Όσο περισσότερο οι σύγχρονες κοινωνίες ασχολούνται με την ψυχική υγεία, τόσο περισσότεροι άνθρωποι αποκτούν μια ψυχιατρική διάγνωση. Πρόκειται πράγματι για μια πρωτοφανή κρίση ψυχικής υγείας ή μήπως έχουμε αρχίσει να μετατρέπουμε τις φυσιολογικές δυσκολίες της ανθρώπινης ζωής σε διαταραχές;

Τα στοιχεία μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, ανησυχητικά. Περισσότεροι από 1,1 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν σήμερα με κάποια ψυχική διαταραχή. Στις ΗΠΑ, σχεδόν οι μισοί έφηβοι εκτιμάται ότι κάποια στιγμή στη ζωή τους έχουν πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια τουλάχιστον μίας ψυχικής διαταραχής. Στην Αυστραλία, περισσότερο από το ένα τρίτο των νέων 16–24 ετών πληρούσε μέσα σε ένα έτος τα κριτήρια κάποιας ψυχικής διαταραχής. Αν πάρουμε αυτούς τους αριθμούς κατά γράμμα, οδηγούμαστε σε ένα παράδοξο. Οι κοινωνίες με μεγαλύτερη υλική ασφάλεια, καλύτερη υγειονομική περίθαλψη, υψηλότερο προσδόκιμο ζωής και περισσότερες δυνατότητες από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά φαίνεται ταυτόχρονα να παράγουν πρωτοφανή επίπεδα ψυχικής ασθένειας. Υπάρχει όμως και μια διαφορετική εξήγηση: ίσως δεν αυξάνονται μόνο οι ψυχικές διαταραχές. Αυξάνεται και ο αριθμός των ανθρώπινων εμπειριών που έχουμε μάθει να ονομάζουμε ψυχικές διαταραχές.

Όταν η δυσκολία αποκτά διάγνωση: Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η θλίψη, η ανησυχία, η μοναξιά, η κοινωνική αμηχανία, η δυσκολία συγκέντρωσης ή οι έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις αποτελούσαν μέρος των αντιξοοτήτων της ζωής. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, η ΔΕΠΥ ή ο αυτισμός δεν είναι πραγματικές καταστάσεις. Για πολλούς ανθρώπους προκαλούν σοβαρή και πραγματική λειτουργική επιβάρυνση. Όμως το ερώτημα που προκύπτει αναπόφευκτα είναι το εξής: πού χαράσσουμε το όριο ανάμεσα στη διαταραχή και στη φυσιολογική ανθρώπινη ποικιλομορφία;
Η ψυχιατρική αντιμετωπίζει εδώ μια ιδιαίτερη δυσκολία. Σε αντίθεση με πολλές άλλες περιοχές της ιατρικής, αρκετές ψυχιατρικές διαγνώσεις δεν επιβεβαιώνονται με μια αιματολογική εξέταση, μια βιοψία ή μια απεικονιστική μέθοδο. Δεν υπάρχει μία εξέταση που να διαχωρίζει αντικειμενικά την καθημερινή ανησυχία από την αγχώδη διαταραχή ή τη συνηθισμένη διάσπαση της προσοχής από τη ΔΕΠΥ. Η διάγνωση βασίζεται σε συμπτώματα, συμπεριφορές, λειτουργική επιβάρυνση και τελικά στην εκτίμηση του ειδικού σύμφωνα με καθορισμένα διαγνωστικά κριτήρια. Και τα όρια αυτά δεν παραμένουν αμετάβλητα.
Οι διαδοχικές εκδόσεις του Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM) έχουν τροποποιήσει τις κατηγορίες και τα κριτήρια αρκετών διαταραχών. Στη ΔΕΠΥ, για παράδειγμα, το DSM-5 αύξησε την ηλικία μέχρι την οποία πρέπει να έχουν εμφανιστεί ορισμένα συμπτώματα και μείωσε τον απαιτούμενο αριθμό συμπτωμάτων για τους ενήλικες. Στον αυτισμό, διαφορετικές προηγούμενες διαγνωστικές κατηγορίες εντάχθηκαν κάτω από την ευρύτερη έννοια της διαταραχής αυτιστικού φάσματος.
Η μεγαλύτερη ευαισθησία μπορεί να εντοπίζει ανθρώπους που παλαιότερα έμεναν χωρίς βοήθεια. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να μετακινεί τη γραμμή που χωρίζει την ιδιοσυγκρασία από την παθολογία.

Οι αριθμοί ανεβαίνουν: Η ΔΕΠΥ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μελέτη σε 186.457 παιδιά και εφήβους στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι το ποσοστό όσων είχαν λάβει διάγνωση αυξήθηκε από 6,1% το 1997–1998 σε 10,2% το 2015–2016. Οι ίδιοι οι ερευνητές κατέληξαν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να κατανοηθούν οι αιτίες αυτής της μεγάλης αύξησης. Παρόμοιες αυξήσεις παρατηρούνται σε άλλες κατηγορίες. Στα παιδιά και στους εφήβους των ΗΠΑ, οι διαγνώσεις άγχους και κατάθλιψης αυξήθηκαν σημαντικά μεταξύ 2016 και 2022. Αλλά η αύξηση μιας διάγνωσης δεν αποδεικνύει από μόνη της ισόποση αύξηση της ίδιας της υποκείμενης διαταραχής. Μπορεί να αντανακλά καλύτερη αναγνώριση και μικρότερο κοινωνικό στίγμα. Μπορεί όμως να αντανακλά επίσης ευρύτερα κριτήρια, συχνότερο screening και μεγαλύτερη προθυμία τόσο των επαγγελματιών όσο και των πολιτών να ερμηνεύουν καθημερινές δυσκολίες μέσα από ένα διαγνωστικό πλαίσιο.

