Συνθετικά κύτταρα: επιστήμη ή η αρχή μιας νέας βιολογικής εποχής;
Η ιδέα ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε κάποτε να δημιουργήσει ζωή στο εργαστήριο ανήκε για δεκαετίες περισσότερο στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας παρά της πραγματικότητας. Σήμερα, όμως, η συνθετική βιολογία κάνει σταθερά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Μια διεθνής ερευνητική ομάδα παρουσίασε πρόσφατα ένα από τα πιο προηγμένα συνθετικά κυτταρικά συστήματα που έχουν κατασκευαστεί μέχρι σήμερα, γνωστό ως SpudCell, αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση γύρω από τα όρια της βιοτεχνολογίας και τη φύση της ίδιας της ζωής. Το συνθετικό αυτό κύτταρο δεν είναι ένας ζωντανός οργανισμός με την πλήρη έννοια του όρου. Δεν αναπτύσσεται, δεν εξελίσσεται και δεν επιβιώνει αυτόνομα όπως ένα φυσικό κύτταρο. Πρόκειται για μια εξαιρετικά πολύπλοκη βιολογική κατασκευή, σχεδιασμένη έτσι ώστε να αναπαράγει ορισμένες βασικές λειτουργίες ενός κυττάρου μέσα σε ελεγχόμενο εργαστηριακό περιβάλλον. Παρ' όλα αυτά, το επίτευγμα θεωρείται σημαντικό, καθώς φέρνει τους επιστήμονες ένα βήμα πιο κοντά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οργανώνονται και λειτουργούν τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία της ζωής.
Οι εφαρμογές μιας τέτοιας τεχνολογίας είναι ιδιαίτερα ελκυστικές. Συνθετικά κύτταρα θα μπορούσαν στο μέλλον να χρησιμοποιηθούν για τη στοχευμένη μεταφορά φαρμάκων, την παραγωγή βιολογικών ουσιών, την ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων ή ακόμη και για την καλύτερη κατανόηση του πώς εμφανίστηκε η ζωή στη Γη. Για πολλούς ερευνητές, δεν πρόκειται για μια προσπάθεια «δημιουργίας ζωής», αλλά για ένα ισχυρό ερευνητικό εργαλείο που επιτρέπει τη μελέτη πολύπλοκων βιολογικών διεργασιών με τρόπους που μέχρι πρόσφατα ήταν αδύνατοι. Ωστόσο, κάθε φορά που η επιστήμη πλησιάζει ένα τόσο θεμελιώδες όριο, γεννιούνται εύλογα ερωτήματα. Αν μπορούμε να κατασκευάσουμε κύτταρα από μη ζωντανά υλικά, πόσο απέχουμε πραγματικά από τη δημιουργία τεχνητών οργανισμών; Και, κυρίως, μήπως η προσπάθεια αυτή αλλάζει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια τη ζωή;
Η ανακοίνωση του νέου αυτού επιτεύγματος προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, ενθουσιασμό αλλά και ανησυχία. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια μεγάλη επιστημονική πρόοδος γεννά φόβους για το μέλλον. Από την κλωνοποίηση μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, κάθε τεχνολογία που αγγίζει θεμελιώδεις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης συνοδεύεται από το ίδιο σχεδόν ερώτημα: μήπως η επιστήμη ξεπερνά τα όρια; Στην περίπτωση των συνθετικών κυττάρων, ο φόβος είναι ακόμη βαθύτερος. Αν ο άνθρωπος μπορεί να κατασκευάζει τα βασικά δομικά στοιχεία της ζωής, θα μπορούσε κάποτε να δημιουργήσει ολόκληρους οργανισμούς; Και αν αυτό καταστεί τεχνικά εφικτό, ποιος θα θέτει τα όρια της χρήσης τους; Οι ανησυχίες αυτές δεν προέρχονται μόνο από τη λογοτεχνία ή τον κινηματογράφο. Αφορούν ζητήματα βιοασφάλειας, βιοηθικής και κοινωνικού ελέγχου της τεχνολογίας. Πολλοί φοβούνται ότι η ζωή θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη προϊόν που σχεδιάζεται, βελτιστοποιείται και κατοχυρώνεται με πατέντες, ενώ άλλοι εκφράζουν ανησυχίες για τη δημιουργία νέων μορφών οργανισμών με απρόβλεπτες συνέπειες για τα οικοσυστήματα ή τη δημόσια υγεία.
