Παλιές συνταγές, ξεχασμένα φυτά και γνώσεις που μεταδίδονταν επί αιώνες μπορεί να κρύβουν πολύτιμα θεραπευτικά στοιχεία. Η αναζήτησή τους, όμως, απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή επιστροφή στην παράδοση: χρειάζεται συνεργασία ιστορίας, βοτανικής και σύγχρονης φαρμακολογίας.

Η Laurence Totelin, καθηγήτρια Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, ειδικεύεται στην ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής ιατρικής, της φαρμακολογίας και της βοτανικής. Στο βιβλίο της Hippocratic Recipes μελετά τις αρχαιότερες φαρμακολογικές συνταγές που διασώζονται στην ελληνική γραμματεία, εξετάζοντας πώς η θεραπευτική γνώση μεταδιδόταν από την προφορική παράδοση στα ιατρικά κείμενα. Μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις της σύγχρονης ιατρικής ξεκίνησε όχι σε κάποιο εργαστήριο υψηλής τεχνολογίας, αλλά μέσα στις σελίδες παλαιών κινεζικών ιατρικών κειμένων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Κινέζα φαρμακευτική χημικός Tu Youyou αναζητούσε μια αποτελεσματικότερη θεραπεία για την ελονοσία. Μελετώντας εκατοντάδες παραδοσιακές συνταγές, στράφηκε στο φυτό Artemisia annua, γνωστό και ως γλυκιά αψιθιά. Το συγκεκριμένο φυτό χρησιμοποιούνταν στην Κίνα για την αντιμετώπιση εμπύρετων καταστάσεων τουλάχιστον από τον 3ο ή τον 4ο αιώνα μ.Χ. Οι πρώτες προσπάθειες εκχύλισης της δραστικής ουσίας δεν έδωσαν σταθερά αποτελέσματα. Ένα αρχαίο κείμενο, όμως, περιέγραφε μια διαφορετική μέθοδο: το φυτό έπρεπε να εμβαπτιστεί σε νερό και όχι να βράσει. Η παρατήρηση αυτή οδήγησε την Tu Youyou στην υποψία ότι η υψηλή θερμοκρασία κατέστρεφε το θεραπευτικό συστατικό.
Χρησιμοποιώντας μια διαδικασία εκχύλισης σε χαμηλότερη θερμοκρασία, η ερευνήτρια απομόνωσε την αρτεμισινίνη, μια ουσία που αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική κατά του παρασίτου της ελονοσίας. Σήμερα, οι θεραπείες που βασίζονται στην αρτεμισινίνη αποτελούν βασικό όπλο απέναντι σε μια ασθένεια που εξακολουθεί να προσβάλλει εκατομμύρια ανθρώπους. Η ανακάλυψη χάρισε στην Tu Youyou το Νόμπελ Φυσιολογίας ή Ιατρικής το 2015. Ταυτόχρονα, έδειξε με εντυπωσιακό τρόπο ότι ένα αρχαίο κείμενο μπορεί να προσφέρει όχι μόνο την ιδέα για μια θεραπεία, αλλά ακόμη και μια κρίσιμη πληροφορία για τον τρόπο παρασκευής της.

Από το φυτό στο σύγχρονο φάρμακο: Η αρτεμισινίνη δεν είναι η μοναδική σύγχρονη φαρμακευτική ουσία που έχει τις ρίζες της στην παραδοσιακή χρήση των φυτών. Η κινίνη, μία από τις πρώτες αποτελεσματικές θεραπείες για την ελονοσία, προέρχεται από τον φλοιό δέντρων του γένους Cinchona της Νότιας Αμερικής. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του φλοιού ήταν γνωστές πριν η ευρωπαϊκή επιστήμη απομονώσει τη δραστική του ουσία. Η μορφίνη προέρχεται από την οπιούχο παπαρούνα, Papaver somniferum, ένα φυτό που χρησιμοποιούνταν για την ανακούφιση του πόνου από την αρχαιότητα. Από φυτική πηγή προέρχεται και η στρυχνίνη, μια ισχυρά τοξική ουσία η οποία, παρά την επικινδυνότητά της, συνέβαλε στην εξέλιξη της φαρμακολογικής έρευνας. Τα παραδείγματα αυτά μας θυμίζουν ότι οι άνθρωποι πειραματίζονταν με τα φυτά πολύ πριν από τη γέννηση της σύγχρονης χημείας. Παρατηρούσαν τις επιδράσεις τους, συνέκριναν αποτελέσματα και μετέδιδαν τις γνώσεις τους από γενιά σε γενιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι γνώριζαν τους μηχανισμούς δράσης ή ότι οι πρακτικές τους ήταν πάντοτε ασφαλείς. Είχαν όμως δημιουργήσει ένα τεράστιο αρχείο εμπειρικών παρατηρήσεων, τμήμα του οποίου διατηρείται σε κινεζικά, ελληνικά, αραβικά και άλλα ιατρικά χειρόγραφα. Θα μπορούσαν, επομένως, αυτά τα κείμενα να περιέχουν στοιχεία για θεραπείες που δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει; Η απάντηση είναι πιθανώς θετική, αλλά η αναζήτηση είναι πολύ πιο δύσκολη από όσο φαίνεται.