Όταν η διάγνωση ανοίγει την πόρτα στη θεραπεία: Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος παράγοντας, που έχει συζητηθεί λιγότερο: τα οικονομικά κίνητρα. Στις ΗΠΑ η πρόσβαση σε πολλές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ασφαλιστικές καλύψεις, ειδικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες και θεραπευτικές παρεμβάσεις, προϋποθέτει συχνά μια επίσημη διάγνωση. Η διάγνωση δεν είναι επομένως απλώς μια περιγραφή της κατάστασης ενός ανθρώπου. Μπορεί να λειτουργεί και ως κλειδί που ανοίγει την πρόσβαση σε υπηρεσίες και χρηματοδότηση. Όταν όμως η χρηματοδότηση προϋποθέτει διάγνωση και η διάγνωση στηρίζεται σε κριτήρια που περιλαμβάνουν αναπόφευκτα έναν βαθμό κλινικής κρίσης, δημιουργείται ένα παράδοξο κίνητρο: ένα σύστημα που θέλει να προσφέρει περισσότερη φροντίδα μπορεί συγχρόνως να έχει λόγους να χαρακτηρίζει περισσότερους ανθρώπους ως ασθενείς.
Οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο supplier-induced demand, ζήτηση που προκαλείται ή ενισχύεται από τον ίδιο τον πάροχο. Αυτό δεν σημαίνει ότι γιατροί και θεραπευτές «εφευρίσκουν» συνειδητά ασθένειες. Σημαίνει ότι ένα σύστημα μπορεί, χωρίς καμία συνωμοσία, να ανταμείβει σταδιακά τη διάγνωση, τη θεραπεία και την αύξηση της χρήσης υπηρεσιών περισσότερο από την επιλογή της μη παρέμβασης. Η πανδημία επιτάχυνε αυτή τη δυναμική. Κατά τον πρώτο χρόνο της COVID-19, η χρήση τηλεϊατρικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας στις ΗΠΑ αυξήθηκε θεαματικά. Μελέτη της RAND κατέγραψε αύξηση της τηλεϊατρικής φροντίδας για αρκετές ψυχικές διαταραχές, σε μια περίοδο κατά την οποία η εξ αποστάσεως πρόσβαση στη θεραπεία έγινε πολύ ευκολότερη.

Η ευημερία έχει κάποιο τίμημα; Και εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Ίσως οι υψηλοί αριθμοί ψυχιατρικών διαγνώσεων να μην αποτελούν μόνο ένδειξη μιας κοινωνίας που νοσεί. Μπορεί εν μέρει να αποτελούν και παράγωγο μιας κοινωνίας που έχει την πολυτέλεια να ασχολείται περισσότερο με την ψυχική της κατάσταση. Όταν η επιβίωση καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητας, υπάρχει ελάχιστος χώρος για να αναλυθεί κάθε δυσφορία. Όσο αυξάνονται η ασφάλεια, η ευημερία και οι διαθέσιμες θεραπευτικές υπηρεσίες, τόσο περισσότερο στρέφεται η προσοχή από την απλή επιβίωση προς την ψυχική ευεξία. Αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, πρόοδος. Άνθρωποι που κάποτε υπέφεραν σιωπηλά μπορούν σήμερα να ζητήσουν βοήθεια. Υπάρχει όμως ένα σημείο πέρα από το οποίο η ευαισθησία μπορεί να μετατραπεί σε παθολογικοποίηση. Ένα παιδί που δυσκολεύεται να παραμείνει ακίνητο, ένας έφηβος που προτιμά τη μοναχικότητα, ένας ενήλικας που περνά μια περίοδο έντονου άγχους ή ένας άνθρωπος που υποφέρει μετά από μια απώλεια δεν αποτελούν αυτομάτως ψυχιατρικούς ασθενείς. Η δυσφορία δεν είναι πάντοτε διαταραχή. Η θλίψη δεν είναι πάντοτε κατάθλιψη. Η ανησυχία δεν είναι πάντοτε αγχώδης διαταραχή. Η διαφορετικότητα δεν είναι κατ’ ανάγκην παθολογία. Οπότε το κρίσιμο ερώτημα της εποχής δεν είναι μόνο «γιατί υπάρχουν τόσες ψυχικές διαταραχές;», αλλά και ένα δυσκολότερο: Πώς φτάσαμε να θεωρούμε τόσο μεγάλο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας διαγνώσιμο; Γιατί μια κοινωνία που προσπαθεί να εξαλείψει κάθε ψυχική δυσφορία κινδυνεύει τελικά να ξεχάσει κάτι ουσιώδες: ότι η ψυχική υγεία δεν σημαίνει μια ζωή χωρίς φόβο, θλίψη, αβεβαιότητα, απογοήτευση ή εσωτερικές συγκρούσεις. Σημαίνει επίσης την ανθρώπινη ικανότητα να περνάμε μέσα από αυτές.

