιγότερο υγιείς από πριν.

Μη συνταγογραφούμενη τρέλα

Εάν υποφέρετε από κρυολόγημα ή γρίπη, υπάρχουν κυριολεκτικά εκατοντάδες μη συνταγογραφούμενα φάρμακα που υποστηρίζουν ότι ανακουφίζουν τα συμπτώματα από το κρύωμα, αλλά τα περισσότερα έχουν αποδειχθεί άχρηστα (J Am Med Assoc, 1993, 269: 2258-63). Τα πιο δημοφιλή χρησιμοποιούν ανάμειξη πολλών διαφορετικών τύπων συστατικών, που συχνά οδηγούν σε μια ποικιλία παρενεργειών.

Για παράδειγμα:

  • Τα ρινικά σπρέι που περιέχουν υδροχλωρική φαινυλεφρίνη, υδροχλωρική οξυμεταζολίνη ή υδροχλωρική ξυλομεταζολίνη μπορεί να καθαρίσουν αρχικά τη μύτη αλλά μετά από λίγες ημέρες η συνεχιζόμενη χρήση τους μπορεί να προκαλέσει υποτροπή, προκαλώντας χειρότερη ρινική συμφόρηση από πριν.
  • Τα από του στόματος αποσυμφορητικά διεγείρουν το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και μπορούν να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση και τους παλμούς, και αυτό είναι επικίνδυνο για άτομα με υπέρταση. Μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, άγχος και φαινόμενα υποτροπής. Ίσως το χειρότερο από αυτά είναι η φαινυλοπροπανολαμίνη (PPA). Σε μία μελέτη, το χημικό αυτό αύξησε τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου σε γυναίκες πάνω από τρεις φορές (N Engl J Med, 2000, 343: 1826-32). Αυτό ήταν το τελευταίο αρνητικό στοιχείο στα όσα έχουν ανακαλυφθεί σε μελέτες για περισσότερο από μία δεκαετία. Η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ζήτησε από τις φαρμακευτικές εταιρείες να σταματήσουν την εμπορία προϊόντων που περιέχουν PPA, αλλά στο Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να υπάρχει ευρέως σε φάρμακα για το κρυολόγημα.
  • Τα αντιισταμινικά μπορεί να μειώσουν τη ρινική καταρροή και το φτέρνισμα, αλλά έχουν ελάχιστη επίδραση σε άλλα συμπτώματα. Μπορούν να έχουν μια καταπραϋντική δράση και συχνά προστίθενται σε θεραπείες πολλαπλών συμπτωμάτων λόγω της ικανότητάς τους να εξουδετερώνουν το διεγερτικό αποτέλεσμα των αποσυμφορητικών.
  • Τα κατασταλτικά του βήχα όπως η γουαϊφενεσίνη και η δεξτρομεθορφάνη δεν δείχνουν αποτελεσματικότητα στην καταστολή του βήχα. Το τελευταίο έχει συσχετιστεί με ηπατική βλάβη και χρησιμοποιείται από τους εφήβους για να «ανέβουν». Η κωδεΐνη επίσης καταστέλλει το βήχα, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε δυσκοιλιότητα.
  • Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) όπως η ασπιρίνη, η παρακεταμόλη (ακεταμινοφαίνη) και η ιβουπροφαίνη μπορούν στην πραγματικότητα να αυξήσουν τα ρινικά συμπτώματα. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η ασπιρίνη μειώνει την απόκριση αντισωμάτων σε λοιμώξεις από ρινοϊό (J Am Med Assoc, 1975, 231: 1248-51, J Infect Dis, 1990, 162: 1277-82). Επιπλέον, ο ιός της γρίπης αναπτύσσεται καλύτερα στους 34-35°C, αλλά όχι σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες από 37°C. Έτσι, η μείωση του πυρετού με ΜΣΑΦ μπορεί απλώς να παρατείνει την αγωνία ενός κρυολογήματος ή γρίπης.

Εμβόλιο ναι ή όχι;

Η πρόβλεψη μιας επιδημίας γρίπης δεν είναι ακριβής επιστήμη, όπως απεικονίστηκε κομψά το 1976, όταν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι, παρακινούμενοι από τις ασθένειες μεταξύ των στρατιωτών στο Fort Dix, New Jersey, προέβλεψαν μια επιδημία γρίπης των χοίρων τόσο θανατηφόρα όπως η μεγάλη πανδημία γρίπης του 1918. Όμως, τελικά τα ποσοστά θανάτου που σχετίστηκαν με τη γρίπη και την πνευμονία το 1976 ήταν στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των ετών (MMWR, 1976; 25: 391-2), κάτι πολύ καταστροφικό για την κυβέρνηση, η οποία είχε δαπανήσει εκατομμύρια για την προετοιμασία του εμβολίου.

