Μια φαρμακευτική συμφωνία που ανακοινώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2026 θα μπορούσε εύκολα να περάσει απαρατήρητη ως μία ακόμη πρωτοβουλία για τη βελτίωση της πρόσβασης στα φάρμακα. Όμως η συμφωνία μεταξύ του Medicines Patent Pool (MPP), της Roche και έντεκα φαρμακευτικών κατασκευαστών σε εννέα χώρες έχει μια διάσταση που αξίζει μεγαλύτερη προσοχή: δεν αφορά μόνο τη σημερινή εποχική γρίπη. Παρουσιάζεται ρητά ως μέρος της προετοιμασίας για μελλοντικές επιδημίες και πανδημίες.
Οι εταιρείες που επιλέχθηκαν θα μπορούν να αναπτύξουν και να παράγουν γενόσημες εκδοχές του baloxavir marboxil, γνωστού εμπορικά ως Xofluza, ενός αντιικού φαρμάκου της Roche κατά της γρίπης. Η άδεια καλύπτει 129 χώρες, κυρίως χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, και συνοδεύεται από τεχνική υποστήριξη για την ανάπτυξη και έγκριση των προϊόντων. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το MPP δηλώνει ανοικτά πως η δημιουργία μιας γεωγραφικά κατανεμημένης παραγωγικής βάσης γίνεται «εκ των προτέρων», ώστε να υπάρχουν ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού όταν προκύψει η επόμενη υγειονομική κρίση.
Ως αρχή δημόσιας υγείας, αυτό δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί παράλογο. Η COVID-19 απέδειξε πόσο καταστροφικό μπορεί να είναι να ξεκινά κανείς την παραγωγή φαρμάκων και εμβολίων όταν η κρίση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Η αποκεντρωμένη παραγωγή μπορεί πράγματι να μειώσει καθυστερήσεις και εξαρτήσεις. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Τον Δεκέμβριο του 2025 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δημοσίευσε ειδικό πλαίσιο για τη δημιουργία και διαχείριση αποθεμάτων ιατρικών αντιμέτρων για πανδημική γρίπη. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους είχε ήδη πραγματοποιήσει άσκηση προσομοίωσης για πιθανή πανδημία από γρίπη A(H5N1), εξετάζοντας πώς θα μπορούσαν να διανεμηθούν εμβόλια, αντιικά και διαγνωστικά μέσα σε μια τέτοια κρίση. Τον Φεβρουάριο του 2026 δημιουργήθηκε επιπλέον ειδική ομάδα εργασίας για την πρόσβαση, την κατανομή και την ανάπτυξη αυτών των ιατρικών αντιμέτρων. Και τώρα δημιουργείται διεθνές δίκτυο παραγωγής baloxavir.
