Μια φαρμακευτική συμφωνία που ανακοινώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2026 θα μπορούσε εύκολα να περάσει απαρατήρητη ως μία ακόμη πρωτοβουλία για τη βελτίωση της πρόσβασης στα φάρμακα. Όμως η συμφωνία μεταξύ του Medicines Patent Pool (MPP), της Roche και έντεκα φαρμακευτικών κατασκευαστών σε εννέα χώρες έχει μια διάσταση που αξίζει μεγαλύτερη προσοχή: δεν αφορά μόνο τη σημερινή εποχική γρίπη. Παρουσιάζεται ρητά ως μέρος της προετοιμασίας για μελλοντικές επιδημίες και πανδημίες.
Οι εταιρείες που επιλέχθηκαν θα μπορούν να αναπτύξουν και να παράγουν γενόσημες εκδοχές του baloxavir marboxil, γνωστού εμπορικά ως Xofluza, ενός αντιικού φαρμάκου της Roche κατά της γρίπης. Η άδεια καλύπτει 129 χώρες, κυρίως χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, και συνοδεύεται από τεχνική υποστήριξη για την ανάπτυξη και έγκριση των προϊόντων. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το MPP δηλώνει ανοικτά πως η δημιουργία μιας γεωγραφικά κατανεμημένης παραγωγικής βάσης γίνεται «εκ των προτέρων», ώστε να υπάρχουν ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού όταν προκύψει η επόμενη υγειονομική κρίση.
Ως αρχή δημόσιας υγείας, αυτό δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί παράλογο. Η COVID-19 απέδειξε πόσο καταστροφικό μπορεί να είναι να ξεκινά κανείς την παραγωγή φαρμάκων και εμβολίων όταν η κρίση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Η αποκεντρωμένη παραγωγή μπορεί πράγματι να μειώσει καθυστερήσεις και εξαρτήσεις. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Τον Δεκέμβριο του 2025 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δημοσίευσε ειδικό πλαίσιο για τη δημιουργία και διαχείριση αποθεμάτων ιατρικών αντιμέτρων για πανδημική γρίπη. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους είχε ήδη πραγματοποιήσει άσκηση προσομοίωσης για πιθανή πανδημία από γρίπη A(H5N1), εξετάζοντας πώς θα μπορούσαν να διανεμηθούν εμβόλια, αντιικά και διαγνωστικά μέσα σε μια τέτοια κρίση. Τον Φεβρουάριο του 2026 δημιουργήθηκε επιπλέον ειδική ομάδα εργασίας για την πρόσβαση, την κατανομή και την ανάπτυξη αυτών των ιατρικών αντιμέτρων. Και τώρα δημιουργείται διεθνές δίκτυο παραγωγής baloxavir.
Αυτό δείχνει ότι κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί και φαρμακευτικές εταιρείες αντιμετωπίζουν πλέον μια μελλοντική πανδημία γρίπης όχι ως αφηρημένο ενδεχόμενο, αλλά ως σενάριο για το οποίο οικοδομούνται ήδη συγκεκριμένες παραγωγικές υποδομές; Σε αυτό ακριβώς το σημείο χρειάζεται δημόσιος έλεγχος. Γιατί επιλέγεται το baloxavir ως ένα από τα φάρμακα γύρω από τα οποία χτίζεται αυτή η υποδομή; Και πόσο ισχυρή είναι η επιστημονική βάση για έναν τόσο στρατηγικό ρόλο;
Ένα κρίσιμο ερώτημα, ιδιαίτερα όταν ένα φάρμακο εντάσσεται στον σχεδιασμό για πιθανή ευρεία χρήση σε μια μελλοντική πανδημία, είναι πόσο εκτεταμένα και για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έχει πραγματικά δοκιμαστεί σε ανθρώπους. Το baloxavir δεν είναι καινούργιο: οι πρώτες κλινικές μελέτες σε ανθρώπους πραγματοποιήθηκαν πριν από περίπου μία δεκαετία, ενώ η Ιαπωνία το ενέκρινε το 2018 και η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2021. Κατά την αρχική ευρωπαϊκή αξιολόγηση, το πρόγραμμα ασφάλειας περιλάμβανε 12 μελέτες φάσης 1 με 329 συμμετέχοντες, μία μελέτη φάσης 2, δύο μεγάλες μελέτες φάσης 3 με περίπου 1.400 και 2.200 συμμετέχοντες αντίστοιχα, παιδιατρικές μελέτες και μία μελέτη προφύλαξης περίπου 750 ατόμων. Ωστόσο, οι βασικές τυχαιοποιημένες δοκιμές παρακολουθούσαν τους ασθενείς για σχετικά σύντομα χρονικά διαστήματα — στην CAPSTONE-1, για παράδειγμα, η κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση έφθανε περίπου έως την 22η ημέρα. Αυτό είναι αναμενόμενο για ένα φάρμακο που χορηγείται εφάπαξ για μια οξεία λοίμωξη, αλλά σημαίνει ότι τα δεδομένα από τις κλινικές δοκιμές αφορούν κυρίως βραχυπρόθεσμη ασφάλεια. Η μακροχρόνια εικόνα προέρχεται κατά κύριο λόγο από τη φαρμακοεπαγρύπνηση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου και όχι από πολυετείς ελεγχόμενες μελέτες. Ήδη η ευρωπαϊκή αξιολόγηση είχε καταγράψει ότι, μετά την κυκλοφορία του baloxavir, αναφορές υπερευαισθησίας οδήγησαν στην προσθήκη σχετικής προειδοποίησης στις πληροφορίες του προϊόντος. Όταν λοιπόν εξετάζεται ένα φάρμακο ως πιθανό εργαλείο μαζικής πανδημικής ετοιμότητας, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν έχει εγκριθεί και χρησιμοποιηθεί, αλλά αν το εύρος και η διάρκεια των διαθέσιμων δεδομένων είναι επαρκή για χρήση σε πολύ μεγαλύτερους και πιθανώς διαφορετικούς πληθυσμούς από εκείνους των αρχικών δοκιμών.

