Μια μεγάλη ανασκόπηση 69 κλινικών δοκιμών επανεξετάζει τον ρόλο του ασβεστίου και της βιταμίνης D στην πρόληψη των καταγμάτων και αναδεικνύει τη σημασία μιας πιο ολοκληρωμένης προσέγγισης στην υγεία των οστών.

Για δεκαετίες, το ασβέστιο και η βιταμίνη D βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης για την υγεία των οστών. Και όχι χωρίς λόγο. Το ασβέστιο αποτελεί βασικό δομικό συστατικό του οστικού ιστού, ενώ η βιταμίνη D συμβάλλει στην απορρόφησή του και στη φυσιολογική λειτουργία του μυοσκελετικού συστήματος. Από αυτή τη βιολογική πραγματικότητα προέκυψε όμως σταδιακά μια πολύ ευρύτερη υπόθεση: ότι η συστηματική λήψη συμπληρωμάτων ασβεστίου ή βιταμίνης D μπορεί από μόνη της να προστατεύσει τον γενικό πληθυσμό από τις πτώσεις και τα κατάγματα. Μια νέα μεγάλη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο The BMJ επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το ερώτημα και τα αποτελέσματά της δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι ερευνητές ανέλυσαν 69 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 153.902 ενήλικες. Εξέτασαν ξεχωριστά τη χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D και του συνδυασμού των δύο, αξιολογώντας τον κίνδυνο καταγμάτων και πτώσεων. Στις περισσότερες μελέτες οι συμμετέχοντες ζούσαν ανεξάρτητα στην κοινότητα και δεν θεωρούνταν άτομα υψηλού κινδύνου για κατάγματα ή πτώσεις. Επίσης, η ανάλυση αφορούσε άτομα που δεν λάμβαναν φαρμακευτική θεραπεία για την οστεοπόρωση.

Τι έδειξε η ανάλυση: Για τη βιταμίνη D, τα δεδομένα ήταν ιδιαίτερα σαφή. Σε 36 δοκιμές που περιλάμβαναν περισσότερους από 92.000 ανθρώπους, η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D δεν συνδέθηκε με μείωση του συνολικού κινδύνου κατάγματος. Ο σχετικός κίνδυνος ήταν ουσιαστικά 1,00, δηλαδή δεν καταγράφηκε διαφορά μεταξύ των ομάδων που λάμβαναν βιταμίνη D και εκείνων που λάμβαναν placebo ή καμία παρέμβαση. Για το ασβέστιο μόνο, οι 11 μελέτες που συμπεριλήφθηκαν επίσης δεν παρείχαν ισχυρά στοιχεία για κλινικά ουσιαστική μείωση των καταγμάτων.
Πιο ενδιαφέρουσα ήταν η εικόνα για τον συνδυασμό ασβεστίου και βιταμίνης D. Εκεί καταγράφηκε μια μικρή στατιστική μείωση ορισμένων τύπων καταγμάτων. Για όλα τα κατάγματα συνολικά, ο σχετικός κίνδυνος ήταν 0,91. Ωστόσο, οι συγγραφείς τονίζουν μια σημαντική διάκριση: το ότι ένα αποτέλεσμα είναι στατιστικά σημαντικό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και κλινικά σημαντικό. Υπολογίζοντας το απόλυτο όφελος, εκτίμησαν ότι ο συνδυασμός ασβεστίου και βιταμίνης D αντιστοιχούσε περίπου σε 1% λιγότερα κατάγματα συνολικά και 0,3% λιγότερα κατάγματα ισχίου. Οι διαφορές αυτές βρίσκονταν κάτω από τα προκαθορισμένα όρια που οι ερευνητές είχαν θέσει για ένα αποτέλεσμα με ουσιαστική κλινική σημασία. Έτσι, το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D ή του συνδυασμού τους έχει μικρή ή καθόλου επίδραση στην πρόληψη καταγμάτων και πτώσεων για τους πληθυσμούς που μελετήθηκαν.