Τα αρχαία ιατρικά βιβλία μοιάζουν με συλλογές συνταγών: Πολλά παλαιά φαρμακολογικά κείμενα παρουσιάζουν μια διαδοχή θεραπευτικών συνταγών. Αναφέρουν κάποια συστατικά, τον τρόπο ανάμειξης ή προετοιμασίας τους και την πάθηση για την οποία προορίζονταν. Σπάνια, όμως, εξηγούν εάν η θεραπεία εφαρμόστηκε πραγματικά, σε πόσους ανθρώπους δοκιμάστηκε ή ποιο ήταν το αποτέλεσμά της. Μπορούμε να τα παρομοιάσουμε με ένα παλιό βιβλίο μαγειρικής. Η παρουσία μιας συνταγής δεν αποδεικνύει ότι ο κάτοχος του βιβλίου τη μαγείρεψε ποτέ, ότι του άρεσε ή ότι την παρασκεύαζε ακριβώς όπως περιγράφεται. Εάν δεν άφησε σημειώσεις στις σελίδες, είναι σχεδόν αδύνατο να γνωρίζουμε πώς χρησιμοποιήθηκε στην πράξη. Τα ίδια προβλήματα αντιμετωπίζουν οι ιστορικοί της ιατρικής. Μια θεραπευτική συνταγή μπορεί να αντιγράφτηκε από παλαιότερο κείμενο χωρίς να έχει δοκιμαστεί από τον αντιγραφέα. Μπορεί επίσης να τροποποιήθηκε κατά τη μετάδοσή της ή να περιλαμβάνει ποσότητες που σήμερα δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε με βεβαιότητα. Τα χειρόγραφα δεν αποτελούν, συνεπώς, καταλόγους αποδεδειγμένων φαρμάκων. Είναι ιστορικές μαρτυρίες που πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά πριν από οποιαδήποτε εργαστηριακή δοκιμή.

Ποιο φυτό εννοούσε ο αρχαίος συγγραφέας; Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η ακριβής αναγνώριση των φυτών. Σήμερα χρησιμοποιείται διεθνώς η διωνυμική ονοματολογία. Κάθε φυτό προσδιορίζεται με το όνομα του γένους και του είδους του, όπως Artemisia annua. Το σύστημα αυτό επιτρέπει στους επιστήμονες διαφορετικών χωρών να γνωρίζουν ότι μιλούν για το ίδιο ακριβώς φυτό. Στον αρχαίο κόσμο δεν υπήρχε ένα αντίστοιχο ενιαίο σύστημα. Το ίδιο όνομα μπορούσε να χρησιμοποιείται για διαφορετικά φυτά, ενώ ένα φυτό μπορούσε να έχει πολλά ονόματα ανάλογα με την περιοχή, τη διάλεκτο ή τη χρήση του. Οι περιγραφές δεν είναι πάντοτε αρκετές για μια ασφαλή ταυτοποίηση. Ακόμη και αν ένα αρχαίο όνομα φαίνεται να αντιστοιχεί σε ένα σύγχρονο φυτό, μπορεί στην πραγματικότητα να αναφέρεται σε συγγενικό είδος με διαφορετική χημική σύσταση. Η λανθασμένη αναγνώριση δεν οδηγεί απλώς σε αποτυχημένο πείραμα. Μπορεί να είναι και επικίνδυνη, καθώς είδη που μοιάζουν εξωτερικά ενδέχεται να έχουν πολύ διαφορετική τοξικότητα.