Αυτό δείχνει ότι κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί και φαρμακευτικές εταιρείες αντιμετωπίζουν πλέον μια μελλοντική πανδημία γρίπης όχι ως αφηρημένο ενδεχόμενο, αλλά ως σενάριο για το οποίο οικοδομούνται ήδη συγκεκριμένες παραγωγικές υποδομές; Σε αυτό ακριβώς το σημείο χρειάζεται δημόσιος έλεγχος. Γιατί επιλέγεται το baloxavir ως ένα από τα φάρμακα γύρω από τα οποία χτίζεται αυτή η υποδομή; Και πόσο ισχυρή είναι η επιστημονική βάση για έναν τόσο στρατηγικό ρόλο;
Ένα κρίσιμο ερώτημα, ιδιαίτερα όταν ένα φάρμακο εντάσσεται στον σχεδιασμό για πιθανή ευρεία χρήση σε μια μελλοντική πανδημία, είναι πόσο εκτεταμένα και για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έχει πραγματικά δοκιμαστεί σε ανθρώπους. Το baloxavir δεν είναι καινούργιο: οι πρώτες κλινικές μελέτες σε ανθρώπους πραγματοποιήθηκαν πριν από περίπου μία δεκαετία, ενώ η Ιαπωνία το ενέκρινε το 2018 και η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2021. Κατά την αρχική ευρωπαϊκή αξιολόγηση, το πρόγραμμα ασφάλειας περιλάμβανε 12 μελέτες φάσης 1 με 329 συμμετέχοντες, μία μελέτη φάσης 2, δύο μεγάλες μελέτες φάσης 3 με περίπου 1.400 και 2.200 συμμετέχοντες αντίστοιχα, παιδιατρικές μελέτες και μία μελέτη προφύλαξης περίπου 750 ατόμων. Ωστόσο, οι βασικές τυχαιοποιημένες δοκιμές παρακολουθούσαν τους ασθενείς για σχετικά σύντομα χρονικά διαστήματα — στην CAPSTONE-1, για παράδειγμα, η κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση έφθανε περίπου έως την 22η ημέρα. Αυτό είναι αναμενόμενο για ένα φάρμακο που χορηγείται εφάπαξ για μια οξεία λοίμωξη, αλλά σημαίνει ότι τα δεδομένα από τις κλινικές δοκιμές αφορούν κυρίως βραχυπρόθεσμη ασφάλεια. Η μακροχρόνια εικόνα προέρχεται κατά κύριο λόγο από τη φαρμακοεπαγρύπνηση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου και όχι από πολυετείς ελεγχόμενες μελέτες. Ήδη η ευρωπαϊκή αξιολόγηση είχε καταγράψει ότι, μετά την κυκλοφορία του baloxavir, αναφορές υπερευαισθησίας οδήγησαν στην προσθήκη σχετικής προειδοποίησης στις πληροφορίες του προϊόντος. Όταν λοιπόν εξετάζεται ένα φάρμακο ως πιθανό εργαλείο μαζικής πανδημικής ετοιμότητας, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν έχει εγκριθεί και χρησιμοποιηθεί, αλλά αν το εύρος και η διάρκεια των διαθέσιμων δεδομένων είναι επαρκή για χρήση σε πολύ μεγαλύτερους και πιθανώς διαφορετικούς πληθυσμούς από εκείνους των αρχικών δοκιμών.

