Φάρμακα για τη ΔΕΠΥ: Ο κίνδυνος για την καρδιά που μένει στα «ψιλά γράμματα»
Καθώς η χρήση φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ αυξάνεται, νέα δεδομένα ενισχύουν τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις τους στην καρδιαγγειακή υγεία. Πόσο καθαρά παρουσιάζονται αυτοί οι κίνδυνοι πριν από τη συνταγογράφηση και πόσο επαρκής είναι η παρακολούθηση όταν η θεραπεία διαρκεί χρόνια; Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Διεγερτικά όπως η μεθυλφαινιδάτη και η lisdexamfetamine χορηγούνται σε παιδιά και ενήλικες, συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Μαζί όμως με τα θεραπευτικά οφέλη υπάρχει ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί πλέον να παραμένει στο περιθώριο: τι γνωρίζουμε για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις αυτών των φαρμάκων στην καρδιά; Το ζήτημα ήρθε πρόσφατα ξανά στην επικαιρότητα στη Βρετανία μέσα από την περίπτωση του 28χρονου Jacob Wooderson. Ο Wooderson είχε διαγνωστεί με ΔΕΠΥ και λάμβανε Elvanse (lisdexamfetamine), ένα φάρμακο με βάση την αμφεταμίνη. Η δόση του αυξήθηκε σταδιακά από 30 mg σε 70 mg. Τον Αύγουστο του 2024 πέθανε αιφνίδια. Η επίσημη ιατροδικαστική έκθεση κατέγραψε ως αιτία θανάτου το σύνδρομο αιφνίδιου αρρυθμικού θανάτου (SADS) και ως δεύτερο παράγοντα τη θεραπεία με Elvanse. Η coroner Sarah Bourke επισήμανε ότι το συγκεκριμένο φάρμακο μπορεί να έχει σοβαρές καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες και εξέφρασε ανησυχία για την ανάγκη επαρκούς παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού όταν αυξάνεται η δοσολογία. Αυτό αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: πόσο εμφανώς και συστηματικά επισημαίνονται οι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι στους ανθρώπους που ξεκινούν μια θεραπεία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια;
Τι δείχνουν οι μεγάλες μελέτες: Τα διεγερτικά φάρμακα για τη ΔΕΠΥ δεν είναι καρδιαγγειακά ουδέτερα. Μέσω της δράσης τους στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα μπορούν να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι μεταβολές μεταφράζονται μακροπρόθεσμα σε κλινικά σημαντική καρδιαγγειακή νόσο. Μία από τις σημαντικότερες σχετικές έρευνες δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν σουηδικά δεδομένα 278.027 ανθρώπων ηλικίας 6 έως 64 ετών με διάγνωση ΔΕΠΥ ή χρήση σχετικών φαρμάκων και εξέτασαν την έκθεση στη θεραπεία για χρονικό διάστημα έως 14 ετών.Τα αποτελέσματα αξίζουν προσοχής. Όσο μεγαλύτερη ήταν η συνολική διάρκεια χρήσης, τόσο υψηλότερη ήταν η συσχέτιση με καρδιαγγειακή νόσο. Για χρήση τριών έως πέντε ετών, οι πιθανότητες ήταν αυξημένες κατά 27% σε σχέση με τη μη χρήση, ενώ για περισσότερα από πέντε χρόνια κατά 23%. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η συσχέτιση με την υπέρταση: σε όσους είχαν έκθεση άνω των πέντε ετών, οι πιθανότητες διάγνωσης υπέρτασης ήταν περίπου 80% υψηλότερες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος που λαμβάνει φάρμακα για τη ΔΕΠΥ έχει «80% πιθανότητα» να εμφανίσει υπέρταση. Πρόκειται για σχετική αύξηση των πιθανοτήτων σε σύγκριση με τη συγκεκριμένη ομάδα αναφοράς. Ούτε μια παρατηρητική μελέτη μπορεί από μόνη της να αποδείξει αιτιώδη σχέση. Υπάρχει μάλιστα και η άλλη πλευρά των επιστημονικών δεδομένων. Μετα-ανάλυση 19 μελετών με περισσότερους από 3,9 εκατομμύρια συμμετέχοντες δεν βρήκε στατιστικά σημαντική συνολική συσχέτιση μεταξύ των φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ και καρδιαγγειακών επεισοδίων. Οι ερευνητές, ωστόσο, σημείωσαν ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί μια αύξηση του κινδύνου, ιδιαίτερα για καρδιακή ανακοπή ή ταχυαρρυθμίες, και επισήμαναν την ανάγκη καλύτερων δεδομένων για τη μακροχρόνια χρήση. Η διάμεση παρακολούθηση στις μελέτες της συγκεκριμένης μετα-ανάλυσης ήταν μόλις 1,5 έτος, σημαντικός περιορισμός όταν μιλάμε για θεραπείες που μπορεί να συνεχίζονται επί χρόνια.
