Ένα ιδιαίτερα επικριτικό editorial του BMJ απέναντι στη νέα στρατηγική του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την παραδοσιακή και συμπληρωματική ιατρική προκάλεσε έντονες επιστημονικές αντιδράσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα: αξιολογούνται πράγματι οι συμπληρωματικές θεραπείες με τα ίδια επιστημονικά μέτρα και σταθμά;
Στις 30 Ιουνίου 2026, το BMJ δημοσίευσε ένα editorial με έναν τίτλο που δύσκολα αφήνει αμφιβολίες για τη θέση των συγγραφέων του: «WHO’s misguided push for complementary and alternative medicine» – «Η λανθασμένη προώθηση της συμπληρωματικής και εναλλακτικής ιατρικής από τον ΠΟΥ». Στόχος της κριτικής ήταν η νέα Παγκόσμια Στρατηγική για την Παραδοσιακή Ιατρική 2025–2034 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Οι συγγραφείς του editorial υποστηρίζουν ότι η προσπάθεια ενσωμάτωσης των συμπληρωματικών και εναλλακτικών θεραπειών στα εθνικά συστήματα υγείας κινδυνεύει να προηγηθεί των απαραίτητων αποδείξεων για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά τους. Αναφέρονται σε προβλήματα όπως η ηπατοτοξικότητα ορισμένων φυτικών προϊόντων, οι αλληλεπιδράσεις με φάρμακα, η ανεπαρκής ρύθμιση της αγοράς και ο κίνδυνος ασθενείς να εγκαταλείψουν αποτελεσματικές συμβατικές θεραπείες. Μέχρι εδώ, η απαίτηση για ασφάλεια, ποιότητα και επιστημονική τεκμηρίωση είναι απολύτως θεμιτή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν εξετάσει κανείς με ποιον τρόπο εφαρμόζονται αυτά τα κριτήρια.
Ο αντίλογος ήρθε μέσα από το ίδιο το BMJ
Το editorial προκάλεσε μια ασυνήθιστα ζωηρή σειρά άμεσων αντιδράσεων από γιατρούς, ερευνητές και επιστήμονες, αρκετοί από τους οποίους αμφισβήτησαν όχι την ανάγκη επιστημονικής αξιολόγησης των συμπληρωματικών θεραπειών, αλλά τη συλλογιστική με την οποία το άρθρο επιχειρεί να τις απορρίψει. Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της αντιπαράθεσης αφορά τις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες (RCTs). Οι συγγραφείς του editorial επικρίνουν τον ΠΟΥ επειδή η στρατηγική του αναγνωρίζει, εκτός από τις RCTs, τη χρησιμότητα των μελετών παρατήρησης και των δεδομένων πραγματικού κόσμου – των λεγόμενων real-world data.
Όμως ο Peter T. Panhofer, καθηγητής Συμπληρωματικής Ιατρικής στο Center for Evidence Based Medicine του Sigmund Freud Private University στη Βιέννη, εντοπίζει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: το ίδιο editorial που θεωρεί ανεπαρκείς τις μελέτες παρατήρησης όταν εξετάζονται πιθανά οφέλη των συμπληρωματικών θεραπειών, βασίζεται σε observational data όταν επιχειρεί να τεκμηριώσει πιθανές βλάβες από φυτικά προϊόντα. Το ερώτημα είναι προφανές: γιατί ένα είδος επιστημονικού δεδομένου θεωρείται ανεπαρκές όταν δείχνει όφελος, αλλά αποκτά βαρύτητα όταν δείχνει κίνδυνο; Η επιστημονική αυστηρότητα δεν μπορεί να λειτουργεί à la carte.
Δεν απαντούν όλα τα ερευνητικά ερωτήματα οι RCTs
Οι τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές αποτελούν αναμφίβολα βασικό εργαλείο για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας μιας θεραπείας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι η κατάλληλη μεθοδολογία για κάθε επιστημονικό ερώτημα. Σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες, μακροχρόνιες επιπτώσεις, πραγματικές συνθήκες χρήσης και σύνθετες θεραπευτικές παρεμβάσεις συχνά απαιτούν διαφορετικές ερευνητικές προσεγγίσεις. Αυτό άλλωστε δεν αποτελεί κάποια «παραχώρηση» προς τις συμπληρωματικές θεραπείες αλλά μέρος της σύγχρονης επιδημιολογίας και της evidence-based medicine.
Και, σε αντίθεση με την εντύπωση που δημιουργεί το editorial, ο ΠΟΥ δεν προτείνει την εγκατάλειψη των RCTs. Η στρατηγική του ζητά την επιλογή της κατάλληλης ερευνητικής μεθόδου ανάλογα με το ερώτημα: αποτελεσματικότητα, ασφάλεια, εφαρμογή στην πραγματική κλινική πράξη ή ενσωμάτωση στα συστήματα υγείας.
Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο πρόβλημα. Κάτω από τον όρο «complementary and alternative medicine» το editorial συγκεντρώνει εξαιρετικά διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η φυτοθεραπεία δεν είναι βελονισμός. Ο βελονισμός δεν είναι ομοιοπαθητική. Η Ayurveda δεν ταυτίζεται με την Traditional Chinese Medicine. Και η χρήση ενός ελεγμένου φυτικού φαρμάκου υπό την επίβλεψη εκπαιδευμένου επαγγελματία υγείας δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ανεξέλεγκτη αγορά ενός αμφίβολης προέλευσης συμπληρώματος μέσω διαδικτύου.