Έρευνες & πηγές

1. Omary A, Singer J, Williams A. (2026). Psychiatric Overdiagnosis: The Price of Prosperity? Human Progress / Cato Institute. Human Progress – αρχικό άρθρο

2. Xu G, Strathearn L, Liu B, Yang B, Bao W. (2018). Twenty-Year Trends in Diagnosed Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder Among US Children and Adolescents, 1997–2016. JAMA Network Open, 1(4):e181471. DOI: 10.1001/jamanetworkopen.2018.1471. Η μελέτη περιέλαβε 186.457 παιδιά και εφήβους και κατέγραψε αύξηση της διαγνωσμένης ΔΕΠΥ από 6,1% σε 10,2%. Πλήρης μελέτη – PubMed Central

3. Casseus M. (2025). Anxiety, Depression, and Behavioural Problems Among US Children and Adolescents, 2016–2022. Infant and Child Development. Πλήρης μελέτη – Wiley

4. American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM). Πληροφορίες για το DSM και τις διαγνωστικές κατηγορίες. American Psychiatric Association – DSM

5. RAND Corporation (2023). Mental Health Telehealth Services Increased During Pandemic; Treatment Rates Increased for Some Disorders. Στοιχεία για τη μεγάλη μετατόπιση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας προς την τηλεϊατρική κατά την πανδημία.
RAND – Mental Health Telehealth Services

Κατηγορία Υγεία

Υπάρχουν ακόμα δέκα φωνές εμπειρογνωμόνων, που πνίγηκαν ή αγνοήθηκαν από τις συνήθεις αναλύσεις, προσφέροντας την γνώμη τους για την επιδημία του κοροναϊού.

Η Dr. Sunetra Gupta και οι συνεργάτες της που αποτελούν μια ερευνητική ομάδα που εδρεύει στην Οξφόρδη, κατασκεύασαν ένα επιδημιολογικό μοντέλο για την έξαρση του κοροναϊού. Η εργασία τους δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί, αλλά η περίληψη είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο.

Η Dr Gupta είναι Καθηγήτρια Θεωρητικής Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ασχολείται με παράγοντες λοιμωδών νοσημάτων που ευθύνονται για την ελονοσία, τον ιό HIV, τη γρίπη και τη βακτηριακή μηνιγγίτιδα. Της έχει απονεμηθεί το βραβείο Sahitya Akademi, το Επιστημονικό Μετάλλιο της Ζωολογικής Εταιρείας του Λονδίνου και το Βραβείο Rosalind Franklin της Βασιλικής Εταιρείας για την επιστημονική της έρευνα.

Όπως αναφέρουν:

Είναι σημαντικό ότι τα αποτελέσματα που παρουσιάζουμε εδώ υποδηλώνουν ότι οι συνεχιζόμενες επιδημίες στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιταλία ξεκίνησαν τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τον πρώτο θάνατο που έχει αναφερθεί και έχουν ήδη οδηγήσει στην απόκτηση σημαντικών επιπέδων ανοσίας της αγέλης και στις δύο χώρες. Υπάρχει μια αντίστροφη σχέση μεταξύ του ποσοστού της επί του παρόντος ανοσίας και του κλάσματος του ευάλωτου πληθυσμού σε σοβαρές ασθένειες.

***

Η έρευνα παρουσιάζει μια πολύ διαφορετική άποψη της επιδημίας στη μοντελοποίηση του Imperial College του Λονδίνου [...] «Εκπλήσσομαι που υπήρξε τόσο ανεπιφύλακτη αποδοχή του μοντέλου του Imperial», δήλωσε η Dr Gupta.

[...]

Τα αποτελέσματα της Οξφόρδης θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι η χώρα είχε ήδη αποκτήσει ουσιαστική ανοσία μέσω της μη αναγνωρισμένης διάδοσης του Covid19 για πάνω από δύο μήνες.

Αν και ορισμένοι ειδικοί έχουν εκφράσει αμφιβολίες σχετικά με τη δύναμη και τη διάρκεια της ανοσοποιητικής απόκρισης στον ιό στους ανθρώπους, η Dr. Gupta είπε ότι τα στοιχεία που προκύπτουν την έκαναν σίγουρη ότι η ανθρωπότητα θα μπορούσε να δημιουργήσει ασυλία αγέλης κατά του Covid19.

***

Η Dr Karin Mölling είναι Γερμανίδα ιολόγος της οποίας η έρευνα επικεντρώνεται σε ρετροϊούς, ιδιαίτερα στον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV). Υπήρξε καθηγήτρια και διευθύντρια του Ινστιτούτου Ιατρικής Ιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης από το 1993 έως την αποχώρησή της το 2008 και έλαβε πολλαπλές διακρίσεις και βραβεία για το έργο της.

