Φάρμακα για τη ΔΕΠΥ: Ο κίνδυνος για την καρδιά που μένει στα «ψιλά γράμματα»

Κατηγορία Info
Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026 18:05 Διαβάστηκε 32 φορές
Holistic Life - Pharma Michael Reed | Pharma & Clinical Research Editor

Καθώς η χρήση φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ αυξάνεται, νέα δεδομένα ενισχύουν τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις τους στην καρδιαγγειακή υγεία. Πόσο καθαρά παρουσιάζονται αυτοί οι κίνδυνοι πριν από τη συνταγογράφηση και πόσο επαρκής είναι η παρακολούθηση όταν η θεραπεία διαρκεί χρόνια; Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Διεγερτικά όπως η μεθυλφαινιδάτη και η lisdexamfetamine χορηγούνται σε παιδιά και ενήλικες, συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Μαζί όμως με τα θεραπευτικά οφέλη υπάρχει ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί πλέον να παραμένει στο περιθώριο: τι γνωρίζουμε για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις αυτών των φαρμάκων στην καρδιά; Το ζήτημα ήρθε πρόσφατα ξανά στην επικαιρότητα στη Βρετανία μέσα από την περίπτωση του 28χρονου Jacob Wooderson. Ο Wooderson είχε διαγνωστεί με ΔΕΠΥ και λάμβανε Elvanse (lisdexamfetamine), ένα φάρμακο με βάση την αμφεταμίνη. Η δόση του αυξήθηκε σταδιακά από 30 mg σε 70 mg. Τον Αύγουστο του 2024 πέθανε αιφνίδια. Η επίσημη ιατροδικαστική έκθεση κατέγραψε ως αιτία θανάτου το σύνδρομο αιφνίδιου αρρυθμικού θανάτου (SADS) και ως δεύτερο παράγοντα τη θεραπεία με Elvanse. Η coroner Sarah Bourke επισήμανε ότι το συγκεκριμένο φάρμακο μπορεί να έχει σοβαρές καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες και εξέφρασε ανησυχία για την ανάγκη επαρκούς παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού όταν αυξάνεται η δοσολογία. Αυτό αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: πόσο εμφανώς και συστηματικά επισημαίνονται οι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι στους ανθρώπους που ξεκινούν μια θεραπεία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια;

Τι δείχνουν οι μεγάλες μελέτες: Τα διεγερτικά φάρμακα για τη ΔΕΠΥ δεν είναι καρδιαγγειακά ουδέτερα. Μέσω της δράσης τους στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα μπορούν να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι μεταβολές μεταφράζονται μακροπρόθεσμα σε κλινικά σημαντική καρδιαγγειακή νόσο. Μία από τις σημαντικότερες σχετικές έρευνες δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν σουηδικά δεδομένα 278.027 ανθρώπων ηλικίας 6 έως 64 ετών με διάγνωση ΔΕΠΥ ή χρήση σχετικών φαρμάκων και εξέτασαν την έκθεση στη θεραπεία για χρονικό διάστημα έως 14 ετών.Τα αποτελέσματα αξίζουν προσοχής. Όσο μεγαλύτερη ήταν η συνολική διάρκεια χρήσης, τόσο υψηλότερη ήταν η συσχέτιση με καρδιαγγειακή νόσο. Για χρήση τριών έως πέντε ετών, οι πιθανότητες ήταν αυξημένες κατά 27% σε σχέση με τη μη χρήση, ενώ για περισσότερα από πέντε χρόνια κατά 23%. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η συσχέτιση με την υπέρταση: σε όσους είχαν έκθεση άνω των πέντε ετών, οι πιθανότητες διάγνωσης υπέρτασης ήταν περίπου 80% υψηλότερες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος που λαμβάνει φάρμακα για τη ΔΕΠΥ έχει «80% πιθανότητα» να εμφανίσει υπέρταση. Πρόκειται για σχετική αύξηση των πιθανοτήτων σε σύγκριση με τη συγκεκριμένη ομάδα αναφοράς. Ούτε μια παρατηρητική μελέτη μπορεί από μόνη της να αποδείξει αιτιώδη σχέση. Υπάρχει μάλιστα και η άλλη πλευρά των επιστημονικών δεδομένων. Μετα-ανάλυση 19 μελετών με περισσότερους από 3,9 εκατομμύρια συμμετέχοντες δεν βρήκε στατιστικά σημαντική συνολική συσχέτιση μεταξύ των φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ και καρδιαγγειακών επεισοδίων. Οι ερευνητές, ωστόσο, σημείωσαν ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί μια αύξηση του κινδύνου, ιδιαίτερα για καρδιακή ανακοπή ή ταχυαρρυθμίες, και επισήμαναν την ανάγκη καλύτερων δεδομένων για τη μακροχρόνια χρήση. Η διάμεση παρακολούθηση στις μελέτες της συγκεκριμένης μετα-ανάλυσης ήταν μόλις 1,5 έτος, σημαντικός περιορισμός όταν μιλάμε για θεραπείες που μπορεί να συνεχίζονται επί χρόνια.

Όταν η θεραπεία γίνεται μακροχρόνια: Σε αυτό το σημείο θα εντοπίζαμε το σημαντικότερο ζήτημα καθώς πολλά φάρμακα εγκρίνονται βάσει κλινικών δοκιμών πολύ μικρότερης διάρκειας από εκείνη κατά την οποία τελικά χρησιμοποιούνται στην πραγματική ζωή. Οι συγγραφείς της μεγάλης σουηδικής μελέτης επισημαίνουν ότι οι τυχαιοποιημένες δοκιμές που είχαν αξιολογήσει καρδιαγγειακές επιδράσεις των φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ είχαν κατά μέσο όρο διάρκεια θεραπείας περίπου 75 ημερών. Εβδομήντα πέντε ημέρες, όμως, απέχουν πολύ από πέντε ή δέκα χρόνια καθημερινής έκθεσης. Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα για αυθαίρετη διακοπή μιας θεραπείας. Είναι όμως ισχυρό επιχείρημα υπέρ της πραγματικά ενημερωμένης συναίνεσης και της συστηματικής παρακολούθησης. Η πίεση, ο καρδιακός ρυθμός, το προσωπικό και οικογενειακό καρδιολογικό ιστορικό και η εμφάνιση συμπτωμάτων δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τυπικές λεπτομέρειες μιας συνταγογράφησης. Το ίδιο το JAMA Psychiatry, άλλωστε, καταλήγει ότι τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι της μακροχρόνιας θεραπείας πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά και ότι οι κλινικοί γιατροί χρειάζεται να παρακολουθούν συστηματικά καρδιαγγειακά σημεία και συμπτώματα. Καθώς το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα φάρμακο μπορεί να βοηθήσει. Είναι αν ο άνθρωπος που το λαμβάνει γνωρίζει ολόκληρη την εικόνα και όχι μόνο όσα γράφονται με μεγάλα γράμματα.

Πηγές και αναφορές

1. Zhang L. et al. Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder Medications and Long-Term Risk of Cardiovascular Diseases. JAMA Psychiatry, 2024;81(2):178–187 | Πρωτογενής μελέτη

2. Zhang L. et al. Risk of Cardiovascular Diseases Associated With Medications Used in Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder: A Systematic Review and Meta-analysis. JAMA Network Open, 2022;5(11):e2243597 | Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

3. Courts and Tribunals Judiciary. Jacob Wooderson: Prevention of Future Deaths Report, 2025. Επίσημη ιατροδικαστική έκθεση