Όσο περισσότερο οι σύγχρονες κοινωνίες ασχολούνται με την ψυχική υγεία, τόσο περισσότεροι άνθρωποι αποκτούν μια ψυχιατρική διάγνωση. Πρόκειται πράγματι για μια πρωτοφανή κρίση ψυχικής υγείας ή μήπως έχουμε αρχίσει να μετατρέπουμε τις φυσιολογικές δυσκολίες της ανθρώπινης ζωής σε διαταραχές;
Τα στοιχεία μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, ανησυχητικά. Περισσότεροι από 1,1 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν σήμερα με κάποια ψυχική διαταραχή. Στις ΗΠΑ, σχεδόν οι μισοί έφηβοι εκτιμάται ότι κάποια στιγμή στη ζωή τους έχουν πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια τουλάχιστον μίας ψυχικής διαταραχής. Στην Αυστραλία, περισσότερο από το ένα τρίτο των νέων 16–24 ετών πληρούσε μέσα σε ένα έτος τα κριτήρια κάποιας ψυχικής διαταραχής. Αν πάρουμε αυτούς τους αριθμούς κατά γράμμα, οδηγούμαστε σε ένα παράδοξο. Οι κοινωνίες με μεγαλύτερη υλική ασφάλεια, καλύτερη υγειονομική περίθαλψη, υψηλότερο προσδόκιμο ζωής και περισσότερες δυνατότητες από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά φαίνεται ταυτόχρονα να παράγουν πρωτοφανή επίπεδα ψυχικής ασθένειας. Υπάρχει όμως και μια διαφορετική εξήγηση: ίσως δεν αυξάνονται μόνο οι ψυχικές διαταραχές. Αυξάνεται και ο αριθμός των ανθρώπινων εμπειριών που έχουμε μάθει να ονομάζουμε ψυχικές διαταραχές.
Όταν η δυσκολία αποκτά διάγνωση: Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η θλίψη, η ανησυχία, η μοναξιά, η κοινωνική αμηχανία, η δυσκολία συγκέντρωσης ή οι έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις αποτελούσαν μέρος των αντιξοοτήτων της ζωής. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, η ΔΕΠΥ ή ο αυτισμός δεν είναι πραγματικές καταστάσεις. Για πολλούς ανθρώπους προκαλούν σοβαρή και πραγματική λειτουργική επιβάρυνση. Όμως το ερώτημα που προκύπτει αναπόφευκτα είναι το εξής: πού χαράσσουμε το όριο ανάμεσα στη διαταραχή και στη φυσιολογική ανθρώπινη ποικιλομορφία;
Η ψυχιατρική αντιμετωπίζει εδώ μια ιδιαίτερη δυσκολία. Σε αντίθεση με πολλές άλλες περιοχές της ιατρικής, αρκετές ψυχιατρικές διαγνώσεις δεν επιβεβαιώνονται με μια αιματολογική εξέταση, μια βιοψία ή μια απεικονιστική μέθοδο. Δεν υπάρχει μία εξέταση που να διαχωρίζει αντικειμενικά την καθημερινή ανησυχία από την αγχώδη διαταραχή ή τη συνηθισμένη διάσπαση της προσοχής από τη ΔΕΠΥ. Η διάγνωση βασίζεται σε συμπτώματα, συμπεριφορές, λειτουργική επιβάρυνση και τελικά στην εκτίμηση του ειδικού σύμφωνα με καθορισμένα διαγνωστικά κριτήρια. Και τα όρια αυτά δεν παραμένουν αμετάβλητα.
Οι διαδοχικές εκδόσεις του Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM) έχουν τροποποιήσει τις κατηγορίες και τα κριτήρια αρκετών διαταραχών. Στη ΔΕΠΥ, για παράδειγμα, το DSM-5 αύξησε την ηλικία μέχρι την οποία πρέπει να έχουν εμφανιστεί ορισμένα συμπτώματα και μείωσε τον απαιτούμενο αριθμό συμπτωμάτων για τους ενήλικες. Στον αυτισμό, διαφορετικές προηγούμενες διαγνωστικές κατηγορίες εντάχθηκαν κάτω από την ευρύτερη έννοια της διαταραχής αυτιστικού φάσματος.