Δεδομένου ότι η γρίπη μπορεί να προκληθεί από εκατοντάδες ιικών στελεχών, που μεταλλάσσονται περισσότερο ή λιγότερο συνεχώς, ο εμβολιασμός ανέρχεται σε ένα είδος βιολογικής ρωσικής ρουλέτας. Ακόμα κι αν το εμβόλιο είναι για το σωστό στέλεχος του ιού, για λόγους που δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητοί, μπορεί να μην ανταποκρίνεται παράγοντας αντισώματα για αυτό. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι το 30-40% των ηλικιωμένων δεν ανταποκρίνονται στον εμβολιασμό (Hum Immunol, 1994;·40: 202-9), και ακόμη και αν εμφανιστεί μια ανοσοαπόκριση, υπάρχει αμφιβολία ως προς το εάν αυτό μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης της γρίπης (Vaccine, 1994, 12: 1185-9).

Μελέτες σχετικά με την αποτελεσματικότητα του εμβολίου κατά της γρίπης παρουσιάζουν μικτά αποτελέσματα (Gerontology, 1995, 41: 3-10) και παραμένουν ερωτήματα σχετικά με το αν ο αδρανοποιημένος ιός που χρησιμοποιείται στο εμβόλιο μπορεί πραγματικά να προσφέρει πλήρη προστασία (Int Arch Allergy Immunol, 1995, 108: 318-20).

Στη συνέχεια, υπάρχουν οι παρενέργειες. Ενώ οι αρχές λένε ότι είναι σπάνιες, αυτό δεν παρηγορεί όσους είναι μεταξύ εκείνων που έχουν πληγεί. Το αποτυχημένο εμβόλιο κατά της γρίπης των χοίρων είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση του συνδρόμου Guillain-Barré, ενός τύπου παράλυσης (Am J Epidemiol, 1979, 110: 105-23). Σε μία μελέτη του Ηνωμένου Βασιλείου, περίπου ένας στους 12 ασθενείς δήλωσε ότι το εμβόλιο της γρίπης αποτέλεσε έναυσμα για κρίσεις άσθματος (Lancet, 1998; 351: 326-31). Έχουν επίσης αναφερθεί παρενέργειες όπως οπτική νευρίτιδα, τύφλωση, αγγειίτιδα και προβλήματα στις αρθρώσεις, αναστρέψιμη παράλυση και μυελοπάθεια (Am J Ophthalmol, 1997; 124: 703-4; J Rheumatol, 1997; 24: 1198-202; Ned Tijd Geneeskunde, 1995; 139: 2152-4, Muscle Nerve, 1995, 18: 1199-201).Αναλύσεις του οφέλους των εμβολίων σε υγιείς ενήλικες έχουν δείξει ότι αυτό είναι αμελητέο, μειώνοντας με επιτυχία τον αριθμό των φορέων του ιού (όπως δείχνουν οι εξετάσεις αίματος), αλλά όχι εκείνων που πραγματικά αναπτύσσουν τη γρίπη (Cochrane Database Syst Rev, 2000;[2]: CD001269, Vaccine, 2000, 18: 957-1030).

Βιταμίνη C, ψευδάργυρος και εχινάκεια

Οι έρευνες δείχνουν ότι οι περισσότεροι από εμάς αντιμετωπίζουν το κρυολόγημα και τη γρίπη στο σπίτι (J Fam Pract, 1998; 47: 366-9). Οι δεκαετίες έρευνας έχουν αποδείξει ότι είναι σημαντική η συμπλήρωση βιταμινών και θρεπτικών συστατικών για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Τα πιο δημοφιλή από αυτά είναι η βιταμίνη C και ο ψευδάργυρος, αν και η γνώμες διαφέρουν ως προς την πραγματική τους αποτελεσματικότητα. Στη δεκαετία του 1970, η επανεξέταση στοιχείων από τον Linus Pauling κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μεγάλες δόσεις βιταμίνης C προλαμβάνουν κρυολογήματα και ανακουφίζουν τα συμπτώματα (Proc Natl Acad Sci USA, 1971, 68: 2678-81).