Αναφέρει:

Τώρα κάθε πρωί σας λένε για τους θανάτους από SARS-Corona 2. Αλλά δεν σας λένε πόσοι άνθρωποι έχουν ήδη μολυνθεί με τη γρίπη αυτό το χειμώνα και πόσοι θάνατοι προκλήθηκαν από αυτή.

Αυτό το χειμώνα, η γρίπη δεν είναι σοβαρή, ωστόσο προσβάλλονται περίπου 80.000 άτομα. Δεν έχετε καν αυτούς τους αριθμούς, σε καμία περίπτωση. Κάτι παρόμοιο συνέβη πριν από δύο χρόνια. Αυτό δεν τίθεται στο σωστό πλαίσιο.

[…]

Κάθε εβδομάδα ένα άτομο πεθαίνει στο Βερολίνο από πολύ-ανθεκτικά μικρόβια. Αυτό αντιστοιχεί σε 35.000 θανάτους ετησίως στη Γερμανία. Αυτό δεν αναφέρεται πουθενά. Πιστεύω ότι ζήσαμε αρκετές φορές τέτοιες καταστάσεις και ότι τα μέτρα που λαμβάνονται τώρα είναι υπερβολικά.

Είμαι της άποψης ότι ίσως κανείς δεν πρέπει να εναντιώνεται στους νέους που συγκεντρώνονται κάνοντας πάρτι και μολύνουν ο ένας τον άλλον. Πρέπει να χτίσουμε ανοσία με κάποιο τρόπο. Πώς μπορεί να γίνει αυτό χωρίς επαφές; Οι νεότεροι χειρίζονται τη λοίμωξη πολύ καλύτερα. Πρέπει όμως να προστατέψουμε τους ηλικιωμένους και να τους προστατεύσουμε κατά τρόπο που να μπορεί να ελεγχθεί προσεκτικά. Είναι λογικό αυτό που κάνουμε τώρα με τρόπο που παραλύει σχεδόν ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία;

[...]

Το Ινστιτούτο Robert Koch παρέχει τα στοιχεία. Στη συνέχεια, κάθεστε εκεί ως ακροατές ή θεατές: 20 νεκροί πάλι, πόσο τρομερό! Ξέρετε πότε θα άρχιζα να πανικοβάλλομαι; Εάν υπήρχαν 20.000 νεκροί. Τότε, θα πλησιάζαμε σε αυτό που συνέβη εντελώς ήσυχα πριν από δύο χρόνια. Η επιδημία της γρίπης του 2018, με 25.000 θανάτους, ποτέ δεν απασχόλησε τον Τύπο. Οι κλινικές είχαν να αντιμετωπίσουν επιπλέον 60.000 ασθενείς, κάτι που δεν ήταν πρόβλημα ούτε στις κλινικές!

[...]

Αυτός είναι ο κύριος φόβος: η ασθένεια παρουσιάζεται ως μια φοβερή κατάσταση. Η ασθένεια αυτή καθεαυτή είναι σαν τη γρίπη σε έναν κανονικό χειμώνα. Είναι ακόμα πιο αδύναμη την πρώτη εβδομάδα.

 ***

Ο Dr Anders Tegnell είναι Σουηδός γιατρός για το δημόσιο σύστημα υγείας, ο οποίος υπήρξε Επίτροπος Επιδημιολόγος της Υπηρεσίας Δημόσιας Υγείας της Σουηδίας από το 2013. Ο Dr Tegnell αποφοίτησε από την ιατρική σχολή το 1985 και ειδικεύτηκε στις μολυσματικές ασθένειες. Αργότερα απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα στην Ιατρική Επιστήμη από το Πανεπιστήμιο Linköping το 2003 και πτυχίο MSc το 2004.

Τι μας λέει:

"Όλα τα μέτρα που λαμβάνουμε πρέπει να είναι εφικτά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα." Διαφορετικά, ο πληθυσμός θα χάσει την αποδοχή ολόκληρης της στρατηγικής του κοροναϊού.

Οι ηλικιωμένοι ή τα άτομα με προβλήματα υγείας πρέπει να απομονώνονται όσο το δυνατόν περισσότερο. Έτσι, δεν πρέπει να υπάρχουν επισκέψεις σε παιδιά ή εγγόνια, όχι ταξίδια με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, αν είναι δυνατόν όχι έξοδος για ψώνια. Αυτός είναι ο κανόνας. Επιπλέον: Οποιοσδήποτε με συμπτώματα πρέπει να μένει στο σπίτι αμέσως, ακόμη και με τον παραμικρό βήχα.

"Εάν ακολουθήσετε αυτούς τους δύο κανόνες, δεν χρειάζεστε περαιτέρω μέτρα, τα αποτελέσματα των οποίων είναι ελάχιστα ούτως ή άλλως."

***

Ο Dr Pablo Goldschmidt είναι Αργεντινο-Γάλλος ιολόγος ειδικός στις τροπικές ασθένειες και καθηγητής της Μοριακής Φαρμακολογίας στο πανεπιστήμιο Pierre et Marie Curie στο Παρίσι. Είναι πτυχιούχος της Σχολής Φαρμακευτικής και Βιοχημείας του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και της Ιατρικής Σχολής του Νοσοκομειακού Κέντρου Pitié-Salpetrière στο Παρίσι.