Έρευνες και πηγές



Κατηγορία Ειδήσεις

Μια σοβαρή διάγνωση μπορεί να χωρίσει τη ζωή στα δύο: πριν και μετά. Πρώτα έρχεται η στιγμή που ο άνθρωπος ακούει από έναν γιατρό μια λέξη που αλλάζει τον ορίζοντά του. Και λίγο αργότερα εμφανίζεται ένα δεύτερο, διαφορετικό ερώτημα: Πώς θα το πω στους άλλους; Για κάποιους, η ανάγκη να μιλήσουν είναι άμεση. Για άλλους, η σκέψη ότι θα πρέπει να εξηγούν ξανά και ξανά τι συμβαίνει μοιάζει εξαντλητική. Υπάρχει ο φόβος της ανησυχίας των συγγενών, οι ερωτήσεις, οι συμβουλές που δεν ζητήθηκαν και, μερικές φορές, η αίσθηση ότι ο άνθρωπος παύει να αντιμετωπίζεται ως ο εαυτός του και γίνεται απλώς «ο ασθενής».

Η Dr. Neha Sangwan, ιατρός και συγγραφέας των βιβλίων TalkRxTalkRx και Powered by MePowered by Me, τονίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται μια διάγνωση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: πόσο αιφνίδια ήρθε, πόσο απειλητική θεωρείται, αλλά και πόσο χώρο έχει ο άνθρωπος να επεξεργαστεί τα συναισθήματα και τα όριά του. Αυτό σημαίνει ότι, πριν ανακοινώσει κανείς τη διάγνωση στους άλλους, ίσως χρειάζεται πρώτα να την καταλάβει ο ίδιος. Τι ακριβώς συμβαίνει; Πόσο βέβαιη είναι η διάγνωση; Ποια είναι τα επόμενα βήματα; Τι θέλω να γνωρίζουν οι άλλοι και τι επιθυμώ να κρατήσω για μένα; Η καθυστέρηση στην κοινοποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα άρνηση. Μπορεί να είναι ένας τρόπος προστασίας του ψυχικού χώρου που χρειάζεται ο άνθρωπος για να οργανώσει μια νέα πραγματικότητα.