Δεν σημαίνει ότι ασβέστιο και βιταμίνη D δεν είναι σημαντικά: Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι το ασβέστιο και η βιταμίνη D είναι περιττά. Και τα δύο παραμένουν απολύτως απαραίτητα για τη φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού και τη διατήρηση της οστικής υγείας. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: εάν ένας άνθρωπος που δεν παρουσιάζει συγκεκριμένη ανεπάρκεια ή αυξημένο κίνδυνο αρχίσει να λαμβάνει συστηματικά ένα συμπλήρωμα, θα μειώσει με αυτόν τον τρόπο από μόνο του την πιθανότητα να υποστεί κάταγμα; Στον γενικό πληθυσμό που εξετάστηκε, η απάντηση της συγκεκριμένης ανάλυσης είναι ότι το αναμενόμενο όφελος φαίνεται περιορισμένο.
Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν μπορούν να γενικευθούν σε όλες τις κλινικές καταστάσεις. Άτομα με συγκεκριμένες παθήσεις των οστών, όσοι λαμβάνουν θεραπεία για οστεοπόρωση ή μακροχρόνια κορτικοστεροειδή, αλλά και άνθρωποι με τεκμηριωμένη ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να έχουν διαφορετικές ανάγκες. Με άλλα λόγια, άλλο πράγμα είναι η αντιμετώπιση μιας ανεπάρκειας και άλλο η γενικευμένη λήψη ενός συμπληρώματος με αποκλειστικό στόχο την πρόληψη των καταγμάτων.

Το κάταγμα δεν αφορά μόνο το οστό: Η μελέτη αναδεικνύει παράλληλα ένα μεγαλύτερο πρόβλημα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε συχνά την πρόληψη. Ένα κάταγμα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ποσότητα ασβεστίου που υπάρχει στα οστά ή από μια μέτρηση οστικής πυκνότητας. Εξαρτάται επίσης από το εάν κάποιος θα πέσει, από τον τρόπο με τον οποίο θα πέσει, από τη μυϊκή του δύναμη, την ισορροπία, την κινητικότητα και τη γενικότερη φυσική του κατάσταση. Οι πτώσεις αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα στις μεγαλύτερες ηλικίες. Σύμφωνα με το συνοδευτικό editorial του BMJ, περίπου το 30% των ανθρώπων ηλικίας άνω των 65 ετών βιώνει τουλάχιστον μία πτώση κάθε χρόνο. Γι' αυτό η πρόληψη των καταγμάτων δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη διατροφική πρόσληψη συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών.
Η άσκηση, ειδικά εκείνη που ενισχύει τη μυϊκή δύναμη, την ισορροπία και τη λειτουργική ικανότητα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι ίδιοι οι συγγραφείς της ανασκόπησης σημειώνουν ότι η άσκηση είναι μία από τις λίγες παρεμβάσεις για τις οποίες υπάρχουν σχετικά σταθερά στοιχεία σχετικά με τη μείωση του κινδύνου. Σημαντικό ρόλο μπορεί επίσης να έχουν η αξιολόγηση της όρασης, η ανασκόπηση φαρμάκων που ενδέχεται να αυξάνουν τη ζάλη ή τον κίνδυνο πτώσης και η διαμόρφωση ενός ασφαλέστερου περιβάλλοντος στο σπίτι.