Ωστόσο, πίσω από όλους αυτούς τους προβληματισμούς κρύβεται ένα ακόμη πιο ουσιαστικό ερώτημα. Ο πραγματικός φόβος δεν είναι ότι η επιστήμη θα «αντικαταστήσει» τη ζωή. Είναι ότι ίσως αρχίσουμε να πιστεύουμε πως η ζωή δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα σύνολο χημικών αντιδράσεων και μοριακών μηχανισμών που, αργά ή γρήγορα, θα μπορούμε να αναπαράγουμε κατά βούληση. Αν υιοθετήσουμε αυτή την αντίληψη, τότε η μετάβαση από την κατανόηση της ζωής στην κατασκευή της μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Ίσως λοιπόν η σημαντικότερη πρόκληση που θέτει η συνθετική βιολογία να μην είναι τεχνολογική αλλά φιλοσοφική. Καθώς η επιστήμη διευρύνει συνεχώς τις δυνατότητές της, μας καλεί ταυτόχρονα να επανεξετάσουμε τι εννοούμε όταν μιλάμε για «ζωή» και αν αυτή μπορεί πράγματι να εξαντληθεί στην περιγραφή των επιμέρους μηχανισμών της.
Προς το παρόν, οι φόβοι ότι η επιστήμη βρίσκεται ένα βήμα πριν από τη δημιουργία τεχνητής ζωής δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τα συνθετικά κύτταρα που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα αποτελούν εντυπωσιακά τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από ένα πραγματικά ζωντανό κύτταρο. Λειτουργούν μόνο υπό αυστηρά ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες, δεν διαθέτουν την αυτονομία, την προσαρμοστικότητα και την εξελικτική δυναμική που χαρακτηρίζουν τους φυσικούς οργανισμούς και εξαρτώνται πλήρως από τον σχεδιασμό και την παρέμβαση των ερευνητών.
Ίσως, όμως, το σημαντικότερο δίδαγμα της συνθετικής βιολογίας να μην αφορά αυτά που μπορεί να δημιουργήσει, αλλά αυτά που μας αποκαλύπτει για τα όρια της γνώσης μας. Παρά τη θεαματική πρόοδο της μοριακής βιολογίας, εξακολουθούμε να μην μπορούμε να απαντήσουμε με απόλυτη σαφήνεια σε ένα φαινομενικά απλό ερώτημα: τι είναι τελικά η ζωή; Γνωρίζουμε ολοένα και περισσότερα για τα μόρια, τα γονίδια και τους βιοχημικούς μηχανισμούς της, όμως το πώς όλα αυτά συνθέτουν το δυναμικό φαινόμενο που ονομάζουμε «ζωντανό οργανισμό» παραμένει αντικείμενο επιστημονικής και φιλοσοφικής διερεύνησης. Ίσως λοιπόν ο μεγαλύτερος κίνδυνος να μην είναι ότι η επιστήμη θα αντικαταστήσει τη ζωή, αλλά ότι εμείς θα αρχίσουμε να τη θεωρούμε πλήρως εξηγήσιμη και αναπαραγωγική. Η ιστορία της επιστήμης δείχνει ότι κάθε νέα ανακάλυψη αποκαλύπτει όχι μόνο απαντήσεις, αλλά και νέα επίπεδα πολυπλοκότητας. Όσο περισσότερο ερευνούμε τη ζωή, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε πόσα ακόμη αγνοούμε.