Όταν η θεραπεία γίνεται μακροχρόνια: Σε αυτό το σημείο θα εντοπίζαμε το σημαντικότερο ζήτημα καθώς πολλά φάρμακα εγκρίνονται βάσει κλινικών δοκιμών πολύ μικρότερης διάρκειας από εκείνη κατά την οποία τελικά χρησιμοποιούνται στην πραγματική ζωή. Οι συγγραφείς της μεγάλης σουηδικής μελέτης επισημαίνουν ότι οι τυχαιοποιημένες δοκιμές που είχαν αξιολογήσει καρδιαγγειακές επιδράσεις των φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ είχαν κατά μέσο όρο διάρκεια θεραπείας περίπου 75 ημερών. Εβδομήντα πέντε ημέρες, όμως, απέχουν πολύ από πέντε ή δέκα χρόνια καθημερινής έκθεσης. Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα για αυθαίρετη διακοπή μιας θεραπείας. Είναι όμως ισχυρό επιχείρημα υπέρ της πραγματικά ενημερωμένης συναίνεσης και της συστηματικής παρακολούθησης. Η πίεση, ο καρδιακός ρυθμός, το προσωπικό και οικογενειακό καρδιολογικό ιστορικό και η εμφάνιση συμπτωμάτων δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τυπικές λεπτομέρειες μιας συνταγογράφησης. Το ίδιο το JAMA Psychiatry, άλλωστε, καταλήγει ότι τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι της μακροχρόνιας θεραπείας πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά και ότι οι κλινικοί γιατροί χρειάζεται να παρακολουθούν συστηματικά καρδιαγγειακά σημεία και συμπτώματα. Καθώς το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα φάρμακο μπορεί να βοηθήσει. Είναι αν ο άνθρωπος που το λαμβάνει γνωρίζει ολόκληρη την εικόνα και όχι μόνο όσα γράφονται με μεγάλα γράμματα.
Πηγές και αναφορές
1. Zhang L. et al. Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder Medications and Long-Term Risk of Cardiovascular Diseases. JAMA Psychiatry, 2024;81(2):178–187 | Πρωτογενής μελέτη
2. Zhang L. et al. Risk of Cardiovascular Diseases Associated With Medications Used in Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder: A Systematic Review and Meta-analysis. JAMA Network Open, 2022;5(11):e2243597 | Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση
3. Courts and Tribunals Judiciary. Jacob Wooderson: Prevention of Future Deaths Report, 2025. Επίσημη ιατροδικαστική έκθεση
Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Holistic Life editorial group © 2026
Γιατί δεν χρειάζεστε φάρμακα για την αρθρίτιδα του γόνατος
Αν πάσχετε από αρθρίτιδα στο γόνατο, δεν χρειάζεται να παίρνετε φάρμακα: υπάρχουν πολλές άλλες επιλογές που είναι εξίσου αποτελεσματικές στην ανακούφιση του πόνου και στη βελτίωση της κινητικότητας.
Οι επιγονατίδες, η υδροθεραπεία και η άσκηση είναι εξίσου αποτελεσματικές με τα παυσίπονα και τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, και δεν ενέχουν τον κίνδυνο παρενεργειών που μπορούν να καταστρέψουν τη ζωή σας, σύμφωνα με ερευνητές του First People’s Hospital of Neijiang στην Κίνα.
Εξέτασαν εκ νέου 139 κλινικές δοκιμές με σχεδόν 10.000 συμμετέχοντες, οι οποίες είχαν αξιολογήσει 12 μη φαρμακευτικές θεραπείες για την οστεοαρθρίτιδα του γόνατος, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας με λέιζερ, της ηλεκτρικής διέγερσης, των επιγονατίδων, των παπουτσιών, της ταινίας κινησιολογίας, της υδροθεραπείας, της άσκησης και του υπερήχου.
Οι επιγονατίδες κατέλαβαν την πρώτη θέση συνολικά, παρουσιάζοντας ισχυρά αποτελέσματα στη μείωση του πόνου, στη βελτίωση της λειτουργίας των αρθρώσεων και στην ανακούφιση της δυσκαμψίας, ενώ η υδροθεραπεία —ασκήσεις ή θεραπείες σε ζεστό νερό— ήταν η καλύτερη επιλογή για την ανακούφιση του πόνου. Η τακτική άσκηση επίσης απέφερε σταθερά οφέλη, βελτιώνοντας τόσο τα επίπεδα πόνου όσο και τη σωματική λειτουργία.
Ορισμένες προηγμένες θεραπείες, όπως η θεραπεία με λέιζερ υψηλής έντασης και η θεραπεία με κρουστικά κύματα, παρείχαν μέτριες βελτιώσεις. Αντίθετα, ο υπέρηχος κατατάχθηκε σταθερά ως η λιγότερο αποτελεσματική επιλογή.