Από το μεμονωμένο θρεπτικό συστατικό στη συνολική οστική υγεία: Το σημαντικότερο μήνυμα της νέας έρευνας δεν αφορά το εάν πρέπει να «πιστεύουμε» ή όχι στα συμπληρώματα. Αφορά την ανάγκη να ξεπεράσουμε την ιδέα ότι ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα όπως τα κατάγματα μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο διατροφική παρέμβαση. Η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου παραμένει σημαντική. Η επάρκεια βιταμίνης D επίσης. Και όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ελλείψεις ή ιατρικές ενδείξεις, η συμπληρωματική χορήγηση μπορεί να αποτελεί μέρος της κατάλληλης αντιμετώπισης. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από την αντίληψη ότι η καθημερινή λήψη ασβεστίου ή βιταμίνης D λειτουργεί από μόνη της ως «ασπίδα» απέναντι στα κατάγματα. Το οστό είναι ένας ζωντανός ιστός που αναδιαμορφώνεται διαρκώς και ανταποκρίνεται στη διατροφή, στην κίνηση, στη μηχανική φόρτιση και στη συνολική κατάσταση του οργανισμού.
Το πραγματικό μήνυμα των νέων δεδομένων είναι απλούστερο: για την προστασία των οστών δεν χρειάζεται να αναζητούμε μία μοναδική λύση, αλλά μια ολοκληρωμένη στρατηγική που συνδυάζει επαρκή θρέψη, κίνηση, μυϊκή δύναμη, πρόληψη των πτώσεων και εξατομικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών κάθε ανθρώπου.

Έρευνες και πηγές

1. Massé O, Mercurio CM, Dupuis S, et al. Calcium, vitamin D, or combined supplementation to prevent fractures and falls: systematic review and meta-analysis. The BMJ, 2026;393:e088050. DOI: 10.1136/bmj-2025-088050

2. Pillay J, Reynolds DL, Thériault G. Calcium, vitamin D, or combined supplementation to prevent fractures and falls. The BMJ, 2026;393:s913. DOI: 10.1136/bmj.s913

3. DIPART Group. Patient level pooled analysis of 68,500 patients from seven major vitamin D fracture trials in US and Europe. The BMJ, 2010;340:b5463. DOI: 10.1136/bmj.b5463

4. Bolland MJ, Leung W, Tai V, et al. Calcium intake and risk of fracture: systematic review. The BMJ, 2015;351:h4580. DOI: 10.1136/bmj.h4580

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Έρευνα

Νέα μελέτη συνδέει τη μειωμένη οστική πυκνότητα της σπονδυλικής στήλης με ταχύτερη γνωστική έκπτωση και μεταβολές στη λευκή ουσία του εγκεφάλου, ανοίγοντας ένα ενδιαφέρον πεδίο έρευνας γύρω από τη σχέση οστών και εγκεφαλικής γήρανσης.

Συνήθως αντιμετωπίζουμε την υγεία των οστών και την υγεία του εγκεφάλου ως δύο εντελώς διαφορετικά πεδία. Η οστική πυκνότητα μάς απασχολεί κυρίως σε σχέση με την οστεοπόρωση και τον κίνδυνο καταγμάτων, ενώ η γνωστική έκπτωση συνδέεται περισσότερο με τη νευρολογία και τις παθήσεις της γήρανσης. Μια νέα μελέτη, όμως, έρχεται να προσθέσει στοιχεία σε μια διαφορετική εικόνα: οστά και εγκέφαλος ενδέχεται να επηρεάζονται από κοινού από βαθύτερες μεταβολικές διαδικασίες που συνοδεύουν τη γήρανση. Η έρευνα δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Radiology και πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Johns Hopkins University, χρησιμοποιώντας δεδομένα από τη μεγάλη αμερικανική Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA). Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι χαμηλότερη οστική πυκνότητα στους θωρακικούς σπονδύλους συνδεόταν με ταχύτερη μείωση της συνολικής γνωστικής λειτουργίας, αλλά και με εντονότερες μεταβολές στη λευκή ουσία του εγκεφάλου. (rsna.org)

Τι ακριβώς εξέτασαν οι ερευνητές: Η ομάδα χρησιμοποίησε αξονικές τομογραφίες θώρακος για να υπολογίσει την ογκομετρική οστική πυκνότητα (volumetric bone mineral density – vBMD) των θωρακικών σπονδύλων. Η μέτρηση πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια αλγορίθμου. Αρχικά υπήρχαν διαθέσιμες μετρήσεις οστικής πυκνότητας για περισσότερους από 2.000 συμμετέχοντες. Η τελική ομάδα στην οποία ήταν διαθέσιμες τόσο απεικονίσεις εγκεφάλου όσο και γνωστικές δοκιμασίες περιλάμβανε 715 άτομα. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου και σε επαναλαμβανόμενες αξιολογήσεις της γνωστικής τους λειτουργίας.  Η παρακολούθηση επέτρεψε στους ερευνητές να εξετάσουν όχι απλώς την κατάσταση του εγκεφάλου σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά την εξέλιξη των μεταβολών με την πάροδο του χρόνου. Το αποτέλεσμα ήταν αξιοσημείωτο: όσο χαμηλότερη ήταν η αρχική οστική πυκνότητα, τόσο ταχύτερη ήταν κατά μέσο όρο η μείωση της συνολικής γνωστικής επίδοσης.