Δεν χρειάζεται να τα πεις όλα σε όλους: Η σοβαρή ασθένεια δεν καταργεί το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Κάποιος μπορεί να επιλέξει να ενημερώσει μόνο την οικογένεια. Κάποιος άλλος τρεις φίλους. Ή να μιλήσει στους συνεργάτες του χωρίς να αναφερθεί σε λεπτομέρειες της πρόγνωσης. Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι οι άνθρωποι διαφέρουν σημαντικά ως προς το πόσες πληροφορίες θέλουν να γνωρίζουν ή να συζητούν γύρω από τη νόσο και το μέλλον τους. Αυτό κάνει ακόμη πιο σημαντική την εξατομίκευση της επικοινωνίας. Το ίδιο ισχύει και για το ποιος θα μεταφέρει την πληροφορία. Ένας σύντροφος, φίλος ή συγγενής μπορεί να αναλάβει να ενημερώσει τον ευρύτερο κύκλο, ώστε ο ασθενής να μη χρειάζεται να επαναλαμβάνει την ίδια δύσκολη αφήγηση πολλές φορές. Σε μια περίοδο γεμάτη εξετάσεις, ιατρικές αποφάσεις και αβεβαιότητα, αυτή η πρακτική μπορεί να προστατεύσει πολύτιμη ψυχική ενέργεια.

Πριν μιλήσεις, σκέψου τι χρειάζεσαι: Ίσως η σημαντικότερη ερώτηση πριν από μια δύσκολη συζήτηση να μην είναι «τι θα πω;» αλλά: Τι χρειάζομαι από τον άνθρωπο που θα το ακούσει; Οι άλλοι συχνά προσπαθούν να βοηθήσουν με τον τρόπο που γνωρίζουν. Προτείνουν γιατρούς, θεραπείες, συμπληρώματα ή ιστορίες ανθρώπων που «είχαν το ίδιο». Όμως ο ασθενής μπορεί να μη χρειάζεται τίποτε από αυτά. Μερικές φορές αρκεί να πει: «Θέλω να σου μιλήσω, αλλά αυτή τη στιγμή δεν χρειάζομαι συμβουλές. Θέλω απλώς να με ακούσεις» ή «Θέλω να γνωρίζεις τι συμβαίνει, αλλά δεν είμαι ακόμη έτοιμος να μιλήσω για την πρόγνωση.» Η σαφής διατύπωση των αναγκών μειώνει τις παρεξηγήσεις και βοηθά τους άλλους να προσφέρουν ουσιαστικότερη υποστήριξη.

Η στιγμή και ο τρόπος έχουν σημασία: Μια δύσκολη πληροφορία χρειάζεται χώρο. Δεν είναι το ίδιο να ανακοινώνεται βιαστικά σε ένα διάλειμμα ή ενώ ο άλλος οδηγεί. Μια απλή φράση μπορεί να αλλάξει το πλαίσιο: «Έχω κάτι δύσκολο να σου πω. Είναι καλή στιγμή να μιλήσουμε;» Η Nora McInerny, περιγράφει αυτή την προσέγγιση ως ένα είδος «συναίνεσης στη συνομιλία». Δεν σημαίνει ότι ζητάμε άδεια για να πούμε την αλήθεια, αλλά ότι δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε η αλήθεια να ακουστεί. Η έρευνα γύρω από την επικοινωνία σοβαρών ασθενειών συμφωνεί ότι η ειλικρίνεια λειτουργεί καλύτερα όταν συνοδεύεται από ενσυναίσθηση, χρόνο για ερωτήσεις και σεβασμό στον ρυθμό του ασθενούς. 

Όταν οι άλλοι αντιδρούν διαφορετικά: Μια διάγνωση μπορεί να αλλάξει και τον χάρτη των σχέσεων. Κάποιοι άνθρωποι θα σταθούν δίπλα μας ακριβώς όπως ελπίζαμε. Άλλοι μπορεί να απομακρυνθούν, να πανικοβληθούν ή να προσπαθήσουν διαρκώς να «διορθώσουν» την κατάσταση. Αυτό δεν σημαίνει πάντα έλλειψη αγάπης. Συχνά σημαίνει ότι ο άλλος δυσκολεύεται να αντέξει τον φόβο και την αβεβαιότητα. Και μερικές φορές άνθρωποι που μέχρι τότε βρίσκονταν στην περιφέρεια της ζωής μας γίνονται πολύτιμες πηγές υποστήριξης.