Από τότε, ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της βιταμίνης C συζητήθηκε έντονα. Μια ανάλυση του 1975 από τον Thomas Chalmers κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η περίπτωση της βιταμίνης C είχε «αμφισβητήσιμη εγκυρότητα» (Am J Med, 1975; 58: 532-6), αλλά μια πρόσφατη ανάλυση της έκθεσης δείχνει ότι η ανάλυσή του είχε σοβαρά σφάλματα (J Am Coll Nutr, 1995, 14, 116-23).

Είναι γενικά αποδεκτό ότι μια δόση 1-8g βιταμίνης C ημερησίως μπορεί να μειώσει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του κρυολογήματος κατά 23% και τη διάρκεια της ασθένειας σχεδόν κατά το ήμισυ (Scand J Infect Dis, 1994; 26: 1-6, Br J Nutr, 1992, 67: 3-16).

Πιο πρόσφατες επανεξετάσεις των στοιχείων δείχνουν ότι, αν και η βιταμίνη C μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα από το κρυολόγημα, η λήψη μεγάλων δόσεων δεν βοηθά στην πρόληψη (Cochrane Database Syst Rev, 2000, [2]: CD000980). Ωστόσο, ορισμένες ομάδες μπορεί να επωφεληθούν από την τακτική συμπλήρωση βιταμίνης C, όπως οι αθλητές που υποβάλλονται σε έντονο σωματικό στρες (Int J Sport Med, 1996; 17: 379-83). Μια ανασκόπηση υποδεικνύει μείωση της συχνότητας εμφάνισης κρυολογήματος έως 50% με τακτική χρήση βιταμίνης C (Int J Tuberc Lung Dis, 1999, 3: 756-61).

Ο ψευδάργυρος έχει προωθηθεί από καιρό ως φάρμακο και προληπτικό μέσο για τα κρυολογήματα και τη γρίπη. Σε μία μελέτη, μια ρινική γέλη που περιέχει ψευδάργυρο μειώνει σημαντικά τη διάρκεια του κρυολογήματος εάν ληφθεί μέσα σε 24 ώρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων (Ear Nose Throat J, 2000, 79: 778-80, 782).

Ωστόσο, στο σύνολό τους, τα αποδεικτικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των παστίλιων ψευδαργύρου είναι ασαφή (Cochrane Database Syst Rev, 2000 [2]: CD001364, J Nutr, 2000, 130 [5S Suppl]: 1512S-5S). Στην πρώτη μελέτη των παστίλιων ψευδαργύρου βρέθηκε μια επταήμερη μείωση της διάρκειας του κρυολογήματος με ψευδάργυρο (Antimicrob Agents Chemother, 1984, 25: 20-4). Τα αποτελέσματα αυτά κέρδισαν το ενδιαφέρον των φαρμακευτικών εταιρειών και, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '80, διεξήχθησαν πέντε ακόμη μελέτες. Ωστόσο, μόνο μία από αυτές έδειξε ότι ο ψευδάργυρος έχει κάποια επίδραση. Στη συνέχεια όμως, το 1996, μια άλλη μελέτη έδειξε ότι οι παστίλιες ψευδαργύρου ήταν αποτελεσματικές ενάντια στα συμπτώματα του κρυολογήματος (Ann Intern Med, 1996, 125: 81-8), οδηγώντας έτσι τον ψευδάργυρο ξανά στο δρόμο προς τη δημοσιότητα.

Μια δοκιμή παστίλιων ψευδαργύρου (12,8 mg) διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που έλαβαν μία κάθε δύο έως τρεις ώρες νωρίτερα κατά τη διάρκεια του κρυολογήματος μείωσαν τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, ιδιαίτερα τον βήχα (Ann Intern Med, 2000; 133: 245-52).

Ωστόσο, μια άλλη τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή μελέτη σε 249 παιδιά (συνολική ημερήσια δόση 50-60mg) δεν διαπίστωσε διαφορά μεταξύ των παστίλιων ψευδαργύρου και του εικονικού φαρμάκου (J Am Med Assoc, 1998; 279: 1962-7). Πιο πρόσφατα, μια δοκιμή τόσο του γλυκονικού ψευδαργύρου όσο και του οξικού ψευδαργύρου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κανείς δεν είχε μεγάλη επίδραση στα συμπτώματα του κρυολογήματος (Clin Infect Dis, 2000, 31: 1202-8).

Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον 10 διπλές-τυφλές δοκιμές έχουν αξιολογήσει παστίλιες ψευδαργύρου για τη θεραπεία του κοινού κρυολογήματος. Οι μισές έχουν δείξει αποτελεσματικότητα και οι μισές δεν είχαν αποτελέσματα, κάτι που μπορεί να οφείλεται σε μεθοδολογικές διαφορές. Δοκιμές που άρχισαν τη θεραπεία αμέσως μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, χρησιμοποιώντας γλυκονικό ψευδάργυρο ή γλυκονικό ψευδάργυρο με γλυκίνη σε πολλαπλές ημερήσιες δόσεις ψευδαργύρου 13-23mg ανά δόση, βρήκαν ότι ο ψευδάργυρος είναι αποτελεσματικός. Οι περισσότερες από τις αρνητικές δοκιμές, από την άλλη πλευρά, διέφεραν από αυτό το πρωτόκολλο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Η εχινάκεια, ένα από τα γνωστότερα βότανα, έχει επίσης δείξει μικτή αποτελεσματικότητα. Γερμανοί ερευνητές χρησιμοποίησαν υγρό εκχύλισμα ρίζας εχινάκειας του είδους Ε. purpurea ή E. angustifolia, δύο από τους πιο δημοφιλείς τύπους, ή εικονικό φάρμακο σε 302 υγιείς εθελοντές σε μια διπλά τυφλή τυχαιοποιημένη δοκιμή. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και οι δύο τύποι εχινάκειας ήταν ελαφρώς πιο αποτελεσματικοί από το εικονικό φάρμακο για την πρόληψη κρυολογήματος σε διάστημα 12 εβδομάδων, αν και οι συμμετέχοντες που έλαβαν το βότανο ανέφεραν ότι αισθάνονταν καλύτερα από αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, στην καλύτερη περίπτωση, η εχινάκεια μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο πρόκλησης κρυολογήματος κατά περίπου 10-20% (Arch Fam Med, 1998; 7: 541-5).

Άλλες μελέτες, ωστόσο, έδειξαν ότι η εχινάκεια μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα, μειώνοντας τόσο τη σοβαρότητα όσο και τη διάρκεια ενός κρυολογήματος (Arzneim Forsch, 2001, 51: 563-8, Arch Fam Med, 1998 7: 541-5). Μια δοκιμή στη Σουηδία εξέτασε 246 υγιείς ενήλικες που έπασχαν από κρυολόγημα και πήραν ένα σκεύασμα E. purpurea ή εικονικό φάρμακο. Τα άτομα έλαβαν δύο δισκία τρεις φορές την ημέρα για επτά ημέρες ή έως ότου αισθανθούν καλύτερα. Τα δισκία εχινάκειας ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματικά από το εικονικό φάρμακο (Phytomedicine, 1999; 6: 1-6).

Το κλειδί για αυτά και άλλα φάρμακα μπορεί να είναι η θεραπεία από τα πρώτα σημάδια του κρυολογήματος ή της γρίπης. Μια πρόσφατη επισκόπηση των 13 δοκιμών για την εχινάκεια στη θεραπεία και την πρόληψη των κρυολογημάτων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν και δεν μπορεί να αποτρέψει το κρυολόγημα, η πρώιμη θεραπεία θα μπορούσε να είναι ευεργετική για την ανακούφιση των συμπτωμάτων (J Fam Pract, 1999, 48: 628-35). Σημείωσε επίσης ότι τα παρασκευάσματα εχινάκειας ποικίλουν ευρέως στη σύνθεση.

Όταν εμφανιστεί κάποιο κρυολόγημα ή γρίπη, ελπίζουμε όλοι στη μαγική συνταγή που θα τα διορθώσει όλα, αλλά οι περισσότερες από τις μεθόδους που χρησιμοποιούμε είναι ακόμα ασαφείς ως προς την αποτελεσματικότητα. Οι παραδοσιακές προσεγγίσεις - που συνήθως περιλαμβάνουν ανάπαυση, υγρά και ζεστά - μπορεί να μην είναι γοητευτικές αλλά, τελικά, φαίνεται να είναι αποτελεσματικές, δεν έχουν παρενέργειες και είναι λιγότερο δαπανηρές!