Αυτό δεν αποτελεί λόγο φόβου ούτε λόγο απόρριψης της επιστημονικής προόδου. Αντίθετα, αποτελεί υπενθύμιση ότι η γνώση και η ταπεινότητα πρέπει να προχωρούν μαζί. Η συνθετική βιολογία μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους για την ιατρική, τη φαρμακευτική και τη βιοτεχνολογία, αρκεί η τεχνολογική της δύναμη να συνοδεύεται από έναν εξίσου ώριμο επιστημονικό και ηθικό προβληματισμό. Ίσως τελικά το πιο πολύτιμο δώρο αυτής της νέας εποχής να μην είναι η δυνατότητα να κατασκευάσουμε κάτι που μοιάζει με ζωή, αλλά η ευκαιρία να εκτιμήσουμε ακόμη περισσότερο την πολυπλοκότητα, την οργάνωση και το μυστήριο της ζωής που ήδη υπάρχει γύρω μας.
Πηγή: University of Minesota, The Times
ΗΠΑ: Σημαντική νίκη της Bayer στο Ανώτατο Δικαστήριο για το Roundup
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάσισε, με ψήφους 7–2, ότι οι κατασκευαστές φυτοφαρμάκων δεν μπορούν να διώκονται από τις πολιτείες για «ανεπαρκή προειδοποίηση» όταν η ετικέτα του προϊόντος έχει ήδη εγκριθεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA). Η απόφαση αφορά το ζιζανιοκτόνο Roundup της Bayer (πρώην Monsanto), το οποίο περιέχει glyphosate, και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δικαστικές εξελίξεις των τελευταίων ετών γύρω από το επίμαχο ζιζανιοκτόνο. [1]
Η απόφαση περιορίζει μία από τις βασικές κατηγορίες αγωγών που έχουν ασκηθεί εναντίον της εταιρείας, χωρίς όμως να κλείνει οριστικά το κεφάλαιο των δικαστικών διεκδικήσεων. Νομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι εξακολουθούν να μπορούν να εξεταστούν άλλοι ισχυρισμοί, όπως η αμέλεια, ο ελαττωματικός σχεδιασμός του προϊόντος ή η παραπλανητική ενημέρωση των καταναλωτών. Παράλληλα, η Bayer εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δεκάδες χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις και προωθεί συμφωνία διακανονισμού ύψους 7,25 δισ. δολαρίων για μεγάλο μέρος των αγωγών. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ δεν αφορά μόνο ένα ζιζανιοκτόνο. Αφορά το ποιος έχει τον τελευταίο λόγο όταν προκύπτουν σοβαρές επιστημονικές αμφιβολίες για την ασφάλεια ενός προϊόντος. Αν η έγκριση μιας ρυθμιστικής αρχής αρκεί για να περιορίσει τη δυνατότητα των πολιτών να διεκδικήσουν ευθύνες, τότε η ανεξαρτησία, η διαφάνεια και η επιστημονική επάρκεια αυτών των αρχών παύουν να είναι μια διοικητική λεπτομέρεια. Γίνονται ζήτημα δημοκρατίας και δημόσιας υγείας.
Ωστόσο η συζήτηση αυτή δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μην ξεχνάμε ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πρόσφατος κανονισμός για τις Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές (NGTs) προβλέπει ότι τα τρόφιμα που προέρχονται από φυτά της κατηγορίας NGT-1 δεν θα φέρουν ειδική επισήμανση προς τον καταναλωτή, καθώς θεωρούνται ισοδύναμα με τα συμβατικά φυτά [2]. Η επιλογή αυτή μπορεί να βασίζεται σε μια συγκεκριμένη επιστημονική και κανονιστική λογική, ωστόσο αναζωπυρώνει ένα θεμελιώδες ερώτημα: έχει ο πολίτης δικαίωμα να γνωρίζει με ποια τεχνολογία παράχθηκε η τροφή του, ακόμη και όταν οι αρχές τη θεωρούν ασφαλή;
Πιστεύουμε ότι η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται με λιγότερη πληροφόρηση αλλά με περισσότερη. Όσο μεγαλύτερη είναι η τεχνολογική πολυπλοκότητα των προϊόντων που φτάνουν στην καθημερινότητά μας, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η διαφάνεια απέναντι στον πολίτη. Η ενημερωμένη επιλογή δεν αποτελεί εμπόδιο στην επιστημονική πρόοδο· αποτελεί προϋπόθεση για μια δημοκρατία που σέβεται την αυτονομία του ανθρώπου.