Οι ασθένειες δεν περιγράφονταν όπως σήμερα: Ακόμη δυσκολότερη είναι η μετάφραση των αρχαίων ασθενειών στη γλώσσα της σύγχρονης ιατρικής. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι, για παράδειγμα, συχνά αντιμετώπιζαν τον πυρετό ως ιδιαίτερη νόσο. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο πυρετός είναι σύμπτωμα, το οποίο μπορεί να εμφανιστεί σε πολλές και εντελώς διαφορετικές παθήσεις. Στα ελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα συναντάμε συχνά αναφορές σε «διαλείποντες πυρετούς», οι οποίοι υποχωρούσαν και επανεμφανίζονταν σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Αυτό το πρότυπο μπορεί να θυμίζει την ελονοσία, δεν αποτελεί όμως από μόνο του ασφαλή διάγνωση. Παρόμοιος πυρετός μπορεί να παρουσιαστεί και σε άλλες λοιμώξεις. Αν μια αρχαία συνταγή προτείνεται για έναν «διαλείποντα πυρετό», δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια νόσο αντιμετώπιζε. Η εργαστηριακή δοκιμή όλων αυτών των θεραπειών αποκλειστικά κατά της ελονοσίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα και να παραβλέψει άλλες πιθανές εφαρμογές. Οι ιστορικοί πρέπει, επομένως, να μελετούν όχι μόνο τις λέξεις, αλλά και ολόκληρο το ιατρικό και πολιτισμικό σύστημα μέσα στο οποίο χρησιμοποιούνταν.

Ούτε εξιδανίκευση ούτε απόρριψη: Η αναγνώριση της αξίας της αρχαίας γνώσης δεν σημαίνει ότι όλες οι παλαιές θεραπείες ήταν αποτελεσματικές ή ασφαλείς. Πολλές δεν είχαν πραγματικό θεραπευτικό αποτέλεσμα, ενώ ορισμένες μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη. Στην αρχαία ελληνική ιατρική, για παράδειγμα, χρησιμοποιούνταν συχνά ο ελλέβορος για την πρόκληση ισχυρής κάθαρσης. Το φυτό είναι τοξικό και η υπερβολική δόση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές δηλητηριάσεις. Μια πρακτική που φαινόταν λογική μέσα στο τότε θεραπευτικό σύστημα δεν γίνεται ασφαλής επειδή είναι αρχαία ή «φυσική». Υπάρχει και ένας ακόμη κίνδυνος: να επιλέγουμε από την αρχαία ιατρική μόνο όσα επιβεβαιώνονται από τη σημερινή επιστήμη και να αγνοούμε το υπόλοιπο πλαίσιο. Οι παλαιές θεραπευτικές παραδόσεις αποτελούσαν ολοκληρωμένα συστήματα, συνδεδεμένα με συγκεκριμένες αντιλήψεις για το σώμα, την ασθένεια, τη διατροφή και το περιβάλλον. Για να κατανοήσουμε μια συνταγή, πρέπει πρώτα να αντιληφθούμε τη θέση που κατείχε στο σύστημα από το οποίο προήλθε. Μόνο τότε μπορούμε να τη μεταφέρουμε υπεύθυνα στο εργαστήριο και να ελέγξουμε τις πιθανές ιδιότητές της.

Μια συνάντηση διαφορετικών επιστημών: Η αξιοποίηση των αρχαίων ιατρικών κειμένων απαιτεί πραγματική διεπιστημονική συνεργασία. Οι ιστορικοί και οι φιλόλογοι μπορούν να ερμηνεύσουν τη γλώσσα, να συγκρίνουν χειρόγραφα και να τοποθετήσουν μια θεραπεία στο πολιτισμικό της πλαίσιο. Οι βοτανολόγοι μπορούν να συμβάλουν στην αναγνώριση των φυτών, ενώ οι εθνοφαρμακολόγοι εξετάζουν πώς οι παραδοσιακές γνώσεις διατηρήθηκαν ή μεταβλήθηκαν μέσα στις κοινότητες. Στη συνέχεια, οι φαρμακολόγοι και οι χημικοί μπορούν να αναλύσουν τα συστατικά, να απομονώσουν δραστικές ενώσεις και να αξιολογήσουν τη δράση και την τοξικότητά τους. Καμία από αυτές τις ειδικότητες δεν αρκεί μόνη της. Οι διαφορετικοί επιστήμονες δεν χρησιμοποιούν πάντοτε την ίδια γλώσσα ούτε θέτουν τα ίδια ερωτήματα. Η συνεργασία μπορεί να είναι δύσκολη, αλλά το παράδειγμα της αρτεμισινίνης δείχνει πόσο σημαντικό μπορεί να είναι το αποτέλεσμα. Τα αρχαία βιβλία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ούτε ως συλλογές θαυματουργών μυστικών ούτε ως κατάλοιπα μιας ξεπερασμένης εποχής. Είναι αποθήκες ανθρώπινης εμπειρίας: ανομοιογενείς, συχνά ασαφείς και κάποτε επικίνδυνες, αλλά ενδεχομένως πολύτιμες. Η επόμενη σημαντική θεραπευτική ανακάλυψη μπορεί πράγματι να βρίσκεται σε ένα παλιό χειρόγραφο. Για να τη διακρίνουμε, όμως, χρειάζεται να πλησιάσουμε την παράδοση με σεβασμό, την ιστορία με ακρίβεια και τη θεραπευτική υπόσχεση με την αυστηρότητα της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας.