Η μεγαλύτερη ευαισθησία μπορεί να εντοπίζει ανθρώπους που παλαιότερα έμεναν χωρίς βοήθεια. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να μετακινεί τη γραμμή που χωρίζει την ιδιοσυγκρασία από την παθολογία.
Οι αριθμοί ανεβαίνουν: Η ΔΕΠΥ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μελέτη σε 186.457 παιδιά και εφήβους στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι το ποσοστό όσων είχαν λάβει διάγνωση αυξήθηκε από 6,1% το 1997–1998 σε 10,2% το 2015–2016. Οι ίδιοι οι ερευνητές κατέληξαν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να κατανοηθούν οι αιτίες αυτής της μεγάλης αύξησης. Παρόμοιες αυξήσεις παρατηρούνται σε άλλες κατηγορίες. Στα παιδιά και στους εφήβους των ΗΠΑ, οι διαγνώσεις άγχους και κατάθλιψης αυξήθηκαν σημαντικά μεταξύ 2016 και 2022. Αλλά η αύξηση μιας διάγνωσης δεν αποδεικνύει από μόνη της ισόποση αύξηση της ίδιας της υποκείμενης διαταραχής. Μπορεί να αντανακλά καλύτερη αναγνώριση και μικρότερο κοινωνικό στίγμα. Μπορεί όμως να αντανακλά επίσης ευρύτερα κριτήρια, συχνότερο screening και μεγαλύτερη προθυμία τόσο των επαγγελματιών όσο και των πολιτών να ερμηνεύουν καθημερινές δυσκολίες μέσα από ένα διαγνωστικό πλαίσιο.
Όταν η διάγνωση ανοίγει την πόρτα στη θεραπεία: Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος παράγοντας, που έχει συζητηθεί λιγότερο: τα οικονομικά κίνητρα. Στις ΗΠΑ η πρόσβαση σε πολλές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ασφαλιστικές καλύψεις, ειδικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες και θεραπευτικές παρεμβάσεις, προϋποθέτει συχνά μια επίσημη διάγνωση. Η διάγνωση δεν είναι επομένως απλώς μια περιγραφή της κατάστασης ενός ανθρώπου. Μπορεί να λειτουργεί και ως κλειδί που ανοίγει την πρόσβαση σε υπηρεσίες και χρηματοδότηση. Όταν όμως η χρηματοδότηση προϋποθέτει διάγνωση και η διάγνωση στηρίζεται σε κριτήρια που περιλαμβάνουν αναπόφευκτα έναν βαθμό κλινικής κρίσης, δημιουργείται ένα παράδοξο κίνητρο: ένα σύστημα που θέλει να προσφέρει περισσότερη φροντίδα μπορεί συγχρόνως να έχει λόγους να χαρακτηρίζει περισσότερους ανθρώπους ως ασθενείς.
Οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο supplier-induced demand, ζήτηση που προκαλείται ή ενισχύεται από τον ίδιο τον πάροχο. Αυτό δεν σημαίνει ότι γιατροί και θεραπευτές «εφευρίσκουν» συνειδητά ασθένειες. Σημαίνει ότι ένα σύστημα μπορεί, χωρίς καμία συνωμοσία, να ανταμείβει σταδιακά τη διάγνωση, τη θεραπεία και την αύξηση της χρήσης υπηρεσιών περισσότερο από την επιλογή της μη παρέμβασης. Η πανδημία επιτάχυνε αυτή τη δυναμική. Κατά τον πρώτο χρόνο της COVID-19, η χρήση τηλεϊατρικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας στις ΗΠΑ αυξήθηκε θεαματικά. Μελέτη της RAND κατέγραψε αύξηση της τηλεϊατρικής φροντίδας για αρκετές ψυχικές διαταραχές, σε μια περίοδο κατά την οποία η εξ αποστάσεως πρόσβαση στη θεραπεία έγινε πολύ ευκολότερη.