Σήμερα κατοικεί στη Γαλλία, όπου εργάστηκε για σχεδόν 40 χρόνια ως ερευνητής σε κλινικά εργαστήρια που αναπτύσσουν διαγνωστική τεχνολογία.

Τι λέει:

«Οι αβάσιμες απόψεις των διεθνών εμπειρογνωμόνων, που επαναλαμβάνονται από τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα, επαναλαμβάνουν τον περιττό πανικό που βιώσαμε πρόσφατα. Ο κοροναϊός που εντοπίστηκε στην Κίνα το 2019 δεν προκάλεσε τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από ένα έντονο κρυολόγημα ή γρίπη, χωρίς διαφορά μέχρι στιγμής με το κρυολόγημα ή τη γρίπη, τους γνωρίζουμε.»

[...]

Οι ιογενείς παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος είναι πολυάριθμες και προκαλούνται από διάφορες οικογένειες και είδη ιών, μεταξύ των οποίων ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (ειδικά σε βρέφη), η γρίπη, οι ανθρώπινοι μεταπνευμονοϊοί, οι αδενοϊοί, οι ρινοϊοί και διάφοροι κοροναϊοί, που έχουν ήδη περιγραφεί εδώ και χρόνια. Είναι εντυπωσιακό ότι φέτος έχουν γίνει παγκόσμιες προειδοποιήσεις για την υγεία ως αποτέλεσμα των λοιμώξεων από κοροναϊό που εντοπίστηκε στην Κίνα, τον COVID-19, γνωρίζοντας ότι κάθε χρόνο υπάρχουν 3 εκατομμύρια νεογνά στον κόσμο που πεθαίνουν από πνευμονία και 50.000 ενήλικες τους Ηνωμένες Πολιτείες που πεθαίνουν από την ίδια αιτία, χωρίς να γίνονται οποιεσδήποτε ανακοινώσεις.

[...]

Ο πλανήτης τους είναι το θύμα τους νέου κοινωνιολογικού φαινομένου, τους παρενόχλησης των επιστημονικών μέσων, που προκαλείται από εμπειρογνώμονες μόνο με βάση τα αποτελέσματα εργαστηριακών μοριακών διαγνωστικών αναλύσεων. Τα ανακοινωθέντα που εκδόθηκαν από την Κίνα και τη Γενεύη ανατυπώθηκαν χωρίς να έχουν αντιμετωπίσει κριτική άποψη και κυρίως χωρίς να τονίζουν ότι οι κοροναϊοί πάντα μόλυναν ανθρώπους και πάντα προκαλούσαν διάρροια αλλά και αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν κοινό κρυολόγημα. Παρατηρήθηκαν παράλογες προβλέψεις, τους το 2009 με τον ιό τους γρίπης H1N1.

[...]

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι ο κοροναϊός του 2019 είναι πιο θανατηφόρος από τους αναπνευστικούς αδενοϊούς, τους ιούς τους γρίπης, τους κοροναϊούς προηγούμενων ετών ή τους ρινοϊούς που ευθύνονται για το κοινό κρυολόγημα.

***

Ο Dr Eran Bendavid και ο Dr Jay Bhattacharya είναι καθηγητές ιατρικής και δημόσιας υγείας στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.

Τι λένε:

Οι διακυμάνσεις του αριθμού των νεκρών θα μπορούσαν εύλογα να είναι τάξεις μεγέθους πολύ υψηλές [...] Το πραγματικό ποσοστό θνησιμότητας είναι το ποσοστό των μολυσμένων που πεθαίνουν, όχι οι θάνατοι από εντοπισμένες θετικές περιπτώσεις.

Ο τελευταίος ρυθμός είναι παραπλανητικός λόγω της μεροληπτικής επιλογής στους ελέγχους. Ο βαθμός προκατάληψης είναι αβέβαιος επειδή τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα. Αλλά θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια επιδημία που σκοτώνει 20.000 και μία που σκοτώνει δύο εκατομμύρια.

[...]

Μια καθολική καραντίνα μπορεί να μην αξίζει το κόστος που επιβάλλει στην οικονομία, την κοινωνία και την ατομική ψυχική και σωματική υγεία. Θα πρέπει να λάβουμε άμεσα μέτρα για να αξιολογήσουμε την εμπειρική βάση των σημερινών εγκλεισμών.

***

Ο Dr Tom Jefferson είναι βρετανός επιδημιολόγος, με έδρα τη Ρώμη. Εργάζεται για την οργάνωση Cochrane Collaboration, όπου είναι συγγραφέας και συντάκτης της ομάδας για τις οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις της Cochrane Collaboration, καθώς και μέλος άλλων τεσσάρων ομάδων της Cochrane. Είναι επίσης σύμβουλος της ιταλικής Εθνικής Υπηρεσίας Περιφερειακών Υπηρεσιών Υγείας.

Τι αναφέρει:

…Επομένως, δεν μπορώ να μην αμφιβάλλω, δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτα ιδιαίτερο στη συγκεκριμένη επιδημία της ασθένειας που μοιάζει με γρίπη.

Υπάρχουν, ωστόσο, δύο συνέπειες αυτής της κατάστασης που με ενοχλούν.