Η επικοινωνία είναι μέρος της φροντίδας: Η σύγχρονη ιατρική αντιμετωπίζει πλέον όλο και περισσότερο τις δύσκολες συνομιλίες ως μέρος της ίδιας της θεραπευτικής φροντίδας. Η καλή επικοινωνία δεν αφορά μόνο την πληροφορία. Αφορά τους φόβους, τις προτεραιότητες, την ποιότητα ζωής, τις σχέσεις και το πόσο θέλει ο ίδιος ο ασθενής να γνωρίζει, να μοιράζεται και να αποφασίζει. Συνεπώς το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς: «Πώς ανακοινώνω τη διάγνωσή μου;» Αλλά: «Πώς μπορώ να παραμείνω άνθρωπος (και όχι απλώς ασθενής), μέσα σε όλες τις συνομιλίες που θα ακολουθήσουν;»

Η απάντηση ξεκινά από το δικαίωμα στην επιλογή: να μιλήσεις όταν είσαι έτοιμος, στους ανθρώπους που επιλέγεις, με τις λέξεις που σου ανήκουν και με τα όρια που χρειάζεσαι.

Έρευνες και πηγές

1. Bernacki RE, Block SD. Communication about serious illness care goals: a review and synthesis of best practices. JAMA Internal Medicine. 2014;174(12):1994–2003. DOI: 10.1001/jamainternmed.2014.5271

2. Fried TR, Bradley EH, O'Leary J. Prognosis communication in serious illness: perceptions of older patients, caregivers, and clinicians. Journal of the American Geriatrics Society. 2003;51(10):1398–1403. DOI: 10.1046/j.1532-5415.2003.51457.x

3. Hancock K, Clayton JM, Parker SM, et al. Truth-telling in discussing prognosis in advanced life-limiting illnesses: a systematic review. Palliative Medicine. 2007;21(6):507–517. DOI: 10.1177/0269216307080823

4. Etkind SN, et al. Improving communication of prognostic uncertainty in advanced illness: a realist review. BMJ Open. 2026. DOI: 10.1136/bmjopen-2025-115385

Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Τρόπος Ζωής

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον Carl Jung, η ιδέα ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός διαθέτει βαθύτερα, κοινά πρότυπα εξακολουθεί να θεωρείται αμφιλεγόμενη. Νέα όμως έρευνα επιχειρεί να μεταφράσει τα «αρχέτυπα» στη γλώσσα της σύγχρονης νευροεπιστήμης – και το αποτέλεσμα ανοίγει ένα συναρπαστικό παράθυρο στο βαθύτερο υπόστρωμα της ανθρώπινης εμπειρίας.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Carl Gustav Jung παρατήρησε κάτι που τον προβλημάτισε βαθιά. Στα όνειρα των ασθενών του εμφανίζονταν εικόνες και ιστορίες που έμοιαζαν εντυπωσιακά με πανάρχαιους μύθους, ακόμη και όταν οι άνθρωποι αυτοί δεν φαίνονταν να γνωρίζουν τις συγκεκριμένες παραδόσεις. Η μητέρα, ο σοφός γέροντας, ο ήρωας, ο απατεώνας, η σκιά, ο θάνατος και η αναγέννηση επανέρχονταν με διαφορετικές μορφές. Ο Jung ονόμασε αυτά τα βαθύτερα πρότυπα αρχέτυπα και πρότεινε ότι προέρχονται από ένα «συλλογικό ασυνείδητο»: ένα επίπεδο της ψυχής που δεν αποτελείται από προσωπικές αναμνήσεις αλλά από προϋπάρχουσες μορφές, κοινές στην ανθρωπότητα. Για μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής ψυχολογίας, η ιδέα παρέμεινε εξαιρετικά προβληματική. Πού βρίσκονται τα αρχέτυπα; Πώς κληρονομούνται; Πώς μπορούν να μετρηθούν; Και κυρίως: πώς θα μπορούσε μια τέτοια θεωρία να ελεγχθεί πειραματικά; Έναν αιώνα αργότερα, αυτά τα ερωτήματα επιστρέφουν από μια απροσδόκητη κατεύθυνση.