Έρευνες και πηγές



Κατηγορία Ειδήσεις

Από το τέλος του 2026, όλα τα μη ολικής άλεσης άλευρα σίτου στο Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει υποχρεωτικά να εμπλουτίζονται με φυλλικό οξύ, σύμφωνα με νέα κυβερνητική νομοθεσία. Το μέτρο αφορά τόσο τα συμβατικά όσο και τα βιολογικά άλευρα και αποσκοπεί στη μείωση των περιστατικών ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα στα νεογνά, οι οποίες σχετίζονται με έλλειψη φυλλικού οξέος κατά την εγκυμοσύνη.
Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται στη λογική της «προληπτικής ενίσχυσης» βασικών τροφίμων, ώστε να καλύπτονται διατροφικά κενά σε επίπεδο πληθυσμού. Ωστόσο, η απόφαση επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: αποτελεί ο υποχρεωτικός εμπλουτισμός τη σωστή μακροπρόθεσμη λύση ή απλώς διορθώνει επιφανειακά ένα πρόβλημα που έχει βαθύτερες διατροφικές και κοινωνικές ρίζες; 

Τι προβλέπει η νέα ρύθμιση και το σκεπτικό της δημόσιας υγείας
Η νομοθεσία αφορά τα μη ολικής άλεσης άλευρα από κοινό σιτάρι (Triticum aestivum). Ήδη τα συγκεκριμένα άλευρα εμπλουτίζονται υποχρεωτικά με ασβέστιο, σίδηρο, νιασίνη και θειαμίνη, και πλέον προστίθεται και το φολικό οξύ. Αν και τα βιολογικά πρότυπα κανονικά αποτρέπουν τον εμπλουτισμό -καθώς προάγουν την ελάχιστη επεξεργασία και τη διατήρηση της φυσικής σύστασης των τροφίμων- επιτρέπουν εξαιρέσεις όταν ο εμπλουτισμός επιβάλλεται από την κρατική νομοθεσία.
Το φολικό οξύ είναι η συνθετική μορφή της βιταμίνης Β9 (φυλλικό οξύ) και είναι απαραίτητο για τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και τη σωστή ανάπτυξη του εμβρύου. Η ανεπάρκειά του κατά τα πρώτα στάδια της κύησης έχει συσχετιστεί με σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες. Σε επίπεδο πληθυσμού, ο εμπλουτισμός βασικών τροφίμων θεωρείται ένας αποτελεσματικός τρόπος μείωσης του κινδύνου, ιδίως σε κοινωνικές ομάδες που δεν λαμβάνουν επαρκή διατροφική καθοδήγηση ή συμπληρώματα. Ωστόσο, η πολιτική αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι η διατροφή του γενικού πληθυσμού δεν μπορεί να βελτιωθεί επαρκώς μέσω εκπαίδευσης, πρόσβασης σε ποιοτικές τροφές και ενίσχυσης της διατροφικής κουλτούρας.

Η κριτική προσέγγιση και ποια προϊόντα εξαιρούνται
Οργανισμοί του χώρου της βιολογικής γεωργίας έχουν εκφράσει επιφυλάξεις. Τονίζουν ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην έλλειψη εμπλουτισμού, αλλά στην υπερβολική επεξεργασία των δημητριακών, η οποία οδηγεί σε σημαντική απώλεια φυσικών θρεπτικών στοιχείων. Η εκτεταμένη άλεση και η επεξεργασία αφαιρούν το πίτουρο και το φύτρο του σιταριού (τμήματα πλούσια σε βιταμίνες, μέταλλα και φυτικές ίνες). Έτσι, το τελικό προϊόν απαιτεί «διόρθωση» μέσω προσθήκης συνθετικών μικροθρεπτικών συστατικών. Η εναλλακτική προσέγγιση θα ήταν η ενίσχυση της κατανάλωσης φυσικών πηγών φυλλικών ενώσεων: πράσινα φυλλώδη λαχανικά, εσπεριδοειδή, όσπρια και ψωμί ολικής άλεσης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι μικροί παραδοσιακοί μύλοι που παράγουν λιγότερους από 500 μετρικούς τόνους ετησίως εξαιρούνται από την υποχρέωση προσθήκης φολικού οξέος. Επίσης, δεν υπόκεινται στον εμπλουτισμό: Άλευρα ολικής άλεσης, Άλευρα χωρίς γλουτένη, Άλευρα από άλλα είδη σίτου, όπως spelt ή durum, προϊόντα μικρών αρτοποιών και παραδοσιακών μύλων. Για τον συνειδητοποιημένο καταναλωτή, αυτές οι επιλογές αποτελούν έναν τρόπο διατήρησης της φυσικής σύστασης των τροφίμων.