Η πρώτη είναι η έλλειψη θεσμικής αξιοπιστίας όπως έγινε αντιληπτό από φίλους μου. Κυμαίνεται από πυροσβέστες, αστυνομικούς ακόμη και γιατρούς - όχι άτομα που θα θέλατε να αποξενώσετε σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Ένας ιδιοκτήτης εστιατορίου μου είπε ότι ποτέ δεν θα αναφέρει τίποτα στην υγειονομική αρχή, καθώς αυτό θα σήμαινε τουλάχιστον δύο εβδομάδες κλεισίματος και η επιχείρησή του θα καταστρεφόταν.

Η δεύτερη είναι ότι, από τη στιγμή που έχει γίνει γνωστό, θα υπάρξει μια σοβαρή και συγκεντρωμένη διεθνής προσπάθεια για να κατανοήσουμε τα αίτια και την προέλευση των ασθενειών που μοιάζουν με γρίπη και τον κύκλο ζωής των παραγόντων της;

Η προηγούμενη μορφή μου λέει ότι όχι, και θα επιστρέψουμε στην προώθηση της γρίπης ως παγκόσμιας πανούκλας υπό τις συνθήκες οικονομικών συμφερόντων. Σημειώστε τη διαφορά: της γρίπης (που προκαλείται από τους ιούς της γρίπης Α και Β, για τους οποίους έχουμε εγκρίνει εμβόλια και φάρμακα), όχι των ασθενειών που μοιάζουν με γρίπη, κατά των οποίων πρέπει να πλένουμε τα χέρια μας όλο το χρόνο, όχι μόνο τώρα.

Εν τω μεταξύ, δεν μπορώ ακόμα να απαντήσω στην ερώτηση: ποια είναι η διαφορά αυτή τη φορά;

***

Ο Dr Michael Levitt είναι Καθηγητής Βιοχημείας στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Είναι μέλος της Βασιλικής Εταιρείας, μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών και έλαβε το Βραβείο Νόμπελ Χημείας για το 2013 για την ανάπτυξη μοντέλων πολλαπλής κλίμακας για σύνθετα χημικά συστήματα.

Τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, υπολόγισε σωστά ότι η επιδημία της Κίνας έφτασε στο τέλος της, προβλέποντας περίπου 80.000 περιπτώσεις και 3250 θανάτους.

Τι λέει:

Δεν πιστεύω τους αριθμούς στο Ισραήλ, όχι επειδή είναι κατασκευασμένοι, αλλά επειδή ο ορισμός μιας περίπτωσης στο Ισραήλ συνεχίζει να αλλάζει και είναι δύσκολο να εκτιμήσεις τους αριθμούς με αυτόν τον τρόπο...

Υπάρχει αδικαιολόγητος πανικός στο Ισραήλ. Δεν πιστεύω τους αριθμούς εδώ, όλα είναι πολιτική, όχι μαθηματικά. Θα εκπλαγώ αν ο αριθμός των θανάτων στο Ισραήλ ξεπεράσει τους δέκα, ακόμη και πέντε τώρα με τους περιορισμούς.

[...]

Ανάλογα, ο αριθμός των θανάτων από κοροναϊό στην Ιταλία είναι το 10% του αριθμού των θανάτων από τη γρίπη στη χώρα μεταξύ 2016-2017.

Ακόμη και στην Κίνα είναι δύσκολο να δούμε τον αριθμό των ασθενών επειδή ο ορισμός του «ασθενούς» ποικίλλει, οπότε εξετάζω τον αριθμό των θανάτων. Στο Ισραήλ δεν υπάρχουν, γι’ αυτό δεν είναι καν στον παγκόσμιο χάρτη για την ασθένεια. "

[Ο Levitt] ανέλυσε δεδομένα από 78 χώρες που ανέφεραν καθημερινά περισσότερες από 50 νέες περιπτώσεις COVID-19 και είδε "σημάδια ανάκαμψης" σε πολλές από αυτές. Δεν επικεντρώνεται στον συνολικό αριθμό περιπτώσεων σε μια χώρα, αλλά στον αριθμό των νέων περιπτώσεων που εντοπίζονται κάθε μέρα - και ειδικότερα στην αλλαγή αυτού του αριθμού από τη μία ημέρα στην άλλη.

"Οι αριθμοί είναι ακόμα μεγάλοι, αλλά υπάρχουν σαφή σημάδια επιβράδυνσης της ανάπτυξης."

«Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να ελέγξουμε τον πανικό», είπε. Τελικά, "θα είμαστε εντάξει."

 ***

Το German Network for Evidence-Based Medicine είναι μια ένωση Γερμανών επιστημόνων, ερευνητών και επαγγελματιών του τομέα της ιατρικής.

Το δίκτυο ιδρύθηκε το 2000 για να διαδώσει και να αναπτύξει περαιτέρω τις έννοιες και τις μεθόδους της τεκμηριωμένης ιατρικής που προσανατολίζεται στους ασθενείς στην πράξη, τη διδασκαλία και την έρευνα και σήμερα έχει περίπου 1000 μέλη.

