Σύγχρονος τρόπος ζωής και ανθρώπινος εγκέφαλος: μια βασική ασυμφωνία
Από νευροβιολογική άποψη, το στρες είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης που ενεργοποιεί κέντρα του εγκεφάλου και θέτει το αυτόνομο νευρικό σύστημα σε κατάσταση επιφυλακής. Όταν αυτό συμβαίνει περιστασιακά είναι φυσιολογικό και απαραίτητο. Κατόπιν εξομάλυνσης της κατάστασης, ο μηχανισμός απενεργοποιείται και το σώμα επιστρέφει στους φυσιολογικούς του ρυθμούς.
Όταν όμως έχουμε στρες σε καθημερινή βάση για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο οργανισμός λειτουργεί σαν να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χωρίς να προλαβαίνει να επανέλθει. Όταν το στρες δεν είναι οξύ και παροδικό, αλλά σχετικά ήπιο και παρατεταμένο, παραμένει ουσιαστικά άλυτο. Έτσι, το στρες παύει να είναι μηχανισμός επιβίωσης, οδηγεί σε λειτουργική απορρύθμιση και μετατρέπεται σε παθολογικό υπόστρωμα.
Εδώ αναδεικνύεται μια βασική εξελικτική ασυμφωνία: ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε για να αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμες, άμεσες απειλές και όχι τον χρόνιο, χαμηλής έντασης αλλά διαρκή στρεσογόνο τρόπο ζωής του σήμερα. Ο σύγχρονος άνθρωπος εκτίθεται σε μορφές στρες που δεν υπήρχαν στα πρώιμα στάδια της εξέλιξής του και για τις οποίες δεν είναι βιολογικά προετοιμασμένος.
Μεταξύ άλλων, η σύγχρονη καθιστική ζωή, η τεχνητή φωταγώγηση που απορρυθμίζει τον κιρκάδιο ρυθμό, η διαρκής κοινωνική σύγκριση και ανταγωνισμός αποτελούν χρόνιες επιβαρύνσεις. Η πίεση για οικονομική ασφάλεια, αναγνώριση και επιτυχία, είναι συνεχής και συχνά αφηρημένη, δεν έχει σαφή αρχή και τέλος.
Πώς εκδηλώνεται το χρόνιο στρες στον οργανισμό
Σε βάθος χρόνου, αυτή η διαρκής ενεργοποίηση των μηχανισμών του στρες επηρεάζει την ορμονική ισορροπία και τη δυνατότητα του οργανισμού να επιστρέφει σε κατάσταση ηρεμίας.
Όταν το στρες έχει εγκατασταθεί σε βάθος, η απλή παύση δεν αρκεί. Ο οργανισμός επαναπρογραμματίζεται να λειτουργεί σε ένταση. Ακόμη και σε στιγμές ηρεμίας, το νευρικό σύστημα παραμένει σε εγρήγορση. Γι' αυτό πολλοί άνθρωποι λένε: "Ξαπλώνω αλλά δεν χαλαρώνω", "Κοιμάμαι αλλά δεν ξεκουράζομαι".
Το αποτέλεσμα είναι σταδιακό και εκδηλώνεται με διαταραχές ύπνου, ψυχική υπερδιέγερση, συναισθηματική κόπωση, σωματοποιημένες ενοχλήσεις (μυϊκές εντάσεις, στομαχικές ενοχλήσεις, πονοκέφαλοι), κρίσεις πανικού ή εμφάνιση κλινικά αναγνωρίσιμης παθολογίας.
Γίνεται σαφές πώς δεν μιλάμε πια για "λίγο άγχος", αλλά για μια βαθιά διαταραχή ρυθμού του οργανισμού. Συχνά όμως συνεχίζουμε να "λειτουργούμε" με υποβοηθήματα όπως υπνωτικά, ηρεμιστικά, παυσίπονα, χωρίς να αντιμετωπίζουμε τα βαθύτερα αίτια.