Η λευκή ουσία στο επίκεντρο: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα από τις μαγνητικές τομογραφίες. Η χαμηλότερη οστική πυκνότητα συνδέθηκε με μεγαλύτερη συσσώρευση των λεγόμενων υπερεντάσεων της λευκής ουσίας (white matter hyperintensities) στο μεσολόβιο, τη μεγάλη δέσμη νευρικών ινών που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου. Παράλληλα, παρατηρήθηκε ταχύτερη επιδείνωση ενός άλλου απεικονιστικού δείκτη της ακεραιότητας της λευκής ουσίας, της λεγόμενης κλασματικής ανισοτροπίας (fractional anisotropy), ιδιαίτερα σε περιοχή της έσω κάψας του εγκεφάλου. Οι συγκεκριμένες εγκεφαλικές δομές συμμετέχουν σε λειτουργίες όπως η προσοχή, η μνήμη εργασίας και οι εκτελεστικές λειτουργίες. Οι αλλοιώσεις της λευκής ουσίας δεν αποτελούν από μόνες τους διάγνωση άνοιας. Θεωρούνται, ωστόσο, σημαντικοί δείκτες εγκεφαλικής γήρανσης και έχουν συσχετιστεί σε πολλές έρευνες με γνωστική έκπτωση και αγγειακούς και μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου.

Μήπως υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής; Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι η απώλεια οστικής μάζας προκαλεί άνοια. Οι ίδιοι οι ερευνητές το τονίζουν ρητά. Πρόκειται για συσχέτιση και όχι για απόδειξη σχέσης αιτίου και αποτελέσματος. Μια πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι οστά και εγκέφαλος αντανακλούν, τουλάχιστον εν μέρει, κοινές διεργασίες της γήρανσης. Μεταβολικοί παράγοντες όπως η ινσουλινοαντίσταση, οι διαταραχές των λιπιδίων και οι ορμονικές αλλαγές της εμμηνόπαυσης, μπορεί να επηρεάζουν παράλληλα τον σκελετό, τα αγγεία και τον εγκέφαλο. Οι ερευνητές μιλούν έτσι περισσότερο για ένα κοινό μεταβολικό υπόβαθρο παρά για μια απλή γραμμική σχέση «οστό → εγκέφαλος».

Το ενδιαφέρον για αυτό που στη διεθνή βιβλιογραφία αρχίζει να περιγράφεται ως bone–brain axis, δηλαδή «άξονας οστών–εγκεφάλου», αυξάνεται τα τελευταία χρόνια. Πρόσφατες ανασκοπήσεις εξετάζουν πιθανούς κοινούς μηχανισμούς που περιλαμβάνουν τη χρόνια φλεγμονή, τον μεταβολισμό, τις ορμονικές μεταβολές και τα μόρια σηματοδότησης που παράγονται από τον οστικό ιστό. (Frontiers)