Η ευημερία έχει κάποιο τίμημα; Και εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Ίσως οι υψηλοί αριθμοί ψυχιατρικών διαγνώσεων να μην αποτελούν μόνο ένδειξη μιας κοινωνίας που νοσεί. Μπορεί εν μέρει να αποτελούν και παράγωγο μιας κοινωνίας που έχει την πολυτέλεια να ασχολείται περισσότερο με την ψυχική της κατάσταση. Όταν η επιβίωση καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητας, υπάρχει ελάχιστος χώρος για να αναλυθεί κάθε δυσφορία. Όσο αυξάνονται η ασφάλεια, η ευημερία και οι διαθέσιμες θεραπευτικές υπηρεσίες, τόσο περισσότερο στρέφεται η προσοχή από την απλή επιβίωση προς την ψυχική ευεξία. Αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, πρόοδος. Άνθρωποι που κάποτε υπέφεραν σιωπηλά μπορούν σήμερα να ζητήσουν βοήθεια. Υπάρχει όμως ένα σημείο πέρα από το οποίο η ευαισθησία μπορεί να μετατραπεί σε παθολογικοποίηση. Ένα παιδί που δυσκολεύεται να παραμείνει ακίνητο, ένας έφηβος που προτιμά τη μοναχικότητα, ένας ενήλικας που περνά μια περίοδο έντονου άγχους ή ένας άνθρωπος που υποφέρει μετά από μια απώλεια δεν αποτελούν αυτομάτως ψυχιατρικούς ασθενείς. Η δυσφορία δεν είναι πάντοτε διαταραχή. Η θλίψη δεν είναι πάντοτε κατάθλιψη. Η ανησυχία δεν είναι πάντοτε αγχώδης διαταραχή. Η διαφορετικότητα δεν είναι κατ’ ανάγκην παθολογία. Οπότε το κρίσιμο ερώτημα της εποχής δεν είναι μόνο «γιατί υπάρχουν τόσες ψυχικές διαταραχές;», αλλά και ένα δυσκολότερο: Πώς φτάσαμε να θεωρούμε τόσο μεγάλο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας διαγνώσιμο; Γιατί μια κοινωνία που προσπαθεί να εξαλείψει κάθε ψυχική δυσφορία κινδυνεύει τελικά να ξεχάσει κάτι ουσιώδες: ότι η ψυχική υγεία δεν σημαίνει μια ζωή χωρίς φόβο, θλίψη, αβεβαιότητα, απογοήτευση ή εσωτερικές συγκρούσεις. Σημαίνει επίσης την ανθρώπινη ικανότητα να περνάμε μέσα από αυτές.
Έρευνες & πηγές
1. Omary A, Singer J, Williams A. (2026). Psychiatric Overdiagnosis: The Price of Prosperity? Human Progress / Cato Institute. Human Progress – αρχικό άρθρο
2. Xu G, Strathearn L, Liu B, Yang B, Bao W. (2018). Twenty-Year Trends in Diagnosed Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder Among US Children and Adolescents, 1997–2016. JAMA Network Open, 1(4):e181471. DOI: 10.1001/jamanetworkopen.2018.1471. Η μελέτη περιέλαβε 186.457 παιδιά και εφήβους και κατέγραψε αύξηση της διαγνωσμένης ΔΕΠΥ από 6,1% σε 10,2%. Πλήρης μελέτη – PubMed Central
3. Casseus M. (2025). Anxiety, Depression, and Behavioural Problems Among US Children and Adolescents, 2016–2022. Infant and Child Development. Πλήρης μελέτη – Wiley
4. American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM). Πληροφορίες για το DSM και τις διαγνωστικές κατηγορίες. American Psychiatric Association – DSM
5. RAND Corporation (2023). Mental Health Telehealth Services Increased During Pandemic; Treatment Rates Increased for Some Disorders. Στοιχεία για τη μεγάλη μετατόπιση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας προς την τηλεϊατρική κατά την πανδημία.
RAND – Mental Health Telehealth Services