Αναφορές
1. Reuters: US Supreme Court scales back Roundup cancer suits in win for Bayer
2. European Parliament: New genomic techniques for plants to boost innovation in sustainable agriculture
DIM: Το συμπλήρωμα που υπόσχεται ορμονική ισορροπία. Τι δείχνουν πραγματικά τα επιστημονικά δεδομένα;
Τα τελευταία χρόνια, το DIM (3,3'-διινδολυλομεθάνιο) έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο δημοφιλή συμπληρώματα διατροφής για τη λεγόμενη «ορμονική ισορροπία». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προβάλλεται ως μια φυσική λύση για συμπτώματα που σχετίζονται με τα οιστρογόνα, όπως το προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, η ακμή, η περιεμμηνόπαυση, ακόμη και η πρόληψη ορισμένων μορφών καρκίνου. Η εμπορική του επιτυχία είναι εντυπωσιακή. Το ερώτημα όμως είναι αν η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνει όλες αυτές τις υποσχέσεις.
Το DIM δεν είναι ένα συνθετικό χημικό μόριο. Παράγεται φυσιολογικά κατά την πέψη των σταυρανθών λαχανικών, όπως το μπρόκολο, το λάχανο, το κουνουπίδι, το kale και τα λαχανάκια Βρυξελλών. Όταν καταναλώνουμε αυτά τα λαχανικά, μια ουσία που περιέχουν, η ινδόλη-3-καρβινόλη (Indole-3-Carbinol), μετατρέπεται στο όξινο περιβάλλον του στομάχου σε διάφορες ενώσεις, με σημαντικότερη το DIM. Οι επιστήμονες ενδιαφέρθηκαν για το μόριο αυτό επειδή φάνηκε να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός μεταβολίζει τα οιστρογόνα, μια ομάδα ορμονών που συμμετέχουν σε πλήθος φυσιολογικών λειτουργιών τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες. [1]
Η δημοφιλία του DIM βασίζεται κυρίως στην ιδέα ότι μπορεί να μεταβάλλει τον μεταβολισμό των οιστρογόνων προς μια ευνοϊκότερη κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα, τα οιστρογόνα δεν κυκλοφορούν στον οργανισμό ως μία και μοναδική ουσία. Μετατρέπονται συνεχώς σε διαφορετικούς μεταβολίτες μέσω ενζύμων του ήπατος, κυρίως της οικογένειας CYP450. Ορισμένοι από αυτούς τους μεταβολίτες θεωρείται ότι έχουν διαφορετική βιολογική δράση από άλλους και γι' αυτό έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η μεταβολή αυτής της ισορροπίας ίσως επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων ορμονοεξαρτώμενων νοσημάτων. Το DIM φαίνεται να επηρεάζει ακριβώς αυτή τη διαδικασία, αυξάνοντας την παραγωγή ορισμένων μεταβολιτών και μειώνοντας άλλους. [2]
Εδώ όμως χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Το γεγονός ότι ένα συμπλήρωμα μεταβάλλει έναν βιολογικό δείκτη δεν σημαίνει αυτομάτως ότι βελτιώνει την υγεία ή προλαμβάνει μια νόσο. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά επίπεδα επιστημονικής απόδειξης. Στη σύγχρονη ιατρική, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να γνωρίζουμε ότι αλλάζει ένας εργαστηριακός δείκτης, αλλά και ότι αυτή η αλλαγή οδηγεί σε πραγματικό κλινικό όφελος για τον ασθενή.
Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες μελέτες για το DIM δείχνουν ότι πράγματι επηρεάζει τον μεταβολισμό των οιστρογόνων. Αυτό επιβεβαιώθηκε και σε πρόσφατες δημοσιεύσεις του 2024 και του 2025, όπου παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές στα προφίλ των μεταβολιτών των οιστρογόνων τόσο σε προεμμηνοπαυσιακές όσο και σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Ωστόσο, οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι δεν γνωρίζουμε ακόμη εάν αυτές οι μεταβολές μεταφράζονται σε ουσιαστικά οφέλη, όπως μικρότερος κίνδυνος καρκίνου, καλύτερος έλεγχος των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης ή βελτίωση της οστικής υγείας. Απαιτούνται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες κλινικές μελέτες πριν εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. [2]
Το ίδιο ισχύει και για πολλές από τις υπόλοιπες χρήσεις που προωθούνται εμπορικά. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες εργαστηριακές και πειραματικές μελέτες που διερευνούν πιθανή αντικαρκινική δράση του DIM, κυρίως στον καρκίνο του μαστού, του προστάτη και του τραχήλου της μήτρας. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές έχουν πραγματοποιηθεί σε κυτταρικές καλλιέργειες ή σε ζωικά μοντέλα. Οι διαθέσιμες μελέτες σε ανθρώπους είναι ακόμη λίγες και δεν αποδεικνύουν ότι η λήψη του συμπληρώματος μειώνει πράγματι την εμφάνιση καρκίνου ή βελτιώνει την πρόγνωση των ασθενών. [3]

Ένα ακόμη σημείο που συχνά παραβλέπεται είναι ότι το DIM δεν δρα απομονωμένο στη φύση. Όταν τρώμε μπρόκολο ή κουνουπίδι, δεν λαμβάνουμε μόνο ένα μόριο, αλλά εκατοντάδες διαφορετικές βιοδραστικές ουσίες που συνεργάζονται μεταξύ τους: γλυκοσινολάτες, ισοθειοκυανικά, σουλφοραφάνη, φυτικές ίνες, πολυφαινόλες, βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία. Η συνολική προστατευτική δράση των σταυρανθών λαχανικών πιθανότατα οφείλεται στη συνέργεια όλων αυτών των συστατικών και όχι αποκλειστικά στο DIM. Γι' αυτό και, παρότι τα συμπληρώματα μπορεί να έχουν θέση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, δεν μπορούν να αναπαράγουν πλήρως τη σύνθετη βιολογική αξία μιας διατροφής πλούσιας σε σταυρανθή λαχανικά.
Χρειάζεται επίσης προσοχή στην ανεξέλεγκτη χρήση του. Επειδή το DIM μπορεί να επηρεάζει τον μεταβολισμό των οιστρογόνων, ενδέχεται να αλληλεπιδρά με ορμονικές θεραπείες ή με φάρμακα όπως η ταμοξιφαίνη. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να μεταβάλει τη συγκέντρωση ορισμένων δραστικών μεταβολιτών τέτοιων φαρμάκων, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη συμβουλή του θεράποντος ιατρού πριν από τη λήψη του. Η προσοχή είναι ακόμη μεγαλύτερη σε γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι το DIM μπορεί να αλλάζει το προφίλ των οιστρογόνων και να επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. [4]
Το DIM αποτελεί αναμφίβολα ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φυσικό μόριο και η έρευνα γύρω από αυτό εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς. Ωστόσο, η επιστήμη βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία να απαντήσει στο σημαντικότερο ερώτημα: οι βιοχημικές αλλαγές που προκαλεί οδηγούν πράγματι σε καλύτερη υγεία; Μέχρι να υπάρξουν ισχυρές κλινικές αποδείξεις, η πιο ασφαλής στρατηγική παραμένει αυτή που γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες: μια διατροφή πλούσια σε σταυρανθή λαχανικά, ποικιλία φυτικών τροφών και ένας συνολικά υγιεινός τρόπος ζωής. Το DIM ίσως αποδειχθεί στο μέλλον ένα χρήσιμο συμπλήρωμα για συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, αλλά σήμερα δεν μπορεί να θεωρηθεί η «μαγική λύση» που συχνά παρουσιάζεται στη διαφήμιση ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αναφορές άρθρου
- Unveiling the Multifaceted Pharmacological Actions of Indole-3-Carbinol and Diindolylmethane: A Comprehensive Review / https://www.mdpi.com/2223-7747/14/5/827?utm_source=chatgpt.com
- Exploring the impact of 3,3’-diindolylmethane on the urinary estrogen profile of premenopausal women / BMC Complement Med Ther. 2024 Nov 22;24:405. doi: 10.1186/s12906-024-04708-7
- Sulforaphane, 3,3′ – Diindolylmethane and Indole-3-Carbinol: A Review of Clinical Use and Efficacy / Nutritional Medicine Journal
- Effect of Diindolylmethane on Estrogen-related Hormones, Metabolites and Tamoxifen Metabolism: Results of a Randomized, Placebo-controlled Trial / Cancer Epidemiol Biomarkers Prev (2017) 26 (3): 435. https://doi.org/10.1158/1055-9965.EPI-17-0027
Οι φάρμες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν απαγορευμένο φυτοφάρμακο και αυτό διπλασιάζει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου του Πάρκινσον
Το να ζει κανείς κοντά σε αγρόκτημα που εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ένα απαγορευμένο φυτοφάρμακο υπερδιπλασιάζει τις πιθανότητες εμφάνισης της νόσου του Πάρκινσον.