Μια διαφορετική ματιά στην υγιή γήρανση: Η πρακτική σημασία της νέας μελέτης μας υπενθυμίζει ότι η γήρανση δεν εξελίσσεται σε απομονωμένα όργανα. Η κατάσταση των οστών, του μεταβολισμού, των αγγείων, των μυών και του εγκεφάλου μπορεί να αποτελεί μέρος ενός πολύ πιο αλληλοσυνδεόμενου συστήματος απ’ όσο θεωρούσαμε μέχρι πρόσφατα. Οι ερευνητές επισημαίνουν μάλιστα ότι αξονικές τομογραφίες θώρακος που πραγματοποιούνται για άλλους ιατρικούς λόγους θα μπορούσαν στο μέλλον να αξιοποιούνται παράλληλα για την αυτόματη εκτίμηση της οστικής πυκνότητας, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη απεικόνιση. Έτσι, η χαμηλή οστική πυκνότητα ενδεχομένως να λειτουργήσει κάποτε ως ένα ακόμη στοιχείο που θα βοηθά στον έγκαιρο εντοπισμό ανθρώπων με αυξημένο κίνδυνο τόσο σκελετικής όσο και νευρολογικής επιβάρυνσης. (rsna.org)

Δεν γνωρίζουμε ακόμη εάν η προστασία της οστικής μάζας μπορεί από μόνη της να προστατεύσει και τη γνωστική λειτουργία. Η νέα έρευνα, όμως, ενισχύει μια ολοένα πιο σημαντική αντίληψη στην επιστήμη της γήρανσης: η υγεία του εγκεφάλου πιθανότατα δεν αρχίζει και δεν τελειώνει στον εγκέφαλο.

Έρευνα: Momtazmanesh S. et al., Deep Learning-derived Bone Mineral Density and Longitudinal White Matter Microstructure and Cognitive Decline: Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis, Radiology, 2026. DOI: 10.1148/radiol.260656.

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Υγεία

Παίρνετε συμπληρώματα βιταμίνης D; Ίσως νομίζετε ότι η D2 και η D3 είναι παρόμοιες, γιατί τελικά, και οι δύο έχουν σχεδιαστεί για να συμπληρώνουν τα επίπεδα σας κατά τη διάρκεια των μακρών, σκοτεινών χειμερινών μηνών, αλλά νέα έρευνα δείχνει ότι η μία μειώνει την άλλη. Αν παίρνετε μόνο συμπληρώματα D2, θα μειώσετε τα επίπεδα της D3, της πιο «φυσικής» μορφής που παράγει ο οργανισμός μας από τον ήλιο, σύμφωνα με ερευνητές του Πανεπιστημίου του Surrey. Μια ανασκόπηση προηγούμενων μελετών έδειξε ότι τα επίπεδα της βιταμίνης D3 ήταν χαμηλότερα σε όσους έπαιρναν συμπληρώματα D2. Τα ευρήματά τους επιβεβαιώνουν προηγούμενη έρευνα του Colin Smith, καθηγητή μικροβιολογίας, ο οποίος ανακάλυψε ότι η D2 και η D3 δεν έχουν τον ίδιο ρόλο στην υποστήριξη της ανοσολογικής λειτουργίας. Η βιταμίνη D3 έχει τροποποιητική επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα που μπορεί να ενισχύσει τον οργανισμό ενάντια σε ιογενείς και βακτηριακές ασθένειες. Ο ίδιος δήλωσε: «Έχουμε δείξει ότι η βιταμίνη D3, αλλά όχι η βιταμίνη D2, φαίνεται να διεγείρει το σύστημα σηματοδότησης της ιντερφερόνης στον οργανισμό, ένα βασικό μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος που παρέχει την πρώτη γραμμή άμυνας κατά των βακτηρίων και των ιών. Τα φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D3 μπορεί να βοηθήσουν στην πρόληψη της εγκατάστασης ιών και βακτηρίων στον οργανισμό».

Nutrition Reviews, 2025; doi: 10.1093/nutrit/nuaf166

Κατηγορία Έρευνα

Μια νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει πώς η ρεφλεξολογία επηρεάζει περιοχές του εγκεφάλου και ανοίγει νέους δρόμους για τη θεραπεία και την αποκατάσταση.

Πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει ένα απαλό άγγιγμα στο πέλμα του ποδιού; Για τους θεραπευτές της ρεφλεξολογίας, η απάντηση είναι: πολύ πιο πέρα απ’ ό,τι φανταζόμασταν μέχρι σήμερα. Και πλέον, η επιστήμη έρχεται να το επιβεβαιώσει.
Μια πρωτοποριακή έρευνα που παρουσιάστηκε στο παγκόσμιο συνέδριο της Διεθνούς Εταιρείας Μαγνητικής Τομογραφίας στην Ιατρική το 2024, έβαλε τη ρεφλεξολογία κυριολεκτικά «μέσα στον εγκέφαλο», χρησιμοποιώντας εξελιγμένες τεχνικές μαγνητικής τομογραφίας για να παρακολουθήσει σε πραγματικό χρόνο τι συμβαίνει όταν ασκείται πίεση σε συγκεκριμένα σημεία των ποδιών.

Τι ανακάλυψαν οι επιστήμονες
Η έρευνα, με τίτλο “Neural Pathways of Applied Reflexology”, έδειξε ότι η ρεφλεξολογία δεν επηρεάζει μόνο τοπικά τους ιστούς των ποδιών. Οι περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την επεξεργασία των αισθήσεων, την κίνηση, την αντίληψη του πόνου και ακόμη και τη συνειδητότητα ενεργοποιήθηκαν δυναμικά κατά τη διάρκεια της εφαρμογής.
Και το πιο εντυπωσιακό; Οι αντιδράσεις αυτές δεν περιορίστηκαν μόνο σε υγιή άτομα. Ασθενείς που είχαν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο εμφάνισαν ενισχυμένη ενεργοποίηση περιοχών του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αποκατάσταση και τη νευροπλαστικότητα, δηλαδή την ικανότητα του εγκεφάλου να «επανεκπαιδεύεται» και να αναπλάθεται.

Τα πέλματα ως χάρτης του σώματος (και του νου)
Η ρεφλεξολογία στηρίζεται στην ιδέα ότι ολόκληρο το σώμα αντιπροσωπεύεται σε μικρογραφία στα πέλματα. Με σωστά στοχευμένες πιέσεις, ο θεραπευτής μπορεί να επιδράσει σε αντίστοιχα όργανα ή περιοχές του οργανισμού. Μέχρι τώρα, αυτό ήταν αποδεκτό κυρίως σε επίπεδο εμπειρίας. Πλέον, η σύγχρονη τεχνολογία απεικόνισης το κάνει ορατό.
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν υψηλής ακρίβειας fMRI για να παρακολουθήσουν τον εγκέφαλο τη στιγμή που εφαρμόζονταν η ρεφλεξολογία. Είδαν να «φωτίζονται» περιοχές που δεν σχετίζονται μόνο με τα πόδια, αλλά με ολόκληρο το σωματοαισθητικό σύστημα – ενισχύοντας την υπόθεση ότι πρόκειται για μια μορφή «νευρωνικού διαλόγου» ανάμεσα στα άκρα και το κέντρο.

Τι σημαίνει αυτό για τη φυσική θεραπεία
Τα αποτελέσματα της μελέτης προσφέρουν κάτι πολύτιμο: έναν επιστημονικό σύνδεσμο ανάμεσα στην αρχαία τέχνη της ρεφλεξολογίας και τη σύγχρονη νευροεπιστήμη. Αν και χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να ενισχυθούν αυτά τα ευρήματα, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: οι φυσικές θεραπείες όπως η ρεφλεξολογία έχουν βαθύτερη επίδραση απ’ ό,τι συχνά τους αναγνωρίζεται.
Σε έναν κόσμο που αναζητά λύσεις πιο φυσικές, πιο ανθρώπινες, και λιγότερο φαρμακευτικές, η επιστήμη φαίνεται να κάνει ένα βήμα πιο κοντά στην κατανόηση του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει το άγγιγμα στην ίαση.

Πηγή: Neural Pathways of Applied Reflexology using Real-Time Task-Based and Resting-State fMRI in Healthy Controls and Patients with Stroke, ISMRM 2024.

Διαθέσιμο στο: https://archive.ismrm.org/2024/2310.html

H
olistic Life: Τεύχος 127 (Μάιος - Ιούνιος 2025)

Κατηγορία Έρευνα
Σελίδα 1 από 9