Αρκετές Rapid Responses επισημαίνουν ακριβώς αυτή την υπεραπλούστευση. Ο ίδιος ο ΠΟΥ χρησιμοποιεί πλέον τον ευρύτερο όρο Traditional, Complementary and Integrative Medicine (TCIM), αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για ένα πολυσύνθετο πεδίο που δεν μπορεί να αξιολογείται συλλήβδην.
Η ασφάλεια απαιτεί ενσωμάτωση, όχι περιθωριοποίηση
Οι κίνδυνοι από ορισμένα φυτικά προϊόντα είναι υπαρκτοί. Υπάρχουν αλληλεπιδράσεις με φάρμακα, νοθευμένα ή κακής ποιότητας προϊόντα και περιστατικά ηπατικής βλάβης. Η αναγνώριση αυτών των προβλημάτων όμως δεν αποτελεί επιχείρημα εναντίον των συμπληρωματικών θεραπειών. Αποτελεί επιχείρημα υπέρ της καλύτερης ρύθμισης, της εκπαίδευσης, του ποιοτικού ελέγχου και της φαρμακοεπαγρύπνησης. Μία από τις απαντήσεις στο BMJ επισημαίνει μάλιστα ότι μεγάλο μέρος των περιστατικών βλάβης που επικαλείται το editorial αφορά μη ρυθμιζόμενες αγορές, αυτοθεραπεία και προϊόντα χωρίς επαρκή εποπτεία. Η απάντηση σε ένα τέτοιο πρόβλημα δεν μπορεί λογικά να είναι λιγότερη εποπτεία και μεγαλύτερη περιθωριοποίηση.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η αξία της ολοκληρωμένης ιατρικής: ο ασθενής δεν αναγκάζεται να κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους που αγνοούν ο ένας τον άλλο. Οι θεραπείες μπορούν να αξιολογούνται, να καταγράφονται και, όπου υπάρχουν επαρκή στοιχεία, να χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά και με επαγγελματική επίβλεψη.
Η στρατηγική του ΠΟΥ δεν προέκυψε στο κενό. Παραδοσιακές, συμπληρωματικές και ολοκληρωμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις χρησιμοποιούνται ήδη σε τεράστια κλίμακα διεθνώς. Ο ίδιος ο ΠΟΥ αναφέρει ότι η παραδοσιακή ιατρική χρησιμοποιείται από δισεκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν θα «επιτρέψουμε» στους πολίτες να στραφούν σε αυτές τις προσεγγίσεις. Το κάνουν ήδη.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν αυτή η πραγματικότητα θα παραμείνει στο περιθώριο ή αν θα δημιουργηθούν: καλύτερη έρευνα, αυστηρότερη ρύθμιση, ποιοτικά πρότυπα, κατάλληλη εκπαίδευση και ουσιαστική συνεργασία με τη συμβατική ιατρική. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αντιμετωπίσει η στρατηγική 2025–2034 του ΠΟΥ.
Με μια δεύτερη ανάγνωση
Η υπεράσπιση των συμπληρωματικών και εναλλακτικών θεραπειών δεν σημαίνει απόρριψη της επιστημονικής αξιολόγησης. Το αντίθετο. Οι Σ.Ε.Θ. χρειάζονται περισσότερη και καλύτερη έρευνα, ισχυρότερη φαρμακοεπαγρύπνηση, αυστηρό ποιοτικό έλεγχο και σαφή διάκριση μεταξύ υπεύθυνης θεραπευτικής πρακτικής και ανεξέλεγκτης εμπορικής εκμετάλλευσης. Αυτό όμως προϋποθέτει και κάτι ακόμη: επιστημονική αξιολόγηση χωρίς προκαταλήψεις.
Η ολοκληρωμένη ιατρική δεν ζητά να αντικαταστήσει τη συμβατική ιατρική. Προτείνει ένα μοντέλο στο οποίο διαφορετικές θεραπευτικές δυνατότητες μπορούν να αξιολογούνται με βάση τα δεδομένα τους και να συνδυάζονται με επίκεντρο τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου. Αν μια θεραπεία αποδεικνύεται αποτελεσματική, πρέπει να μπορούμε να το αναγνωρίσουμε. Αν δεν λειτουργεί, πρέπει να μπορούμε να το πούμε. Αν παρουσιάζει κινδύνους, πρέπει να τους γνωρίζουμε και να τους αντιμετωπίζουμε. Αυτή είναι η ουσία της επιστημονικής στάσης. Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η επιστήμη πρέπει να κρίνει τις συμπληρωματικές θεραπείες. Το ερώτημα είναι αν τις κρίνει με τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά.
Έρευνες και πηγές
- Philips CA, Caulfield T, de Jong C, Qi X, Narayan DC. WHO’s misguided push for complementary and alternative medicine. BMJ. 2026;393:e100062. DOI: 10.1136/bmj-2026-100062
- World Health Organization. Global Traditional Medicine Strategy 2025–2034. WHO, Geneva, 2025. WHO Global Traditional Medicine Strategy 2025–2034
- Panhofer PT et al. Observational evidence should not be dismissed selectively. Rapid Response. BMJ. 2026. BMJ Rapid Response
- Panhofer PT et al. Methodological Considerations in Evaluating Traditional, Complementary and Integrative Medicine. Rapid Response. BMJ. 2026. BMJ Rapid Response
- Dharmarajan P. Misinterpreted Alternative Medicine. Rapid Response. BMJ. 2026. BMJ Rapid Response
- Subramanian DK. Traditional Medicine Deserves Rigorous Evaluation, Not Premature Rejection. Rapid Response. BMJ. 2026. BMJ Rapid Response
- World Health Organization. WHO Global Traditional Medicine Centre: Annual Report 2025. WHO, 2026. WHO Annual Report 2025