Κατηγορία Υγεία

Η αντίσταση στα αντιβιοτικά προκαλείται όταν τα βακτήρια αλλάζουν προκειμένου να προστατευτούν από αυτά.

Οι οικογενειακοί ιατροί στο Ηνωμένο Βασίλειο δέχονται σε ετήσια βάση περισσότερα από 300 εκατομμύρια επισκέψεις ασθενών και τουλάχιστον το ένα τέταρτο από αυτές αφορούν παιδιά. Σχεδόν τα δύο τρίτα αυτών των επισκέψεων έχουν σαν κύρια αιτία τους το βήχα, το πονόλαιμο ή ωταλγίες - ασθένειες που συνήθως εκδηλώνονται σε μικρά παιδιά.

Οι γιατροί και οι νοσηλευτές ομαδοποιούν αυτούς τους τύπους ασθενειών ως «οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος». Θεωρούνται ότι είναι «αυτό-περιοριζόμενες», που σημαίνει ότι τα αντιβιοτικά έχουν ελάχιστο ή καθόλου όφελος και ότι η ασθένεια θα εξαλειφθεί εγκαίρως. Ωστόσο, στο 30% αυτών των ιατρικών επισκέψεων συνταγογραφούνται αντιβιοτικά, χωρίς ουσιαστικό λόγο. Αυτό κατ’ εκτίμηση ισοδυναμεί με 13 εκατομμύρια περιττές συνταγογραφήσεις αντιβιοτικών! Το φαινόμενο αυτό δεν χαρακτηρίζει μόνο τη σπατάλη που γίνεται, αλλά έχει και τις ανεπιθύμητες συνέπειες για την υγεία του παιδιού.

Πράγματι, σε μια νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε πάνω από 250.000 παιδιά στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας που είχαν πάρει δύο ή περισσότερους κύκλους αντιβιοτικών για οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος κατά το προηγούμενο έτος, είχαν περίπου 30% περισσότερες πιθανότητες να μην ανταποκριθούν στη μετέπειτα θεραπεία (συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για παραπομπή και εισαγωγή στο νοσοκομείο) σε σύγκριση με τα παιδιά που δεν είχαν πάρει αντιβιοτικά. Η μελέτη αυτή αποκλείει ειδικά τα παιδιά με μακροχρόνια προβλήματα υγείας, πράγμα που θα τα καθιστούσε πιο επιρρεπή σε λοιμώξεις.

Το θέμα της αντίστασης

Είναι γνωστό ότι η άσκοπη χρήση αντιβιοτικών κάνει τα βακτήρια να αλλάζουν και μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη αντοχής στα αντιβιοτικά. Αλλά οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν ότι η αντίσταση εμφανίζεται μόνο σε όσους χρησιμοποιούν αντιβιοτικά πολύ συχνά, για πάρα πολύ καιρό, ή σε εκείνους τους ασθενείς που πάσχουν από άλλες παθήσεις που τους κάνουν να είναι πιο επιρρεπείς. Αυτό όμως δεν ισχύει.

Η λήψη οποιουδήποτε αντιβιοτικού (είτε είναι κατάλληλο είτε όχι) καθιστά πιθανότερη την ανάπτυξη αντοχής στα αντιβιοτικά. Όπως δείχνει η έρευνα, ακόμη και η σχετικά χαμηλή χρήση αντιβιοτικών έχει πιθανές επιπτώσεις στην υγεία και μεταφέρει στο σπίτι την επίδραση της περιττής χρήσης αντιβιοτικών στα παιδιά. Όταν πολλά παιδιά προσχολικής ηλικίας παρουσιάζουν συχνά αρκετά επεισόδια ασθένειας που ενδεχομένως θα οδηγήσουν στη λήψη αντιβιοτικών, καθιστά τα ευρήματα ακόμα πιο σημαντικά.

Σε αυτό το στάδιο, είναι αδύνατο να πούμε με βεβαιότητα ποιοι είναι οι βασικοί λόγοι που οδηγούν τα παιδιά που έχουν πάρει περισσότερα αντιβιοτικά να έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να μην ανταποκριθούν σε μεταγενέστερες θεραπείες.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να οφείλεται στην εμφάνιση ανθεκτικών βακτηρίων. Θα μπορούσε επίσης να οφείλεται στην αποδιοργάνωση του εύθραυστου μικροβιώματος του εντέρου στα μικρά παιδιά. Μπορεί επίσης να σχετίζεται με τις προσδοκίες των γονέων για περαιτέρω αγωγή και με το γεγονός ότι δεν γνωρίζουν τον περιορισμένο ρόλο που έχουν τα αντιβιοτικά στις περισσότερες παιδικές ασθένειες. Πράγματι, είναι φυσιολογικό ο «παιδικός» βήχας να διαρκεί περισσότερο από όσο νομίζουμε – (τα μισά παιδιά είχαν βήχα για 10 ημέρες και ένα στα δέκα για 25 ημέρες).