Ένα βαθύτερο ερώτημα
Το ζήτημα του εμπλουτισμού αγγίζει τον πυρήνα της σύγχρονης διατροφικής πολιτικής: Θέλουμε να διορθώνουμε βιομηχανικά τα θρεπτικά κενά ή να επανασχεδιάσουμε το διατροφικό μας μοντέλο; Ο υποχρεωτικός εμπλουτισμός μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμο όφελος σε ευάλωτες ομάδες. Ωστόσο, δεν υποκαθιστά την ανάγκη για πρόσβαση σε ποιοτικά, ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα και για μια κουλτούρα διατροφικής παιδείας που ξεκινά από το σχολείο.
Η πρόκληση δεν είναι απλώς να προσθέσουμε θρεπτικά συστατικά σε ένα προϊόν. Η πρόκληση είναι να επαναφέρουμε τη διατροφική ακεραιότητα στο ίδιο το τρόφιμο.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα με τον εμπλουτισμό φολικού οξέος
Σε αντίθεση με χώρες όπως οι ΗΠΑ ή ορισμένες στη Λατινική Αμερική όπου ο εμπλουτισμός άλευρου με φολικό οξύ είναι υποχρεωτικός και έχει μετρήσιμα οφέλη στη μείωση ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα, στην Ελλάδα δεν υπάρχει υποχρεωτική πολιτική εμπλουτισμού άλευρου με φολικό οξύ σε εθνικό επίπεδο, ακόμη. Σε γενικές γραμμές, τα τρόφιμα με προσθήκη βιταμινών ή μετάλλων στην ελληνική αγορά έχουν ως βάση εκούσια πολιτική της βιομηχανίας ή ειδικές περιπτώσεις ενίσχυσης, όχι νομοθετική επιβολή από την Πολιτεία ή τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό [1]. Food Fortification Initiative
Για την Ελλάδα δεν υπάρχει ξεκάθαρη νομοθετική υποχρέωση να εμπλουτίζονται τα βασικά άλευρα με φολικό οξύ (ούτε ολόκληρο το άλευρο ούτε μη ολικής άλεσης), ούτε στο πλαίσιο ΕΕ ούτε σε εθνικό επίπεδο. Αντίθετα, η ευρωπαϊκή πολιτική γενικά διστάζει να εφαρμόσει υποχρεωτικό εμπλουτισμό σε τρόφιμα-βάση, και μέχρι πρόσφατα η μόνη χώρα της ΕΕ με υποχρεωτικό εμπλουτισμό ήταν η Μολδαβία ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο σχεδιάζει να προσθέσει φολικό οξύ στο άλευρο το 2026 με σχετικούς κανονισμούς [2] . Folic Acid and Neural Tube Defects

Λύση ή υπεραπλούστευση;
Παρότι η γνώση ότι η λήψη φολικού οξέος πριν και στην αρχή της εγκυμοσύνης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο νευροσωλιακών ανωμαλιών είναι καλά τεκμηριωμένη, η ιδέα του μαζικού εμπλουτισμού τροφίμων με το συνθετικό αυτό συστατικό παραμένει αμφιλεγόμενη και δεν έχει γίνει δεκτή ευρέως στην Ευρώπη. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι η απλή προσθήκη φολικού οξέος σε βασικά τρόφιμα δεν ήταν αρκετή για να μειώσει ουσιαστικά τα ποσοστά αυτών των ανωμαλιών, και οι συστάσεις για συμπληρώματα πριν τη σύλληψη δεν εφαρμόζονται επαρκώς στη ζωή των περισσότερων γυναικών. [2]
Ταυτόχρονα, η περίπλοκη βιοχημεία του φυλλικού οξέος και οι συζητούμενοι, αλλά όχι πλήρως κατανοητοί, κίνδυνοι από υψηλή πρόσληψη του συνθετικού φολικού (όπως η πιθανότητα να καλύπτει διατροφικές ανεπάρκειες άλλων βιταμινών ή να προκαλεί ανεπιθύμητα μεταβολικά φαινόμενα), υπογραμμίζουν ότι ο εμπλουτισμός τροφίμων δεν είναι απλώς μια «ανώδυνη» λύση. [3]
Με άλλα λόγια, η πολιτική του υποχρεωτικού εμπλουτισμού τροφίμων με φολικό οξύ συνεχίζει να γεννά ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητά της, την πραγματική προστασία του πληθυσμού και τους πιθανούς κινδύνους για την υγεία, και κάθε τέτοια απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται με μεγάλη προσοχή, βάσει πλήρους αξιολόγησης όλων των δεδομένων.