Πηγή: Laurence M. V. Totelin, Hippocratic Recipes: Oral and Written Transmission of Pharmacological Knowledge in Fifth- and Fourth-Century Greece, Brill, 2009.

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Info

Καθώς η χρήση φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ αυξάνεται, νέα δεδομένα ενισχύουν τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις τους στην καρδιαγγειακή υγεία. Πόσο καθαρά παρουσιάζονται αυτοί οι κίνδυνοι πριν από τη συνταγογράφηση και πόσο επαρκής είναι η παρακολούθηση όταν η θεραπεία διαρκεί χρόνια; Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Διεγερτικά όπως η μεθυλφαινιδάτη και η lisdexamfetamine χορηγούνται σε παιδιά και ενήλικες, συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Μαζί όμως με τα θεραπευτικά οφέλη υπάρχει ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί πλέον να παραμένει στο περιθώριο: τι γνωρίζουμε για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις αυτών των φαρμάκων στην καρδιά; Το ζήτημα ήρθε πρόσφατα ξανά στην επικαιρότητα στη Βρετανία μέσα από την περίπτωση του 28χρονου Jacob Wooderson. Ο Wooderson είχε διαγνωστεί με ΔΕΠΥ και λάμβανε Elvanse (lisdexamfetamine), ένα φάρμακο με βάση την αμφεταμίνη. Η δόση του αυξήθηκε σταδιακά από 30 mg σε 70 mg. Τον Αύγουστο του 2024 πέθανε αιφνίδια. Η επίσημη ιατροδικαστική έκθεση κατέγραψε ως αιτία θανάτου το σύνδρομο αιφνίδιου αρρυθμικού θανάτου (SADS) και ως δεύτερο παράγοντα τη θεραπεία με Elvanse. Η coroner Sarah Bourke επισήμανε ότι το συγκεκριμένο φάρμακο μπορεί να έχει σοβαρές καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες και εξέφρασε ανησυχία για την ανάγκη επαρκούς παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού όταν αυξάνεται η δοσολογία. Αυτό αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: πόσο εμφανώς και συστηματικά επισημαίνονται οι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι στους ανθρώπους που ξεκινούν μια θεραπεία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια;