Μια νέα νευροεπιστήμη των αρχετύπων: Το 2025, οι Hugh McGovern, Marco Aqil, Selen Atasoy και Robin Carhart-Harris δημοσίευσαν στο Neuroscience of Consciousness μια νέα θεωρητική εργασία επιχειρώντας να επαναδιατυπώσουν τα αρχέτυπα με όρους σύγχρονης νευροεπιστήμης. Δεν ισχυρίζονται ότι «απέδειξαν τον Jung». Προτείνουν όμως ότι πίσω από τις αρχετυπικές εικόνες μπορεί πράγματι να υπάρχουν κοινά πρότυπα οργάνωσης του ανθρώπινου εγκεφάλου. Το μοντέλο τους διακρίνει τρία επίπεδα. Στο βαθύτερο βρίσκονται αρχαία υποφλοιώδη συστήματα που παράγουν βασικές συναισθηματικές καταστάσεις: κίνδυνος, ασφάλεια, φροντίδα, απειλή, αναζήτηση, προσκόλληση. Δεν υπάρχει ακόμη εικόνα ενός «τέρατος», μιας «μητέρας» ή ενός «σοφού». Υπάρχει το πρωταρχικό βίωμα. Στο δεύτερο επίπεδο, ο αισθητηριακός εγκέφαλος δίνει σε αυτό το βίωμα μορφή. Η απειλή μπορεί να γίνει αρπακτικό, σκοτεινή φιγούρα ή τέρας. Η προστασία μπορεί να εμφανιστεί ως μητέρα, θεότητα ή σοφός γέροντας. Στο τρίτο επίπεδο, τα ανώτερα εγκεφαλικά δίκτυα εντάσσουν αυτές τις εικόνες σε ιστορίες. Έτσι γεννιούνται αφηγήσεις όπως το ταξίδι του ήρωα, η κάθοδος στο σκοτάδι, η αναμέτρηση με τον εχθρό και η επιστροφή του πλέον μεταμορφωμένου ανθρώπου. Βλέπουμε το αρχέτυπο να μην αποτελεί μια έτοιμη εικόνα που κληρονομούμε, αλλά ένα βαθύ πρότυπο πάνω στο οποίο ο πολιτισμός και η προσωπική εμπειρία ντύνουν διαφορετικές εικόνες.

Είμαστε πράγματι γεννημένοι με κάποια πρότυπα; Υπάρχουν ενδιαφέρουσες ενδείξεις. Κλασικά πειράματα έχουν δείξει ότι ακόμη και νεογέννητα λίγων ωρών στρέφουν περισσότερο την προσοχή τους προς σχηματισμούς που μοιάζουν με ανθρώπινα πρόσωπα σε σχέση με τυχαίες διατάξεις. Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος δεν φαίνεται να φτάνει στον κόσμο ως εντελώς «λευκή σελίδα». Αντίστοιχα, η εξελικτική ψυχολογία έχει διερευνήσει κατά πόσο ο άνθρωπος διαθέτει αυξημένη ετοιμότητα να εντοπίζει απειλές που υπήρξαν σημαντικές στην εξελικτική ιστορία του, όπως τα φίδια. Τα αποτελέσματα δεν είναι πάντοτε τόσο απλά όσο συχνά παρουσιάζονται, αλλά η γενικότερη ιδέα ότι η εξέλιξη έχει διαμορφώσει προδιαθέσεις στην αντίληψη και στο συναίσθημα είναι δύσκολο πλέον να αγνοηθεί. Όπως ένα παιδί γεννιέται με την ικανότητα να μάθει γλώσσα χωρίς να γεννιέται γνωρίζοντας ελληνικά ή κινεζικά, έτσι θα μπορούσαμε να διαθέτουμε βαθύτερες ψυχικές «γραμματικές» χωρίς να γεννιόμαστε με έτοιμους μύθους.

Το παράθυρο των ψυχεδελικών εμπειριών: Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της νέας έρευνας είναι ότι χρησιμοποιεί τις ψυχεδελικές καταστάσεις ως πιθανό πειραματικό παράθυρο προς αυτά τα βαθύτερα στρώματα. Σε τέτοιες καταστάσεις μειώνεται η επιρροή των ανώτερων εγκεφαλικών προσδοκιών που συνήθως οργανώνουν και περιορίζουν την εμπειρία μας. Το μοντέλο REBUS των Carhart-Harris και Friston υποστηρίζει ότι τα ψυχεδελικά χαλαρώνουν προσωρινά τις βαθιά εδραιωμένες «προβλέψεις» του εγκεφάλου, επιτρέποντας σε κατώτερα συναισθηματικά και αισθητηριακά σήματα να αποκτήσουν μεγαλύτερη επιρροή.
Και τότε εμφανίζεται κάτι παράξενο: άνθρωποι διαφορετικών πολιτισμών περιγράφουν συχνά όμοιες κατηγορίες εμπειριών, όπως συναντήσεις με ισχυρές μητρικές ή πατρικές μορφές, απειλητικές παρουσίες, οντότητες, θάνατο και αναγέννηση, ταξίδια, διάλυση και ανασύνθεση του εαυτού. Αυτό δείχνει ότι το ερώτημά του ίσως ήταν πολύ πιο σοβαρό από όσο θεωρούσε επί δεκαετίες η κυρίαρχη ψυχολογία.