Μακροπρόθεσμες αλλαγές

Φυσικά, οι θεράποντες ιατροί θέλουν να παρέχουν την καλύτερη δυνατή φροντίδα για τους ασθενείς τους. Όμως έρχονται αντιμέτωποι με την απόφαση αν θα πρέπει να συνταγογραφήσουν ένα αντιβιοτικό – προσπαθώντας έτσι να μειώσουν τον άμεσο κίνδυνο για ένα άτομο – ή να μην συνταγογραφήσουν αντιβιοτικά προκειμένου να μειώσουν τον γενικό κίνδυνο.

Η απόφαση αυτή δεν είναι πάντα τόσο απλή υπόθεση. Ειδικά όταν οι κλινικοί ιατροί συχνά σφάλουν, συνταγογραφώντας με αβεβαιότητα. Αλλά η μελέτη δείχνει ότι τα παιδιά που λαμβάνουν μεγαλύτερο αριθμό αντιβιοτικών, είναι πιο πιθανό να επισκεφτούν ξανά το γιατρό μέσα σε μια περίοδο 14 ημερών – πράγμα που από αβλεψία θα αυξήσει το φόρτο εργασίας των γιατρών και των νοσηλευτών.

Δεδομένου ότι τα συμπεράσματα δείχνουν ότι ακόμη και η ελάχιστη χρήση αντιβιοτικών έχει βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών, είναι σαφές ότι όσο λιγότεροι ιατροί συνταγογραφούν αντιβιοτικά σε τέτοιες περιπτώσεις, τόσο το καλύτερο. Αλλά αυτό δεν ισχύει μόνο για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, ισχύει επίσης και για τους γονείς που πρέπει να γίνουν ρεαλιστές σε ό,τι αφορά την διάρκεια της ασθένειας του παιδιού τους.

Πηγές: The Lancet, Oxford Academic, British Journal of General Practice, The bmj, The Conversation.

Κατηγορία Έρευνα

Η κακή χρήση των αντιβιοτικών έχει ήδη οδηγήσει στην εμφάνιση ενός τεράστιου αριθμού ανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηρίων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να απειλήσουν τη μελλοντική υγεία του ανθρώπινου είδους. Και αν αυτό δεν ήταν αρκετά κακό, μια νέα μελέτη στο περιοδικό Cell Reports αποκαλύπτει ότι η λανθασμένη χρήση αντιβιοτικών για τη θεραπεία της γρίπης θα μπορούσε να κάνει την ασθένεια έως και τρεις φορές πιο θανατηφόρα, απενεργοποιώντας την πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού έναντι του ιού.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα βακτήρια στο έντερό μας είναι στην πραγματικότητα τα πρώτα που ανταποκρίνονται σε έναν εισβάλλοντα ιό της γρίπης και προσπαθούν να καταστρέψουν τα ανεπιθύμητα παθογόνα πολύ καιρό πριν κινητοποιηθούν τα ανοσιακά μας κύτταρα. Παρόλα αυτά, καθώς τα αντιβιοτικά διαταράζουν τις μικροβιοκοινότητες του εντέρου, αυτοί οι μικροσκοπικοί υπερασπιστές μας δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ιό.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, χρειάζονται δύο ημέρες ώστε το ανοσοποιητικό σύστημα να ανιχνεύσει την παρουσία του ιού της γρίπης και να αρχίσει να επιστρατεύει λευκά αιμοσφαίρια για να καταδιώξουν και να τα καταστρέψουν τον ιό. Κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, ο ιός κρύβεται στους πνεύμονες, όπου πολλαπλασιάζεται.