Τι λένε:

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο COVID-19 έχει τη μορφή ήπιου κρυολογήματος ή ακόμη και χωρίς συμπτώματα. Ως εκ τούτου, είναι πολύ απίθανο να καταγράφονται όλες οι περιπτώσεις λοίμωξης, σε αντίθεση με τους θανάτους που καταγράφονται σχεδόν πλήρως. Αυτό οδηγεί σε υπερεκτίμηση της κατάστασης.

Σύμφωνα με μια μελέτη 565 Ιαπώνων που εγκατέλειψαν το Wuhan, όπου όλοι τους ελέγχθηκαν (ανεξάρτητα από τα συμπτώματα), μόνο στο 9,2% των ανθρώπων που μολύνθηκαν από τον ιό ανιχνεύθηκαν τα συνήθη με την επί του παρόντος συμπτώματα του COVID-19 όπως αυτά καταγράφονται. Αυτό θα σήμαινε ότι ο αριθμός των προσβεβλημένων ατόμων είναι πιθανόν να είναι περίπου 10 φορές μεγαλύτερος από τον αριθμό των καταχωρημένων περιπτώσεων. Έτσι η θνησιμότητα θα ήταν τότε μόνο το ένα δέκατο αυτής που μετράται σήμερα. Άλλοι υποθέτουν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό μη αναφερόμενων περιπτώσεων, γεγονός που θα μειώσει περαιτέρω το δείκτη θνησιμότητας.

Η εκτεταμένη διαθεσιμότητα των τεστ για SARS-CoV-2 είναι περιορισμένη και αυτό συμβάλλει στην υπερεκτίμηση του δείκτη θνησιμότητας.

Καθώς η ασθένεια εξαπλώνεται, καθίσταται όλο και πιο δύσκολο να εντοπιστεί μια ύποπτη πηγή μόλυνσης. Ως αποτέλεσμα, τα συνήθη κρυολογήματα σε άτομα που δεν γνωρίζουν να έχουν επαφή με ασθενή με COVID-19 δεν συνδέονται απαραίτητα με τον COVID-19 και άτομα που πάσχουν δεν πηγαίνουν καθόλου στον γιατρό.

Υπερεκτίμηση του κινδύνου συμβαίνει επίσης όταν διαπιστωθεί ότι ένας νεκρός έχει μολυνθεί από το SARS-CoV-2, αλλά αυτό δεν ήταν η αιτία θανάτου.

[...]

Ο δείκτης θνησιμότητας της τάξης του 0,2% που μετρείται επί του παρόντος για τη Γερμανία είναι κάτω από τον αντίστοιχο της γρίπης που υπολογίστηκε από τον Robert Koch (RKI) 0,5% το 2017/18 και 0,4% το 2018/19, αλλά πάνω από το ευρέως αποδεκτό ποσοστό 0,1% που δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία.

[...]

Πέραν των (μάλλον αμφισβητήσιμων) συμπερασμάτων που αντλούνται από το ιστορικό παράδειγμα, υπάρχουν λίγα στοιχεία που δείχνουν ότι οι καθημερινές μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις για το COVID-19 στην πραγματικότητα οδηγούν σε μείωση της συνολικής θνησιμότητας. Μια ανασκόπηση Cochrane από το 2011 δεν βρήκε αξιόπιστα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των συνοριακών ελέγχων ή της κοινωνικής απομάκρυνσης.

[...]

Μια συστηματική ανασκόπηση από το 2015 βρήκε μετριοπαθή στοιχεία ότι το κλείσιμο των σχολείων καθυστερεί την εξάπλωση μιας επιδημίας γρίπης, αλλά με υψηλό κόστος. Η απομόνωση στο σπίτι επιβραδύνει την εξάπλωση της γρίπης αλλά οδηγεί σε αυξημένη μόλυνση των μελών της οικογένειας. Είναι αμφίβολο αν αυτά τα ευρήματα μπορούν να μεταφερθούν από τη γρίπη στον COVID-19.

Είναι απολύτως ασαφές πόσο πρέπει να διατηρηθούν αυτές οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις και ποιες επιπτώσεις θα μπορούσαν να επιτευχθούν ανάλογα με τη διάρκεια και την έντασή τους. Ο αριθμός των θανάτων μπορεί να αναβληθεί μόνο σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, χωρίς μεταβολή του συνολικού αριθμού.

[...]

Πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Αφενός, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας βομβαρδίζουν καθημερινά με ανησυχητικές αναφορές για έναν εκθετικά αυξανόμενο αριθμό ασθενών και νεκρών παγκοσμίως. Από την άλλη πλευρά, η κάλυψη των μέσων ενημέρωσης με κανένα τρόπο δεν λαμβάνει υπόψη τα απαιτούμενα κριτήρια, βασισμένα σε στοιχεία, σχετικά με τον κίνδυνο της επικοινωνίας.

Τα μέσα ενημέρωσης μιλάνε επί του παρόντος για ακατέργαστα δεδομένα, για παράδειγμα, υπήρξαν μέχρι σήμερα "Χ" μολυσμένα άτομα και "Υ" θάνατοι. Ωστόσο, αυτή η παρουσίαση αποτυγχάνει να κάνει το διαχωρισμό μεταξύ διαγνώσεων και λοιμώξεων.