Τι είναι τελικά το «συλλογικό»; Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά της νέας πρότασης από τον Jung. Ο McGovern και οι συνεργάτες του δεν χρειάζονται μια μυστηριώδη αποθήκη εικόνων που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Το «συλλογικό» μπορεί να βρίσκεται στο γεγονός ότι μοιραζόμαστε μια κοινή ανθρώπινη βιολογία, μια κοινή εξελικτική ιστορία και παρόμοιες θεμελιώδεις εμπειρίες. Όλοι υπήρξαμε βρέφη που χρειάζονταν φροντίδα. Όλοι γνωρίζουμε την απειλή, την απώλεια, τον ανταγωνισμό, τη σύνδεση. Όλοι προερχόμαστε από προγόνους που χρειάστηκε να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο, να προστατεύουν τα παιδιά τους και να συνεργάζονται. Ο πολιτισμός αλλάζει τις μορφές. Η βαθύτερη δομή μπορεί να παραμένει.
Εδώ το σημαντικότερο δεν είναι αν η νευροεπιστήμη θα καταφέρει τελικά να «αποδείξει» τον Jung. Μια τέτοια απαίτηση ίσως αδικεί τόσο τον Jung όσο και την επιστήμη. Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγχρονη έρευνα αρχίζει ξανά να αντιμετωπίζει σοβαρά μια ιδέα που για δεκαετίες βρισκόταν στο περιθώριο: ότι η ανθρώπινη συνείδηση δεν ξεκινά από το μηδέν και ότι κάτω από την προσωπική μας βιογραφία μπορεί να υπάρχουν βαθύτερα κοινά πρότυπα εμπειρίας.
Για το Holistic Life, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως άθροισμα βιοχημικών αντιδράσεων, αλλά ούτε χρειάζεται κάθε βαθιά ψυχική εμπειρία να μετατρέπεται αμέσως σε μεταφυσική βεβαιότητα. Μεταξύ των δύο υπάρχει ένας τεράστιος χώρος έρευνας. Τα αρχέτυπα μπορεί να είναι ένας από τους καθρέφτες αυτού του χώρου. Και όταν κοιτάζουμε μέσα του, ίσως δεν βλέπουμε μόνο την προσωπική μας ιστορία, αλλά κάτι από την πολύ μεγαλύτερη ιστορία του ανθρώπου.

Έρευνες και πηγές

  1. McGovern H, Aqil M, Atasoy S, Carhart-Harris R. Eigenmodes of the deep unconscious: the neuropsychology of Jungian archetypes and psychedelic experience. Neuroscience of Consciousness. 2025;2025(1):niaf039. DOI: 10.1093/nc/niaf039
  2. Carhart-Harris RL, Friston KJ. REBUS and the Anarchic Brain: Toward a Unified Model of the Brain Action of Psychedelics. Pharmacological Reviews. 2019;71(3):316–344. DOI: 10.1124/pr.118.017160
  3. Goodwyn E. Demystifying Jung’s “Archetypes” with Embodied Cognition. Psychodynamic Psychiatry. 2024;52(3):283–304. DOI: 10.1521/pdps.2024.52.3.283
  4. Johnson MH, Dziurawiec S, Ellis H, Morton J. Newborns’ preferential tracking of face-like stimuli and its subsequent decline. Cognition. 1991;40(1–2):1–19. DOI: 10.1016/0010-0277(91)90045-6
  5. Hunt HT. A collective unconscious reconsidered: Jung’s archetypal imagination in the light of contemporary psychology and social science. Journal of Analytical Psychology. 2012;57(1):76–98. DOI: 10.1111/j.1468-5922.2011.01952.x
  6. Coelho CM, Suttiwan P, Faiz AM, Ferreira-Santos F, Zsido AN. Are Humans Prepared to Detect, Fear, and Avoid Snakes? Frontiers in Psychology. 2019;10:2094. DOI: 10.3389/fpsyg.2019.02094