Ωστόσο, τα βακτήρια στο έντερο χρησιμοποιούν έναν τύπο σηματοδότησης που ονομάζεται σηματοδότηση ιντερφερόνης τύπου 1 για να ενεργοποιήσουν ένα αντιικό γονίδιο στα κύτταρα που καλύπτουν τους πνεύμονες, προκαλώντας τους να απελευθερώσουν μια πρωτεΐνη που σταματάει τον ιό της γρίπης από το να μπορεί να πολλαπλασιαστεί τόσο γρήγορα. Αυτό εξασφαλίζει ότι ο ιός της γρίπης παραμένει σε ένα διαχειρίσιμο μέγεθος ώστε τα ανοσιακά κύτταρα του σώματος να τον νικήσουν όταν τελικά ενταχθούν στον αγώνα δύο ημέρες αργότερα.

Οι ερευνητές, από το Ινστιτούτο Francis Crick στο Λονδίνο, έδωσαν σε ποντίκια μια σειρά αντιβιοτικών πριν τα μολύνουν με τον ιό της γρίπης. Μετά από δύο ημέρες, αυτά τα ποντίκια βρέθηκαν να έχουν πέντε φορές περισσότερους ιούς στους πνεύμονές τους από μια άλλη ομάδα ποντικών που δεν είχαν λάβει αντιβιοτικά, εξαιτίας της διαφοράς στην υγεία των βακτηρίων του εντέρου τους. Ως συνέπεια, μόνο το ένα τρίτο των ποντικών που έλαβαν αντιβιοτικό επέζησαν από τη γρίπη, σε σύγκριση με το 80% αυτών που δεν είχαν υποβληθεί σε θεραπεία.

Όταν οι ερευνητές αποκατέστησαν αργότερα τα βακτήρια του εντέρου των ποντικών που είχαν λάβει αντιβιοτικά, διαπίστωσαν ότι αυτό αποκατέστησε την ικανότητά τους να σταματούν τον πολλαπλασιασμό του ιού στους πνεύμονες κατά τις δύο πρώτες ημέρες της μόλυνσης και να ενισχύουν τις πιθανότητες ανάκαμψης από την ασθένεια.

Σχολιάζοντας αυτά τα ευρήματα, ο συγγραφέας της μελέτης Andreas Wack δήλωσε σε συνέντευξή του ότι «τα αντιβιοτικά μπορούν να εξαλείψουν την αρχική αντίδραση στη γρίπη προσθέτοντας περαιτέρω στοιχεία ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται ή να συνταγογραφούνται χωρίς σοβαρό λόγο».

Πηγή: Cell Reports, Independent, Medical news today, RTE

Κατηγορία Έρευνα

Η λήψη αντιβιοτικών τον μήνα πριν από την έναρξη της ανοσοθεραπείας μειώνει δραματικά τις πιθανότητες επιβίωσης του ασθενούς με καρκίνο, σύμφωνα με μια μικρή αλλά πρωτοποριακή μελέτη.

Οι επιστήμονες στο Imperial College του Λονδίνου πιστεύουν ότι τα αντιβιοτικά καταστρέφουν τα βακτήρια στο έντερο, γεγονός που αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτό φαίνεται να καθιστά λιγότερο πιθανό τα ανοσοθεραπευτικά φάρμακα να ενισχύσουν την ικανότητα του σώματος να καταπολεμά τον καρκίνο.

Στη μελέτη τους σε περίπου 200 ασθενείς με καρκίνο σε δύο νοσοκομεία του NHS, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτοί που είχαν πάρει αντιβιοτικά ευρέος φάσματος για μικρό χρονικό διάστημα, συνήθως για κοινά προβλήματα όπως οι αναπνευστικές λοιμώξεις, επέζησαν για ένα μέσο διάστημα δύο μηνών μετά την ανοσοθεραπεία, σε σύγκριση με τους 26 μήνες που επέζησαν όσοι δεν είχαν πάρει αντιβιοτικά.

Η ουσιαστική διαφορά στην επιβίωση και οι σαφείς ενδείξεις από τις αξονικές τομογραφίες ότι οι όγκοι αναπτύσσονται πιο γρήγορα σε όσους έχουν πάρει αντιβιοτικά, οδήγησε τους ερευνητές να ζητήσουν επειγόντως να εργαστούν πάνω στο πώς θα καθοδηγήσουν τους γιατρούς.

«Τα αντιβιοτικά καταστρέφουν σαφώς ένα κομμάτι του μικροβιώματος του εντέρου», δήλωσε ο Dr David Pinato, από το τμήμα χειρουργικών επεμβάσεων και καρκίνου του ICL, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Jama Oncology. «Εάν έχετε καλό μικροβίωμα, έχετε περισσότερες πιθανότητες να έχετε εκπαιδεύσει το ανοσοποιητικό σας σύστημα για να καταπολεμήσετε καλύτερα τον καρκίνο».

Τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια ανεξάρτητα από το είδος των αντιβιοτικών που είχαν συνταγογραφηθεί στους ασθενείς ή τον τύπο καρκίνου από τον οποίο έπασχαν. Σε καρκίνο του πνεύμονα, όπου οι λοιμώξεις στο στήθος είναι πιο συχνές, η μέση επιβίωση ήταν 2,5 μήνες σε εκείνους που είχαν λάβει αντιβιοτικά πριν ξεκινήσουν τα ανοσοθεραπευτικά φάρμακα, γνωστά ως αναστολείς των σημείων ελέγχου, έναντι 26 μηνών σε εκείνους που δεν είχαν λάβει αντιβιοτικά. Στο μελάνωμα ήταν 3,9 έναντι 14 μηνών, και σε άλλους όγκους πέντε εβδομάδες έναντι 11 μηνών.

Οι ασθενείς που είχαν πάρει αντιβιοτικά δεν ήταν ιδιαίτερα άρρωστοι. Δεν είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο, αλλά συνήθως τα έλαβαν για πέντε έως επτά ημέρες ως εξωτερικοί ασθενείς. Είναι σημαντικό ότι τα αποτελέσματα και τα ποσοστά επιβίωσης των ασθενών που έλαβαν αντιβιοτικά ενώ ήταν σε ανοσοθεραπεία δεν επηρεάστηκαν.

Είναι ήδη γνωστό ότι κάποιοι άνθρωποι ανταποκρίνονται πολύ καλύτερα στην ανοσοθεραπεία από άλλους. Σε περίπου 20% ο καρκίνος εξαφανίζεται εντελώς και μπορεί να υπάρξουν ελπίδες για θεραπεία, αλλά άλλοι δεν τα πάνε καλά. Οι επιστήμονες και οι εμπορικές εταιρείες ψάχνουν το αίτιο, εξετάζοντας τον τύπο του όγκου και τα μοριακά χαρακτηριστικά του.

Ο Pinato υποστηρίζει ότι η ισχυρή διαπίστωση στη μικρή τους μελέτη ήταν απροσδόκητη. Άλλες μελέτες είχαν προτείνει διαφορετικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να μειώσουν την επιβίωση, «αλλά αυτή η συσχέτιση φαίνεται να είναι αρκετά σταθερή», είπε.

Δεν είναι το μόνο αίτιο κακών αποτελεσμάτων ανοσοθεραπείας, αλλά οι συγγραφείς λένε ότι είναι επιτακτική ανάγκη να διεξαχθεί περισσότερη έρευνα για να διαπιστωθεί πόσο σημαντικός παράγοντας είναι.

«Είναι σημαντικό οι ασθενείς που χρειάζονται αντιβιοτικά για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων να λαμβάνουν τα φάρμακα που χρειάζονται», δήλωσε ο Pinato. «Αλλά αυτά τα ευρήματα απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για ορισμένους ασθενείς. Θέτει ερωτήματα σχετικά με το αν χρειαζόμαστε υψηλότερο όριο για τη συνταγογράφηση αντιβιοτικών σε ασθενείς με καρκίνο που θα υποβληθούν σε ανοσοθεραπεία.»

Η υγειονομική υπηρεσία πιέζεται ήδη να χρησιμοποιεί αντιβιοτικά μόνο όταν είναι απαραίτητο, προκειμένου να διατηρηθεί η ισχύς τους στο να σκοτώνουν επικίνδυνα στελέχη βακτηριδίων, αποφεύγοντας την ανάπτυξη αντίστασης. «Αυτό πιθανώς προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο πολυπλοκότητας στην ιδέα της διαχείρισης αντιβιοτικών», δήλωσε ο Pinato.

Τα ευρήματα προκαλούν επίσης ερωτήματα σχετικά με το αν η ενίσχυση του μικροβιώματος του εντέρου μπορεί να βοηθήσει το ανοσοποιητικό σύστημα να καταπολεμήσει τον καρκίνο, ένα ζήτημα που η ομάδα του ICL τώρα ελπίζει να διερευνήσει.

Πηγή: The guardian

Κατηγορία Info
Σελίδα 1 από 3