Αναφορές

  1. Europe - Food Fortification Initiative
  2. Folic Acid and Neural Tube Defects
  3. Intended and Unintended Benefits of Folic Acid Fortification—A Narrative Review - Foods 2023, 12(8), 1612; https://doi.org/10.3390/foods12081612
Κατηγορία Διατροφή

Νέα έρευνα στο JAMA Pediatrics δείχνει ότι η πλήρης κατάργηση των μη ιατρικών εξαιρέσεων οδήγησε σε στατιστικά σημαντική αύξηση των εμβολιασμών μεταξύ νηπίων.
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2025 στο ιατρικό περιοδικό JAMA Pediatrics έρχεται να φωτίσει τις επιπτώσεις που έχουν οι νομοθετικές αποφάσεις γύρω από τους παιδικούς εμβολιασμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η έρευνα, που υπογράφεται από τους Anthony Bald, Samantha Gold και Y. Tony Yang, εξέτασε δεδομένα από περίπου 2,8 εκατομμύρια μαθητές νηπιαγωγείου μεταξύ των σχολικών ετών 2011 και 2023. Οι ερευνητές μελέτησαν πώς επηρέασε η κατάργηση των μη ιατρικών εξαιρέσεων (δηλαδή των εξαιρέσεων για λόγους θρησκευτικής ή προσωπικής πεποίθησης) τα ποσοστά εμβολιασμού παιδιών σε έξι πολιτείες.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι πολιτείες που κατάργησαν πλήρως τις μη ιατρικές εξαιρέσεις —Καλιφόρνια (2015), Νέα Υόρκη (2019), Μέιν (2019) και Κονέκτικατ (2021)— παρουσίασαν αύξηση 2 έως 4 ποσοστιαίων μονάδων στα ποσοστά εμβολιασμού, σε σύγκριση με πολιτείες που διατήρησαν το δικαίωμα εξαίρεσης.
Αντίθετα, οι πολιτείες με μερική κατάργηση των εξαιρέσεων (όπως το Βερμόντ και η Ουάσινγκτον) είδαν μικρότερες και λιγότερο σταθερές αυξήσεις.

Τα ποσοστά εμβολιασμού αυξήθηκαν αισθητά για όλα τα βασικά παιδικά εμβόλια:

  • DTaP (διφθερίτιδα–τετάνου–κοκκύτη): +4,1%
  • Ηπατίτιδα B: +2,8%
  • Ιλαρά–παρωτίτιδα–ερυθρά (MMR): +4,0%
  • Πόλιο: +3,8%

Παράλληλα, η μετατόπιση προς ιατρικές εξαιρέσεις ήταν ελάχιστη (μόλις +0,4%), γεγονός που υποδηλώνει ότι οι γονείς δεν κατέφυγαν μαζικά σε εναλλακτικά κανάλια εξαίρεσης.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα δεδομένα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μέσα σε μια περίοδο αυξανόμενης διστακτικότητας απέναντι στα εμβόλια, η οποία εντάθηκε μετά την πανδημία. Η κατάργηση των μη ιατρικών εξαιρέσεων φαίνεται πως συνέβαλε στη διατήρηση της εμβολιαστικής κάλυψης στις πολιτείες αυτές.

Μια ευρύτερη οπτική
Η μελέτη ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την ισορροπία ανάμεσα στη δημόσια υγεία και την ατομική ελευθερία επιλογής. Ενώ οι ερευνητές επικεντρώνονται στα στατιστικά δεδομένα, το κοινωνικό ερώτημα παραμένει: Μέχρι ποιο σημείο μπορεί ή πρέπει ένα κράτος να επιβάλλει υποχρεωτικούς εμβολιασμούς;
Η Αμερικανική εμπειρία δείχνει ότι οι πολιτικές παρεμβάσεις μπορούν να αυξήσουν τους δείκτες εμβολιασμού, αλλά η εμπιστοσύνη παραμένει το καθοριστικό στοιχείο. Όπως υπογραμμίζουν οι ειδικοί, η μακροπρόθεσμη ασφάλεια ενός πληθυσμού δεν στηρίζεται μόνο στους νόμους, αλλά στη διαφάνεια, την ενημέρωση και τον διάλογο μεταξύ πολιτείας, επιστημόνων και πολιτών.

Πηγή: Bald A, Gold S, Yang YT. State Repeal of Nonmedical Vaccine Exemptions and Kindergarten Vaccination Rates. JAMA Pediatrics. Published online October 27, 2025. [doi:10.1001/jamapediatrics.2025.4185]

Κατηγορία Έρευνα