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Έρευνα

Από την ιβερμεκτίνη και τη μεμπενδαζόλη μέχρι το μικροβίωμα του όγκου, ένα απροσδόκητο πεδίο έρευνας ανοίγει νέες ερωτήσεις για τη θεραπεία του καρκίνου

Μερικές φορές η καινοτομία δεν γεννιέται από ένα νέο φάρμακο, αλλά από μια νέα χρήση ενός παλιού. Η προσέγγιση αυτή ονομάζεται drug repurposing (επαναχρησιμοποίηση φαρμάκων), και κερδίζει έδαφος και στην ογκολογία. Ανάμεσα στις ουσίες που εξετάζονται βρίσκονται πλέον και αντιπαρασιτικά φάρμακα όπως η ιβερμεκτίνη, η μεμπενδαζόλη και η νικλοσαμίδη. Το ενδιαφέρον δεν είναι αυθαίρετο. Εργαστηριακές και ζωικές μελέτες δείχνουν ότι ορισμένες από αυτές τις ουσίες μπορούν να επηρεάσουν μηχανισμούς που σχετίζονται με τον καρκίνο: μικροσωληνίσκους, μιτοχόνδρια, καρκινικά βλαστοκύτταρα και μονοπάτια κυτταρικής σηματοδότησης. Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στο Wnt/β-catenin, ένα σύστημα που φυσιολογικά συμμετέχει στην ανάπτυξη και ανανέωση των ιστών, αλλά όταν απορρυθμιστεί μπορεί να ευνοήσει την επιβίωση και τον πολλαπλασιασμό καρκινικών κυττάρων. Πρόσφατες ανασκοπήσεις θεωρούν το πεδίο ενδιαφέρον, αλλά τονίζουν ότι τα κλινικά δεδομένα στον άνθρωπο παραμένουν ακόμη περιορισμένα.

Η εργαστηριακή υπόθεση συναντά πραγματικούς ασθενείς: Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ενδιαφέρον η μελέτη των Frederick Tim Guilford και Simon Yu, που δημοσιεύθηκε το 2026. Οι συγγραφείς παρουσίασαν έξι ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο: καρκίνο μαστού, πνεύμονα και προστάτη, πολλαπλό μυέλωμα και δύο περιπτώσεις υποτροπιάζοντος γλοιοβλαστώματος. Οι ασθενείς έλαβαν διαφορετικούς συνδυασμούς αντιπαρασιτικών, αντιμυκητιασικών και άλλων παρεμβάσεων. Οι πορείες που καταγράφηκαν ήταν ασυνήθιστες. Σε ασθενή με τριπλά αρνητικό καρκίνο μαστού σταδίου IV αναφέρθηκε πλήρης ακτινολογική ανταπόκριση και πάνω από 30 μήνες χωρίς ανιχνεύσιμη νόσο. Σε ασθενή με πολλαπλό μυέλωμα σημειώθηκε μεγάλη πτώση των ελαφρών αλυσίδων κάππα και επιβίωση 14 ετών, ενώ ασθενής με προχωρημένο καρκίνο πνεύμονα παρακολουθήθηκε για μία δεκαετία με επανειλημμένα αρνητικές απεικονίσεις. Στον καρκίνο του προστάτη, το PSA (Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο) μειώθηκε από 32 σε 0,3 ng/mL. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, αλλά χρειάζονται αυστηρή ερμηνεία. Η μελέτη περιλάμβανε μόλις έξι ανθρώπους, χωρίς ομάδα ελέγχου, με διαφορετικούς καρκίνους και πολλαπλές ταυτόχρονες παρεμβάσεις. Οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ποια παρέμβαση (αν κάποια) ευθύνεται για τις κλινικές ανταποκρίσεις. Η επιλογή των φαρμάκων έγινε με Acupuncture Meridian Assessment (AMA – Αξιολόγηση Μεσημβρινών Βελονισμού), μια τροποποίηση της ηλεκτροβελονιστικής μεθόδου Voll που μετρά ηλεκτρική αγωγιμότητα σε σημεία του δέρματος.