***

Ο Dr Richard Schabas είναι πρώην Διευθυντής Ιατρικών Υπηρεσιών του Οντάριο, Ιατρικός Διευθυντής του Hastings and Prince Edward Public Health και Διευθυντής Προσωπικού στο York Central Hospital.

Όπως αναφέρει:

…Είναι πολύ περισσότερα περιστατικά εκεί έξω από όσα έχουν αναφερθεί. Αυτό συμβαίνει επειδή πολλά περιστατικά δεν έχουν συμπτώματα και έχει περιοριστεί η δυνατότητα να γίνουν τεστ. Υπάρχουν περίπου 100.000 περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα, αλλά εάν υπολογίσουμε τον αριθμό των θανάτων που αναφέρθηκαν και συμπερασματικά το ποσοστό θνησιμότητας κατά 0,5%, ο πραγματικός αριθμός είναι πιθανόν πιο κοντά στα δύο εκατομμύρια -  με την συντριπτική πλειοψηφία να είναι ήπια ή ασυμπτωματική.

Ομοίως, το πραγματικό ποσοστό νέων περιπτώσεων είναι τουλάχιστον 10.000 την ημέρα. Εάν αυτοί οι αριθμοί ακούγονται μεγάλοι, θυμηθείτε ότι ο κόσμος είναι ένα πολύ μεγάλο μέρος. Από μια παγκόσμια προοπτική, αυτοί οι αριθμοί είναι πολύ περιορισμένοι.

Δεύτερον, το ξέσπασμα του Hubei - το μακράν μεγαλύτερο και χειρότερο σενάριο - φαίνεται να τελειώνει. Πόσο κακό ήταν; Ο αριθμός των θανάτων ήταν συγκρίσιμος με αυτό της μέσης εποχικής γρίπης. Αυτό είναι μεν άσχημο, αλλά δεν είναι ούτε καταστροφικό ούτε είναι πιθανό να συντρίψει ένα ικανό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Δεν είναι καν κοντά.

[...]

Δεν μιλάω για εφησυχασμό. Αυτή η ασθένεια δεν πρόκειται να φύγει σύντομα. θα πρέπει να περιμένουμε περισσότερες περιπτώσεις και περισσότερες τοπικές εστίες. Και ο COVID-19 εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να γίνει ένα μείζον παγκόσμιο πρόβλημα υγείας, με συνολική επιβάρυνση συγκρίσιμη με εκείνη της γρίπης. Πρέπει να προσέχουμε.

[...]

Αλλά πρέπει επίσης να είμαστε λογικοί. Η καραντίνα ανήκει στον Μεσαίωνα. Αποθηκεύστε τις μάσκες σας για ληστεία τραπεζών. Μείνετε ήρεμοι και συνεχίστε. Ας μην κάνουμε τις απόπειρες θεραπείας χειρότερες από την ασθένεια.


Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Swiss Propaganda Research για το εξαιρετικό τους έργο, καθώς και σε όλους τους σχολιαστές που διέθεσαν τις πληροφορίες.

Πηγή: Off-guardian.org

Κατηγορία Info

Κινέζοι ερευνητές δοκιμάζουν υψηλή δόση βιταμίνης C ως θεραπεία για την καταπολέμηση της επιδημίας του Covid-19.

Ερευνητές στην Κίνα παρέχουν ενδοφλεβίως μεγάλες δόσεις - έως 24 γραμμάρια – βιταμίνης C σε ασθενείς με κορωναϊό για να διαπιστώσουν εάν μειώνουν τα συμπτώματα και επιταχύνουν την ανάρρωση. Η δόση είναι 400 φορές μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη δόση για τη διατήρηση της γενικής υγείας και την πρόληψη του σκορβούτου.

O Covid-19 είναι ένας νέος ιός που αναγνωρίστηκε μόλις τον περασμένο Ιανουάριο μετά από μια μυστηριώδη εκδήλωση πνευμονίας στην επαρχία Wuhan της Κίνας τον περασμένο Δεκέμβριο. Δεν έχει βρεθεί κανένα αντι-ιικό για την αντιμετώπισή του και το εμβόλιο για την πρόληψη από τον ιό αυτό πιθανώς να δοθεί στην κυκλοφορία σε 18 μήνες.

Ωστόσο οι ερευνητές από το νοσοκομείο Zhongnan λένε ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι η έλλειψη βιταμίνης C αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης από ιούς της γρίπης και κάνει τα συμπτώματα πιο σοβαρά.

Η βιταμίνη C (ασκορβικό οξύ) έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες που μπορούν να αποτρέψουν βλάβη στους πνεύμονες, ένα από τα συμπτώματα του κοροναϊού, υποστηρίζει ο επικεφαλής ερευνητής ZhiYong Peng, ο οποίος θα συνεχίζει τη θεραπεία με μεγάλες δόσεις μέχρι τον Σεπτέμβριο όταν θα έχουν υποβληθεί σε θεραπεία 140 ασθενείς με κορωναϊό, είτε με μεγαδόση βιταμίνης C που χορηγείται ενδοφλέβια κάθε μέρα για επτά ημέρες είτε με εικονικό φάρμακο.


(Πηγή: Clinical Trials. https://www.clinicaltrials.gov/ct2/show/NCT04264533)

Κατηγορία Διατροφή