Τι δείχνουν οι μεγάλες μελέτες: Τα διεγερτικά φάρμακα για τη ΔΕΠΥ δεν είναι καρδιαγγειακά ουδέτερα. Μέσω της δράσης τους στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα μπορούν να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι μεταβολές μεταφράζονται μακροπρόθεσμα σε κλινικά σημαντική καρδιαγγειακή νόσο. Μία από τις σημαντικότερες σχετικές έρευνες δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν σουηδικά δεδομένα 278.027 ανθρώπων ηλικίας 6 έως 64 ετών με διάγνωση ΔΕΠΥ ή χρήση σχετικών φαρμάκων και εξέτασαν την έκθεση στη θεραπεία για χρονικό διάστημα έως 14 ετών.Τα αποτελέσματα αξίζουν προσοχής. Όσο μεγαλύτερη ήταν η συνολική διάρκεια χρήσης, τόσο υψηλότερη ήταν η συσχέτιση με καρδιαγγειακή νόσο. Για χρήση τριών έως πέντε ετών, οι πιθανότητες ήταν αυξημένες κατά 27% σε σχέση με τη μη χρήση, ενώ για περισσότερα από πέντε χρόνια κατά 23%. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η συσχέτιση με την υπέρταση: σε όσους είχαν έκθεση άνω των πέντε ετών, οι πιθανότητες διάγνωσης υπέρτασης ήταν περίπου 80% υψηλότερες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος που λαμβάνει φάρμακα για τη ΔΕΠΥ έχει «80% πιθανότητα» να εμφανίσει υπέρταση. Πρόκειται για σχετική αύξηση των πιθανοτήτων σε σύγκριση με τη συγκεκριμένη ομάδα αναφοράς. Ούτε μια παρατηρητική μελέτη μπορεί από μόνη της να αποδείξει αιτιώδη σχέση. Υπάρχει μάλιστα και η άλλη πλευρά των επιστημονικών δεδομένων. Μετα-ανάλυση 19 μελετών με περισσότερους από 3,9 εκατομμύρια συμμετέχοντες δεν βρήκε στατιστικά σημαντική συνολική συσχέτιση μεταξύ των φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ και καρδιαγγειακών επεισοδίων. Οι ερευνητές, ωστόσο, σημείωσαν ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί μια αύξηση του κινδύνου, ιδιαίτερα για καρδιακή ανακοπή ή ταχυαρρυθμίες, και επισήμαναν την ανάγκη καλύτερων δεδομένων για τη μακροχρόνια χρήση. Η διάμεση παρακολούθηση στις μελέτες της συγκεκριμένης μετα-ανάλυσης ήταν μόλις 1,5 έτος, σημαντικός περιορισμός όταν μιλάμε για θεραπείες που μπορεί να συνεχίζονται επί χρόνια.

Όταν η θεραπεία γίνεται μακροχρόνια: Σε αυτό το σημείο θα εντοπίζαμε το σημαντικότερο ζήτημα καθώς πολλά φάρμακα εγκρίνονται βάσει κλινικών δοκιμών πολύ μικρότερης διάρκειας από εκείνη κατά την οποία τελικά χρησιμοποιούνται στην πραγματική ζωή. Οι συγγραφείς της μεγάλης σουηδικής μελέτης επισημαίνουν ότι οι τυχαιοποιημένες δοκιμές που είχαν αξιολογήσει καρδιαγγειακές επιδράσεις των φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ είχαν κατά μέσο όρο διάρκεια θεραπείας περίπου 75 ημερών. Εβδομήντα πέντε ημέρες, όμως, απέχουν πολύ από πέντε ή δέκα χρόνια καθημερινής έκθεσης. Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα για αυθαίρετη διακοπή μιας θεραπείας. Είναι όμως ισχυρό επιχείρημα υπέρ της πραγματικά ενημερωμένης συναίνεσης και της συστηματικής παρακολούθησης. Η πίεση, ο καρδιακός ρυθμός, το προσωπικό και οικογενειακό καρδιολογικό ιστορικό και η εμφάνιση συμπτωμάτων δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τυπικές λεπτομέρειες μιας συνταγογράφησης. Το ίδιο το JAMA Psychiatry, άλλωστε, καταλήγει ότι τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι της μακροχρόνιας θεραπείας πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά και ότι οι κλινικοί γιατροί χρειάζεται να παρακολουθούν συστηματικά καρδιαγγειακά σημεία και συμπτώματα. Καθώς το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα φάρμακο μπορεί να βοηθήσει. Είναι αν ο άνθρωπος που το λαμβάνει γνωρίζει ολόκληρη την εικόνα και όχι μόνο όσα γράφονται με μεγάλα γράμματα.

Πηγές και αναφορές

1. Zhang L. et al. Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder Medications and Long-Term Risk of Cardiovascular Diseases. JAMA Psychiatry, 2024;81(2):178–187 | Πρωτογενής μελέτη

2. Zhang L. et al. Risk of Cardiovascular Diseases Associated With Medications Used in Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder: A Systematic Review and Meta-analysis. JAMA Network Open, 2022;5(11):e2243597 | Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

3. Courts and Tribunals Judiciary. Jacob Wooderson: Prevention of Future Deaths Report, 2025. Επίσημη ιατροδικαστική έκθεση