Πηγή: PLOS One, 2025; 20 (6): e0324864; doi: 10.1371/journal.pone.0324864
Φαρμακευτική υπερκαταστολή στην άνοια: Όταν η καταστολή βαφτίζεται θεραπεία
Η φροντίδα των ατόμων με άνοια απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στη φαρμακευτική αγωγή, καθώς ορισμένες ουσίες μπορούν να επιδεινώσουν τη σύγχυση, να αυξήσουν τον κίνδυνο πτώσεων και να επιβαρύνουν περαιτέρω τη γνωστική λειτουργία. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των υγειονομικών αρχών, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών εξακολουθεί να λαμβάνει φάρμακα με έντονη αντιχολινεργική και κατασταλτική δράση. Τα πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο αξιοποιούνται επαρκώς οι ασφαλέστερες εναλλακτικές και ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος μιας πιο ολιστικής προσέγγισης στη διαχείριση της άνοιας.
Οι γιατροί αγνοούν όλα τα προειδοποιητικά σημάδια και συνεχίζουν να συνταγογραφούν επικίνδυνα φάρμακα τύπου «chemical cosh» σε ασθενείς με άνοια.
Περίπου το 25% όλων των ασθενών με άνοια εξακολουθεί να λαμβάνει ένα από τα ισχυρά αυτά φάρμακα, τα οποία προκαλούν σύγχυση και αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσεων.
Παρότι η χρήση των συγκεκριμένων φαρμάκων έχει μειωθεί σημαντικά έπειτα από πολυάριθμες προειδοποιήσεις των υγειονομικών αρχών, περίπου το ένα τέταρτο των ατόμων με άνοια και γνωστική έκπτωση συνεχίζει να λαμβάνει αντικαταθλιπτικά με έντονες αντιχολινεργικές ιδιότητες - φάρμακα που επηρεάζουν τον έλεγχο της ακράτειας και του ακανόνιστου καρδιακού ρυθμού- καθώς και αντιψυχωσικά, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες και μη βενζοδιαζεπινικά υπνωτικά.
Ερευνητές από το University of California, Los Angeles Health Sciences δήλωσαν έκπληκτοι όταν διαπίστωσαν ότι τα φάρμακα αυτά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ευρέως, παρόλο που υπάρχουν ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις.
Τα φάρμακα επηρεάζουν το μικροβίωμα του εντέρου ακόμη και 10 χρόνια αργότερα
Φάρμακα που λαμβάνουμε στην καθημερινότητά μας ενδέχεται να επηρεάζουν την υγεία μας ακόμη και δεκαετίες αφότου έχουμε σταματήσει να τα παίρνουμε.
Αν και είναι ευρέως γνωστό ότι τα αντιβιοτικά διαταράσσουν το μικροβίωμα του εντέρου, νέα έρευνα δείχνει ότι παρόμοια επίδραση έχουν και πολλά άλλα φάρμακα.
Δεδομένου ότι το μικροβίωμα παίζει καθοριστικό ρόλο σε πλήθος σωματικών λειτουργιών —και ότι η διαταραχή του έχει συσχετιστεί με καρκίνο, καρδιαγγειακά προβλήματα ακόμη και κατάθλιψη— οι μακροχρόνιες αυτές επιδράσεις των φαρμάκων μπορεί να έχουν συνέπειες σοβαρότερες από την αρχική πάθηση για την οποία χορηγήθηκαν.
Ερευνητές από το Ινστιτούτο Γονιδιωματικής του Πανεπιστημίου του Tartu στην Εσθονία ανέλυσαν την υγεία του εντέρου περισσότερων από 2.500 ανθρώπων που είχαν λάβει κοινά φάρμακα, όπως αντικαταθλιπτικά, β-αναστολείς και αγχολυτικά. Διαπίστωσαν ότι τα φάρμακα αυτά είχαν προκαλέσει «μετρήσιμες» αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου ακόμη και χρόνια —και σε ορισμένες περιπτώσεις δεκαετίες— μετά τη διακοπή τους.
Οι βενζοδιαζεπίνες, που συνταγογραφούνται συχνά για την αντιμετώπιση του άγχους, φάνηκε να μεταβάλλουν το μικροβίωμα με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των αντιβιοτικών ευρέος φάσματος. Μάλιστα, διαφορετικά φάρμακα της ίδιας οικογένειας, όπως η διαζεπάμη και η αλπραζολάμη, είχαν διαφορετικές επιδράσεις στην ισορροπία των εντερικών μικροοργανισμών.
Οι ερευνητές κατέγραψαν επίσης άμεση σχέση αιτίας–αποτελέσματος μεταξύ φαρμάκων και μικροβιώματος σε μια μικρότερη ομάδα συμμετεχόντων που είχαν λάβει αναστολείς αντλίας πρωτονίων για την αντιμετώπιση της δυσπεψίας, αντικαταθλιπτικά τύπου SSRI, καθώς και διάφορα αντιβιοτικά, μεταξύ των οποίων συνδυασμοί πενικιλίνης και μακρολίδες.
Πηγή: mSystems, 2025 - doi: 10.1128/msystems.00541-25