Το φυτοφάρμακο χλωρπυριφός (Lorsban, Pyrinex κλπ) απαγορεύτηκε πριν από περισσότερα από 20 χρόνια για οικιακή χρήση, ενώ το 2021 επιβλήθηκαν σημαντικοί περιορισμοί στη χρήση του σε γεωργικές εκτάσεις — και παρόλα αυτά εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως.
Τα άτομα που ζουν κοντά σε αγρόκτημα που χρησιμοποιεί το Lorsban έχουν έως και 2,5 φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν τη νόσο του Πάρκινσον, εάν έχουν εκτεθεί στη χημική ουσία για πολλά χρόνια, αναφέρουν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA).
Αν και η χρήση του συγκεκριμένου φυτοφάρμακου έχει περιοριστεί, άλλα φυτοφάρμακα που περιέχουν επίσης παρόμοιες επιβλαβείς χημικές ουσίες εξακολουθούν να διατίθενται ελεύθερα, προειδοποιούν οι ερευνητές.
Εξέτασαν δεδομένα από 829 ασθενείς με Πάρκινσον και τα συνέκριναν με 824 υγιείς ανθρώπους, και υπολόγισαν την έκθεση στο χλωρπυριφός συνδυάζοντας τα αρχεία χρήσης φυτοφαρμάκων της Καλιφόρνιας με τις τοποθεσίες των σπιτιών και των χώρων εργασίας των συμμετεχόντων, κάτι που επέτρεψε στους επιστήμονες να ανακατασκευάσουν πιθανά πρότυπα έκθεσης κατά τη διάρκεια πολλών ετών.
Για να διερευνήσουν πώς το φυτοφάρμακο μπορεί να βλάψει τον εγκέφαλο, η ομάδα διεξήγαγε επίσης εργαστηριακά πειράματα. Ποντίκια εκτέθηκαν σε αεροζόλ χλωρπυριφό για 11 εβδομάδες μέσω μεθόδων εισπνοής σχεδιασμένων να μιμούνται τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συνήθως έρχονται σε επαφή με τη χημική ουσία, ενώ πρόσθετα πειράματα σε πειραματόζωα διερεύνησαν τις βιολογικές διεργασίες που εμπλέκονται στη βλάβη.
Σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες πάσχουν από τη νόσο του Πάρκινσον, μια προοδευτική νευρολογική διαταραχή που προκαλεί ρίγη, μυϊκή δυσκαμψία και αυξανόμενη δυσκολία στην κίνηση. Αν και οι επιστήμονες έχουν χαρακτηρίσει τη νόσο του Πάρκινσον ως κυρίως γενετική ασθένεια, πολλοί αρχίζουν να υποψιάζονται την επίδραση των περιβαλλοντικών ρύπων, και ειδικά των φυτοφαρμάκων.
Πηγή: Molecular Neurodegeneration, 2025; 21 (1); doi: 10.1186/s13024-025-00915-z