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Info

Αν πάσχετε από αρθρίτιδα στο γόνατο, δεν χρειάζεται να παίρνετε φάρμακα: υπάρχουν πολλές άλλες επιλογές που είναι εξίσου αποτελεσματικές στην ανακούφιση του πόνου και στη βελτίωση της κινητικότητας.
Οι επιγονατίδες, η υδροθεραπεία και η άσκηση είναι εξίσου αποτελεσματικές με τα παυσίπονα και τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, και δεν ενέχουν τον κίνδυνο παρενεργειών που μπορούν να καταστρέψουν τη ζωή σας, σύμφωνα με ερευνητές του First People’s Hospital of Neijiang στην Κίνα.
Εξέτασαν εκ νέου 139 κλινικές δοκιμές με σχεδόν 10.000 συμμετέχοντες, οι οποίες είχαν αξιολογήσει 12 μη φαρμακευτικές θεραπείες για την οστεοαρθρίτιδα του γόνατος, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας με λέιζερ, της ηλεκτρικής διέγερσης, των επιγονατίδων, των παπουτσιών, της ταινίας κινησιολογίας, της υδροθεραπείας, της άσκησης και του υπερήχου.
Οι επιγονατίδες κατέλαβαν την πρώτη θέση συνολικά, παρουσιάζοντας ισχυρά αποτελέσματα στη μείωση του πόνου, στη βελτίωση της λειτουργίας των αρθρώσεων και στην ανακούφιση της δυσκαμψίας, ενώ η υδροθεραπεία —ασκήσεις ή θεραπείες σε ζεστό νερό— ήταν η καλύτερη επιλογή για την ανακούφιση του πόνου. Η τακτική άσκηση επίσης απέφερε σταθερά οφέλη, βελτιώνοντας τόσο τα επίπεδα πόνου όσο και τη σωματική λειτουργία.
Ορισμένες προηγμένες θεραπείες, όπως η θεραπεία με λέιζερ υψηλής έντασης και η θεραπεία με κρουστικά κύματα, παρείχαν μέτριες βελτιώσεις. Αντίθετα, ο υπέρηχος κατατάχθηκε σταθερά ως η λιγότερο αποτελεσματική επιλογή.

Πηγή: PLOS One, 2025; 20 (6): e0324864; doi: 10.1371/journal.pone.0324864

Κατηγορία Έρευνα

Η φροντίδα των ατόμων με άνοια απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στη φαρμακευτική αγωγή, καθώς ορισμένες ουσίες μπορούν να επιδεινώσουν τη σύγχυση, να αυξήσουν τον κίνδυνο πτώσεων και να επιβαρύνουν περαιτέρω τη γνωστική λειτουργία. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των υγειονομικών αρχών, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών εξακολουθεί να λαμβάνει φάρμακα με έντονη αντιχολινεργική και κατασταλτική δράση. Τα πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο αξιοποιούνται επαρκώς οι ασφαλέστερες εναλλακτικές και ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος μιας πιο ολιστικής προσέγγισης στη διαχείριση της άνοιας.
Οι γιατροί αγνοούν όλα τα προειδοποιητικά σημάδια και συνεχίζουν να συνταγογραφούν επικίνδυνα φάρμακα τύπου «chemical cosh» σε ασθενείς με άνοια.
Περίπου το 25% όλων των ασθενών με άνοια εξακολουθεί να λαμβάνει ένα από τα ισχυρά αυτά φάρμακα, τα οποία προκαλούν σύγχυση και αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσεων.
Παρότι η χρήση των συγκεκριμένων φαρμάκων έχει μειωθεί σημαντικά έπειτα από πολυάριθμες προειδοποιήσεις των υγειονομικών αρχών, περίπου το ένα τέταρτο των ατόμων με άνοια και γνωστική έκπτωση συνεχίζει να λαμβάνει αντικαταθλιπτικά με έντονες αντιχολινεργικές ιδιότητες - φάρμακα που επηρεάζουν τον έλεγχο της ακράτειας και του ακανόνιστου καρδιακού ρυθμού- καθώς και αντιψυχωσικά, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες και μη βενζοδιαζεπινικά υπνωτικά.
Ερευνητές από το University of California, Los Angeles Health Sciences δήλωσαν έκπληκτοι όταν διαπίστωσαν ότι τα φάρμακα αυτά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ευρέως, παρόλο που υπάρχουν ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις.

JAMA, 2026; doi: 10.1001/jama.2025.23697

Κατηγορία Info
Σελίδα 1 από 4