Ο καρκίνος ως μικροπεριβάλλον: Ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον πεδίο αφορά τον ίδιο τον όγκο. Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν είναι απλώς μια μάζα καρκινικών κυττάρων, αλλά ένα πολύπλοκο μικροπεριβάλλον που περιλαμβάνει ανοσοκύτταρα, αγγεία, συνδετικό ιστό, μεταβολίτες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μικροοργανισμούς. Από τους Guilford και Yu, ιστολογική εξέταση ενός όγκου πνεύμονα αποκάλυψε μυκητιασική λοίμωξη μέσα στη μάζα. Οι συγγραφείς συζητούν την πιθανότητα ότι μικροβιακοί και φλεγμονώδεις παράγοντες μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επηρεάζουν το περιβάλλον του όγκου. Αυτό δεν σημαίνει ότι «ο καρκίνος είναι λοίμωξη». Σημαίνει όμως ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ καρκίνου και μικροβιώματος αποτελεί πραγματικό πεδίο έρευνας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Fusobacterium nucleatum, βακτήριο της στοματικής κοιλότητας που έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Μελέτη στο Nature το 2024 εντόπισε ένα συγκεκριμένο στέλεχος του βακτηρίου που εμφανιζόταν συχνά μέσα στους όγκους και σε πειραματικά μοντέλα συνδέθηκε με βιολογικές αλλαγές ευνοϊκές για την ανάπτυξή τους.

Ούτε ενθουσιασμός ούτε απόρριψη: Το κρίσιμο σημείο είναι να μην μετατρέψουμε μια ερευνητική υπόθεση σε θεραπευτική βεβαιότητα. Η  ιβερμεκτίνη, η μεμπενδαζόλη και η νικλοσαμίδη δεν αποτελούν σήμερα αποδεδειγμένες αντικαρκινικές θεραπείες. Τα περισσότερα δεδομένα προέρχονται ακόμη από προκλινικές μελέτες, μικρές σειρές περιστατικών ή πρώιμες κλινικές έρευνες. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει λόγος να απορρίπτεται ένα πεδίο μόνο επειδή τα φάρμακα αυτά δημιουργήθηκαν αρχικά για άλλη χρήση. Η επιστήμη προχωρά ακριβώς μέσα από τέτοιες υποθέσεις: παρατήρηση, πείραμα, κλινική δοκιμή και (μόνο αν τα δεδομένα το επιβεβαιώσουν), νέα θεραπευτική εφαρμογή. Για μια ολιστική προσέγγιση στην υγεία, η ανοιχτή σκέψη δεν πρέπει να σημαίνει χαμηλότερα κριτήρια απόδειξης. Το ενδιαφέρον είναι να μπορούμε να κρατάμε ταυτόχρονα δύο πράγματα: περιέργεια για το νέο και αυστηρότητα απέναντι στους ισχυρισμούς. Η νέα σειρά των έξι ασθενών δείχνει ότι το πεδίο της επαναχρησιμοποίησης φαρμάκων, του μεταβολισμού του όγκου και του καρκινικού μικροβιώματος αξίζει να διερευνηθεί πολύ πιο συστηματικά.

Έρευνες και πηγές

  1. Guilford FT, Yu S. Cancer Therapy Using Antiparasitic Medications Guided by Acupuncture Meridian Assessment: A Case Series of Six Patients. Integrative Medicine. 2026;25(3):27–33.
  2. Al-Zoubi RM, Farhan A, Hanbali B, et al. Antiparasitic agents in oncology: Innovative mechanisms, emerging evidence and clinical potential in cancer treatment. European Journal of Medicinal Chemistry. 2026.
  3. Melotti A, Mas C, Kuciak M, et al. The river blindness drug Ivermectin and related macrocyclic lactones inhibit WNT-TCF pathway responses in human cancer. EMBO Molecular Medicine. 2014;6(10):1263–1278.
  4. Osada T, Chen M, Yang XY, et al. Antihelminth compound niclosamide downregulates Wnt signaling and elicits antitumor responses in tumors with activating APC mutations. Cancer Research. 2011;71(12):4172–4182.
  5. Liu Y, Fang S, Sun Q, Liu B. Anthelmintic drug ivermectin inhibits angiogenesis, growth and survival of glioblastoma through inducing mitochondrial dysfunction and oxidative stress. Biochem Biophys Res Commun. 2016;480(3):415–421.
  6. Zepeda-Rivera M, Minot SS, Bouzek H, et al. A distinct Fusobacterium nucleatum clade dominates the colorectal cancer niche. Nature. 2024;628:424–432.

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026

Κατηγορία Info
Σελίδα 4 από 129