Η ομοιοπαθητική προσέγγιση στο στρες
Εδώ χρειάζεται μια προσέγγιση που δεν καταστέλλει, αλλά βοηθά το σώμα να αυτορρυθμίζεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι η φαρμακευτική αγωγή δεν έχει θέση — σε πολλές περιπτώσεις είναι σωτήρια και απαραίτητη. Όμως, αν θεωρηθεί η μοναδική λύση, παραβλέπεται η βαθύτερη αιτία: η αναντιστοιχία ανάμεσα στη βιολογική μας κατασκευή και στον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του χρόνιου στρες είναι ότι δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Δύο άνθρωποι μπορεί να ζουν κάτω από την ίδια πίεση, αλλά να απορρυθμίζονται σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα: ο ένας στον ύπνο, ο άλλος στο έντερο. Ακόμη και στο ίδιο σύμπτωμα, οι αιτίες διαφέρουν. Κάποιος μπορεί να είναι εξαιρετικά ευαίσθητος στον κιρκάδιο ρυθμό, ενώ ένας άλλος γίνεται αϋπνικός μόνο όταν αισθάνεται απειλή στην κοινωνική ή οικονομική του θέση.
Για κάποιον, το στρες οδηγεί σε απώλεια όρεξης. Για κάποιον άλλον, σε υπερφαγία, όχι από αδυναμία χαρακτήρα, αλλά επειδή το σώμα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα αίσθημα ασφάλειας μέσω της συσσώρευσης. Σε βαθύτερο επίπεδο, μπορεί να είναι η σωματική έκφραση ενός συναισθηματικού μοτίβου: φόβος απώλειας, φτώχειας ή αίσθηση ότι "αν δεν έχω, δεν θα αντέξω".
Αυτό δείχνει κάτι ουσιαστικό: στο ανθρώπινο στρες, δεν μετρά μόνο το ερέθισμα. Μετρά ο τρόπος που το άτομο το βιώνει, το ερμηνεύει, και το πώς αυτό μεταφράζεται σε σωματική λειτουργία.
Η Ομοιοπαθητική τοποθετείται εδώ ως μια εξατομικευμένη, ολιστική προσέγγιση που δεν καταστέλλει το σύμπτωμα, αλλά αναγνωρίζει τη μοναδική ψυχοσωματική υπογραφή του κάθε ατόμου και υποστηρίζει την αυτορρύθμιση που έχει μπλοκαριστεί από τη διαρκή ενεργοποίηση του νευρικού συστήματος. Στόχος δεν είναι η στιγμιαία χαλάρωση, αλλά η αποκατάσταση της συνολικής λειτουργίας με κεντρικό στοιχείο την εξατομίκευση: Πώς βιώνει το άτομο το στρες; Πώς αντιδρά ψυχικά; Πού εκδηλώνεται σωματικά; Ποια είναι η γενικότερη ιδιοσυγκρασία; Αφού ερευνηθούν τυχόν οργανικά αίτια και αφού εφαρμοστούν βασικές αρχές υγιεινής ύπνου και ρύθμισης καθημερινών συνηθειών, η Ομοιοπαθητική μπορεί να λειτουργήσει ως εξατομικευμένη αυτορρύθμιση, προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη σχέση του ατόμου με το στρες.
Συμπέρασμα
Το χρόνιο στρες σπάνια μας καταστρέφει απότομα. Συνήθως μας κάνει υπερβολικά ικανούς για υπερβολικά πολύ καιρό. Και κάπου εκεί, εμφανίζεται μια κρίση πανικού, μια επιμονή στην αϋπνία, ή μια διάγνωση που μας αναγκάζει να σταματήσουμε.
Η Ομοιοπαθητική προσφέρει ένα πλαίσιο όπου ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται ως σύνολο συμπτωμάτων, αλλά ως ενιαίο βιοψυχοκοινωνικό σύστημα που, με το κατάλληλο εξατομικευμένο ερέθισμα, μπορεί να αυτορρυθμιστεί και να επανέλθει σε ισορροπία αντιμετωπίζοντας την αιτία και όχι μόνο το σύμπτωμα.
Το κλειδί βρίσκεται στην εξατομίκευση. Η κατανόηση του εαυτού μας, του δικού μας στρες, είναι το πρώτο βήμα για να αλλάξει η σχέση με τον οργανισμό μας και τα όριά του ώστε το νευρικό σύστημα να επιστρέψει σε φυσιολογικούς ρυθμούς και να "κλείσει" την κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Βιβλιογραφία
1. Simeons, A. T. W. (1961). Man's Presumptuous Brain: An Evolutionary Interpretation of Psychosomatic Disease. New York: E.P. Dutton & Co., Inc.
2. The Influence of Social Hierarchy on Primate Health. Science, 308(5722), 648-652. Wulff, K., Gatti, S., Wettstein, J. G., & Foster, R. G. (2010).
3. Sleep and Circadian Rhythm Disruption in Psychiatric and Neurodegenerative Disease. Nature Reviews Neuroscience, 11(8), 589-599.
